Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Ένας άγνωστος σπηλαιώτης (†1855)

    Στὶς σημειώσεις τοῦ π. Ντενάσια εὑρίσκονται τὰ ἑξὴς στοιχεῖα ἀπὸ τὴν διήγηση τοῦ π. Νήφωνος, κτίτορος τῆς Ῥουμανικῆς Σκήτης:
Αὐτὸς ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔμενε σὲ σπηλιά, ποὺ ἦταν γειτονικὴ μὲ αὐτὴ τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου. Πόσο ἔζησε ἐκεῖ καὶ πῶς ὀνομάζεται δὲν εἶναι γνωστό. Ἡ ζωή του κυλοῦσε σὲ παντελῆ πτωχεία. Δὲν κατεῖχε ἀπολύτως τίποτε. Περπατοῦσε χωρὶς ὑποδήματα καὶ χωρὶς σκοῦφο, ἦταν δὲ σκεπασμένος μὲ φθαρμένα ἄχρηστα ῥοῦχα.
Κάποτε δύο μοναχοῖ τῆς Μολδαβικῆς Σκήτης διήρχοντο ἀπὸ αὐτὸ τὸ εὐλογημένο μέρος. Ἔχασαν τὸν δρόμο τους καὶ βρέθηκαν στὸ σπήλαιο τοῦ ἐρημίτου, ὅπως μᾶς ἱστορεῖ ὁ π. Νήφων. Ὁ ἀσκητὴς κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα μικρὸ Ψαλτήρι, τὸ ὁποῖο διάβαζε διαρκῶς χωρὶς διακοπή, ἐνῶ ταυτοχρόνως εἶχε κατακτήσει καὶ τὴν καρδιακὴ εὐχή. Κατὰ τὴν συζήτηση μὲ τοὺς μοναχούς, ἐξομολογούμενος ὁ ὅσιος ἐρημίτης, ἐξέφρασε τὸν φόβο του μήπως κριθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ πάθος τῆς ἰδιοκτησίας, ἐφ’ ὅσον κατέχοντας τὸ Ψαλτήρι δὲν εἶχε ἀπελευθερωθῆ ἀπὸ ὁ,τιδήποτε γήϊνο. Ἔτσι, παρέδωσε τὸ μοναδικὸ κτῆμα στοὺς συνομιλητάς τους, παρακαλῶντας θερμὰ νὰ τὸ πάρουν μαζί τους.
Προβλέποντας τὸν θάνατό του, πῆγε στὸν σπηλαιώτη π. Νήφωνα, ὁ ὁποῖος τότε ζοῦσε κοντὰ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου στὴν Βίγλα, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τελέσει τὴν Θεία Λειτουργία καὶ νὰ τὸν κοινωνήσει, λέγοντας: «Πλησιάζει τὸ τέλος μου!»
Ὁ π. Νήφων συμφώνησε καὶ ξεκίνησαν μαζὶ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ποὺ θὰ γινόταν στὸν ναὸ τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ κοινωνικοῦ, ὁ ὅσιος ἐρημίτης ἀσπάσθηκε μὲ σεβασμὸ τὶς ἱερὲς εἰκόνες, χύνοντας συνεχῶς δάκρυα δοξολογίας πρὸς τὸν εὔσπλαγχνο Θεό. Κοινώνησε, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυση ὁ π. Νήφων τοῦ πρότεινε νὰ καθήσει μαζί του στὴν τράπεζα, ἀλλὰ αὐτὸς ἀρνήθηκε. Εὐχαρίστησε γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση καὶ ἀνεχώρησε, παρακαλῶντας νὰ τὸν μνημονεύει στὶς ἅγιες εὐχές του.
Δὲν πρόλαβε νὰ φθάσει στὴν σπηλιά του. Ἐκοιμήθη καθ’ ὁδόν, κατὰ τὸ ἔτος 1855, καὶ ἦταν ἡλικίας σαράντα ἕως σαράντα πέντε περίπου ἐτῶν.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Γέροντας Πορφύριος: Συμβουλές στους γονείς για τα παιδιά

Το έτος 1997 η σύζυγός μου έμεινε έγκυος. Η χαρά μας ήταν μεγάλη!
Και η πρώτη μας φροντίδα ήταν να ενημερώσουμε τον π. Πορφύριο, ο οποίος συμμεριζόταν τις χαρές μας και τις λύπες μας, από την πρώτη ημέρα της γνωριμίας μας, και μας στήριζε με τις προσευχές του, αλλά και με τις συμβουλές του, οι οποίες ήσαν γεμάτες από σοφία και θεία έμπνευση!
Για το λόγο αυτό, τον επισκεφθήκαμε και του ανακοινώσαμε το ευχάριστο γεγονός. Ευχαριστήθηκε πολύ! Η χαρά του ήταν έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
Τώρα ολοκληρώθηκε η ευτυχία σας! Ο καλός μας Θεός σας τα έδωσε όλα! Είσθε καλοί και τους καλούς ο Κύριος δεν τους στερεί τίποτε! Εξάλλου, σας το είχα πει. Θα κάνετε παιδί. Αλλά εσείς, μωρέ, ήσαστε άπιστοι Θωμάδες. Δεν πιστεύετε σ’ αυτά που σας λέω. Το ξέρω ότι με αγαπάτε, αλλά είστε ολιγόπιστοι. Λυγίζετε εύκολα, που να σας πάρει η ευχή… Να έρχεσθε πιο συχνά να με βλέπετε, γιατί το έχετε ανάγκη. Όταν έρχεσθε, σας βλέπω σκυθρωπούς και απελπισμένους, και όταν φεύγετε, σας βλέπω στο δρόμο, που πηγαίνετε για το σπίτι σας, χαρούμενους, ευτυχισμένους και με τονωμένη την πίστη σας! Το αυτοκίνητό σας δεν κυλάει, αλλά πετάει!
Τώρα, συνέχισε ο Γέροντας, καθίστε να σας πω ορισμένα πράγματα, για να τα έχετε υπόψη σας, σαν υποψήφιοι γονείς που είσθε. Και αυτά που θα σας πω, θέλω να τα βάλετε καλά μέσα στο μυαλό σας, να τα συγκρατήσετε και να τα εφαρμόσετε κατά γράμμα, εάν δεν θέλετε να δείτε το παιδί σας δυστυχισμένο και τους εαυτούς σας το ίδιο.
Έρχονται εδώ εκατοντάδες γονείς και με κλάματα στα μάτια με παρακαλούν να βοηθήσω τα παιδιά τους γιατί άλλα έμπλεξαν με ναρκωτικά, άλλα με κακές παρέες, άλλα τους βρίζουν, τους ζητούν χρήματα, για να τα χρησιμοποιήσουν στις χαρτοπαικτικές λέσχες και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, και όταν δεν έχουν να τους δώσουν, τους απειλούν και ακόμη και τους χτυπούν! Έτσι, φθάνουν οι γονείς να καταρώνται και αυτά και την ώρα και τη στιγμή, που τα έφεραν στη ζωή!
Έχω δει γονείς να κλαίνε με μαύρο δάκρυ για το κατάντημα των παιδιών τους και να λένε, χίλιες φορές να μην τα είχαμε! Γιατί τότε, θα είχαμε ένα καημό και μία στενοχώρια, που δε θα είχαμε παιδιά, ενώ τώρα, μου λένε, έχουμε χίλιους καημούς και άλλες τόσες στενοχώριες για τα προβλήματα τα φοβερά, που μας δημιουργούν καθημερινά και ντρεπόμεθα να κυκλοφορούμε στον κόσμο.
Γι’ αυτό ζητάνε να τους βοηθήσω με τις προσευχές μου, για να σώσουν τα παιδιά τους. Όμως, όταν τους ρωτώ, εσείς τι κάνετε τώρα, για να βοηθήσετε αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα, μου απαντούν, σχεδόν στερεότυπα, ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε, γιατί ξέφυγαν από τον έλεγχό τους, μόλις έγιναν έφηβοι!
Ε! Επόμενο ήταν, τους λέω. Αφού αφήσατε όλα τα παιδικά χρόνια ανεκμετάλλευτα και περιμένατε να έλθει η ήβη, για να ασχοληθείτε με τα παιδιά σας , ασφαλώς αυτά τα αποτελέσματα θα είχατε και θα πρέπει να περιμένετε και χειρότερα. Το παιδί είναι σαν το ζυμάρι. Όσο πιο μαλακό είναι το ζυμάρι, τόσο πιο εύκολα πλάθεται. Το ίδιο και το παιδί. Όσο πιο μικρό είναι , τόσο πιο χρηστά διαπλάθεται, διαμορφώνεται, διαπαιδαγωγείται και τελειούται.
Τώρα, που θυμηθήκατε εσείς, ότι έχετε παιδιά, ή μάλλον σας το θύμισαν αυτά με τις αταξίες τους, τις απαιτήσεις τους, τις παρανομίες τους και γενικά με την ανήθικη συμπεριφορά τους, τώρα είναι αργά. Πέταξε το πουλάκι. Και εάν πετάξει ένα πουλί, που το είχαμε στο κλουβί, δύσκολα πιάνεται, για να μην πω, πως δεν ξαναπιάνεται!
Η διαπαιδαγώγηση του παιδιού είναι το Α και το Ω των υποχρεώσεων, που έχουν οι γονείς σ’ αυτή την ανθρώπινη ύπαρξη, που με τη θεϊκή σύμπραξη φέρνουν στη ζωή! Γονείς, που απέτυχαν να διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους σωστά, θεωρούνται αποτυχημένοι σε ΟΛΑ! Σε ΟΛΑ, με ακούτε;
Γιατί, εάν υποθέσουμε ότι υπάρχουν γονείς , που αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στο να επεκτείνουν τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις και να πολλαπλασιάσουν τα χρήματά τους, με αποτέλεσμα να γίνουν μεγιστάνες του πλούτου, ενώ παράλληλα δεν έκαναν τίποτα για την χρηστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, τότε, σας λέω, ότι όχι μόνο δεν προσέφεραν τίποτε στα παιδιά τους, αλλά αγωνίστηκαν και κόπιασαν για να δημιουργήσουν τεμπέληδες, ακαμάτες και εγκληματίες! Ναι ! Σας το βεβαιώνω εγώ. Εγκληματίες έφτιαξαν!…

Μοναχός Δαμασκηνός Αγιοβασιλειάτης (1903 - 12 Ιανουαρίου 1987)

Στο χωριό Καμινάκι Οροπεδίου Λασιθίου Κρήτης γεννήθηκε το 1903 ο κατά κόσμον Σέργιος Γουνουλάκης. Στην αγία κολυμβήθρα κατά τη βάπτισή του σχηματίσθηκε ένας μεγάλος σταυρός. Από παιδί διακρίθηκε για τη φιλομάθειά του. Από μικρός επιθυμούσε να γίνει μοναχός. Μόλις τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία, πήγε δόκιμος στη μονή Πεντέλης Αττικής.
Το 1925 ήλθε στο Άγιον Όρος και εκάρη μοναχός στην Καλύβη των Εισοδίων της Θεοτόκου του Αγίου Βασιλείου από τον αυστηρό Γέροντα Ματθαίο το 1926. Δεν βγήκε ποτέ ξανά στον κόσμο. Είχε μεγάλη άσκη­ση. Συχνά βάδιζε ανυπόδητος. Από τον κόσμο θυμόταν μόνο τις θείες Λειτουργίες και τις αγρυπνίες στο χωριό του. Για εργόχειρο είχε την ξυλογλυπτική. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη. Αφιέρωνε πολύ χρόνο στη μελέτη των αγιοπατερικών έργων. Είχε ανεπτυγμένη μεγάλη αλληλογραφία. Στήριζε με τις σοφές νουθεσίες του πολλούς χριστιανούς.
 
Η πολυχρόνια προσεκτική μελέτη τον είχε σοφίσει. Ο χαριτωμένος λόγος του άγγιζε τις καρδιές των ακροατών του, που έφθαναν διψασμένοι στην ερημική, πενιχρή και άνυδρη Καλύβη του για ν’ ακούσουν λόγο Θεού και να ξεδιψάσουν. Ήταν επίσης ελεήμων πολύ και συνέτρεχε στις ανάγκες των συνασκητών του. Είχε μεγάλη ευλάβεια στους οσίους Ιωσήφ Γεροντογιάννη της μονής Τιμίου Προδρόμου Καψά και Παρθέ­νιο και Ευμένιο της μονής Κουδουμά στη νότια Κρήτη.
Στις 21.11.1986 ο Γέροντας Δαμασκηνός, ημέρα εορτής του ησυχαστηρίου τους, κάλεσε τον υποτακτικό του Αυγουστίνο και του ανέθεσε τη Γεροντία. Του ζήτησε να προσκαλέσει τον Πνευματικό για να κάνει μία γενική εξομολόγηση και να τελέσει το μυστήριο του θείου και ιερού Ευχελαίου. Ζήτησε ειλικρινή συγχώρεση από όλους. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 12.1.1987. Ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος τον ονό­μασε «αιθέριο Γέροντα». Ο Γέροντας της μονής Παρακλήτου Χερου­βείμ τον χαρακτήρισε «ευλαβέστατο μοναχό». Ο ιερομόναχος Φίλιππος των Θωμάδων έγραψε: «Εις το πρόσωπόν του έβλεπε κανείς τους πα­λαιούς ασκητάς και αναχωρητάς που σαν ολόλευκα κρίνα εξήνθησαν αι έρημοι». Ο καλός βιογράφος και συμπατριώτης του καταλήγει: «Αυτός ήταν ο Γέροντας Δαμασκηνός Αγιοβασιλειάτης ο Κρητικός. Ένας αγνός πνευματικός αγωνιστής, ένας αυστηρός Αθωνίτης Μοναχός, που ξόδεψε ολόκληρη τη μακρόχρονη ασκητική ζωή του σε νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές για τη σωτηρία της ψυχής του, ευεργετώντας συγχρόνως πνευματικά και τους άλλους ανθρώπους». Τον είπαν επίσης ένα από τους τελευταίους ιεροπρεπείς Κολλυβάδες. Ο ακριβοδίκαιος Γέροντας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης τον ανέφερε ως ένα άγιο των ημερών μας.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Αντωνίου Στιβακτάκη, Γέροντας Δαμασκηνός ο Αγιοβασιλειάτης, Ηράκλειο 2006.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1187-1189

Ιερομόναχος Παντελεήμων Αγιαννανίτης (1936 - 12 Ιαν/ρίου 1992)

Ο αξιομνημόνευτος Γέροντας Παντελεήμων γεννήθηκε την ήμερα της εορτής της Υπαπαντής στην πόλη των Πατρών το έτος 1936. Μόλις 15 ετών ήλθε στο Άγιον Όρος, για να μάθει την τέχνη της αγιογραφίας, στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου των Καρτσωναίων στη σκή­τη της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης. Μετά τριετία δοκιμής εκάρη μονα­χός από τον Γέροντα Γαβριήλ (†1956), που μόναζε με τους αδελφούς του Χρυσόστομο (†1941) και Σεραφείμ (†1966).
Το 1960 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1965 πρεσβύτερος από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ναθαναήλ (†1978). Διεκρίθη ως άριστος ιεροψάλτης. Έψελνε πάντοτε ευλαβικά και κατανυκτικά. Πολλούς βοή­θησε να μάθουν τη βυζαντινή μουσική. Επίσης ήταν καλός αγιογράφος και καλλιγράφος. Γηροκόμησε τέσσερις Γέροντες της Καλύβης του κι έλαβε πλούσιες ευχές και ευλογίες. Έτσι απόκτησε εμπειρία και γνώ­ση από την πολύχρονη υπακοή του και μπορούσε κατόπιν να συνδράμει στις ανάγκες των προβληματισμένων και ταλαιπωρημένων από λογι­σμούς αδελφών.
 
Ως πνευματικός πατέρας βοήθησε πολλούς πολύ. Η επικοινωνία μαζί του έδινε χαρά και ειρήνη. Τον θυμόμαστε πάντοτε σοβαρό μ’ ένα γλυκύ πρόσωπο, καθάριο βλέμμα, όλο ευγένεια και σε­βασμό, λιγομίλητο και γλυκομίλητο, ν’ αγρυπνεί, να ψάλλει πρόθυμα και πρόσχαρα.
Παντελεήμων ιερομόναχος Κάρτσωνας 
(1937-1992)
(Φωτογραφία: Χρήστος Ζέγκος)

Τους συνομιλητές του δεν τους πίεζε να καταλάβουν κάτι. Προσευχόταν μυστικά, θερμά και ταπεινά να φωτισθούν και να κατανοήσουν την αιτία του προβλήματός τους. Απόφευγε συστηματικά την αυτοπροβολή. Στην εξομολόγηση έκλαιε με τον μετανοούντα. Συχνά έστελνε όσους του ζητούσαν να εξομολογηθούν σε άλλους πιο έμπειρους Πνευματικούς. Όσοι τον αδικούσαν τους συγχωρούσε. Όσοι τον συκοφαντούσαν δεν θύμωνε μαζί τους. Τις πικρίες του τις υπόμενε με προσευχή, ελπίδα και εμπιστοσύνη στον Θεό.
Ο παπα-Χρυσόστομος, της συνοδείας των Καρτσωναίων, λέγει, περί αυτού: «Ήτο ένας ήρεμος άνθρωπος. Στα 27 χρόνια που ήμασταν μαζί, δεν τον είδα ποτέ να έχει θυμώσει. Στενοχωρημένο τον είχα ιδεί, αλλά θυμωμένο ποτέ. Ποτέ δεν κατέκρινε, δεν κακολόγησε, δεν ωμίλησε με κακία και σκαιότητα, με διάθεση εκδικήσεως προς κάποιον άλλον. Αυτή την γαλήνη και την ψυχική αταραξία την είχε βαθειά μέσα του σαν καρπό της μοναχικής του ασκήσεως και αρετής… Την αρετή που ήθελε να σου επιστήση την προσοχή για ν’ αγωνισθής να την αποκτήσης δεν την εδίδασκε αδιάφορα, αλλά με πόνο και αγάπη, ακόμη και με δάκρυα. Τα λόγια του δεν ήταν λόγια του γραφείου κάποιου δασκάλου που κατέληγαν σε φαιδρά ανέκδοτα, αλλά πατερικά λόγια, γεμάτα ζωντάνια, ευλάβεια, θεϊκή δύναμη και πατερική σοφία».
Έργο ζωής υπήρξε η ανοικοδόμηση του ναού του Αγίου Γεωργίου και της Καλύβης σ’ ένα τόπο δύσκολο, αλλά με πανοραμική θέα, ένα μπαλκόνι τ’ ουρανού. Μόλις τελείωσε το πολύμοχθο και πολυδάπανο έργο του ο φιλάγιος Γέροντας, τέλειωσε και τον βίο του. Ανεπαύθη ο πράος και γλυκύς αυτός Γέροντας στις 12.1.1992. Ο ιατρός ιερομόναχος Δημήτριος Γρηγοριάτης έλεγε: «Με τόση αταραξία και βαθειά ειρήνη δέχθηκε το κάλεσμα του Θεού για την ανάβασή του από τα επίκηρα του βίου προς τα άφθαρτα και αιώνια αγαθά, ώστε ενόμιζε κανείς ότι άλλος θα είναι ο ασθενής και ο υποψήφιος για τις αιώνιες μονές και όχι αυτός». Την επομένη έγινε η εξόδιος ακολουθία του στο Κυριακό της σκήτης που επί 40 χρόνια έψαλλε, με την παρουσία τεσσάρων επισκόπων, πέντε Αγιορειτών ηγουμένων και όλης της Αγιαννανίτικης Αδελφότητος. Τώρα θα ψάλλει ευφραινόμενος στον ουρανό, ευχόμενος για την εκλεκτή συνοδεία του. Κατά την Ιερά Αποκάλυψη: «Μακάριοι οι αποθνήσκοντες εν Κυρίω, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών». Όντως μακάριοι, όντως αναπαυμένοι και όντως ευλογημένοι.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Χερουβείμ Αγιαννανίτου ιερομ., Σύγχρονες μορφές του Άθω, Ιερομόναχος Παντελεήμων Κάρτσωνας (1936-1992), Παράδοση 2/1992, σσ. 239-242. Δαμασκηνού Γρηγοριάτου μοναχού, Ιερομόναχος Παντελεήμων Αγιαννανίτης, πρωτοψάλτης του Αγίου Όρους, Καλύβη Αγίου Γεωργίου (1935-1992), Ορθόδοξη Μαρτυρία 84/2008, σσ. 42- 47, 85/2008, σσ. 40-45

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ολονύκτια Αγρυπνία απόψε απ΄ άκρου εις άκρον της χερσονήσου του Άθω. Πανηγυρίζει η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα

Τα Χριστούγεννα γιορτάζουν αύριο (25.12/7.1) οι Αγιορείτες.
Ο μοναχός, ο οποίος έχει μια συνεχή, θερμή, προσωπική κι αλη­θινή σχέση με τον Χριστό, αγρυπνώντας την εξαί­σια νύχτα των Χριστουγέννων στο Καθολικό της μονής του, στο Κυριακό της σκήτης του, στο ερημικό του κελλί, μετά από μακρά νηστεία και προσεκτική προετοιμασία, ακούει τους ταπεινούς ψάλτες των αναλογίων ως βηθλεεμικούς αγγέλους και γίνεται ένα με τους αγραυλούντες ποιμένες. Δέχεται το «επί γης ειρήνη» που χαρίζει στις καθαρές ψυχές ο Ειρηνοδότης Θεός και θυμάται τους εξαίσιους λόγους του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ: «Βρες την ειρήνη στην καρδιά σου και χιλιάδες κό­σμος θα σωθεί»!
Θωρεί τους λαμπρώς φορεμένους παπάδες, με τα ερυ­θρά λιβανοκαπνισμένα άμφια ως αγγέλους ειρήνης και φωτός, που έρχονται στην κατά το δυνατόν ευτρεπισμένη καρδιά του που γίνεται σπήλαιο, για να κατοικήσει εκεί Αυτός που δεν τον χωρούν οι ουρανοί των ουρανών.
Μετατίθεται η Βηθλεέμ με την κοινή Θεία Μετάληψη των αγρυπνούντων μοναχών στις ψυχές τους. Το νόημα όλο της μεγάλης εορτής είναι σε αυτή τη Θεία Λειτουργία της ωραίας νύχτας, της όντως άγιας νύχτας. Έτσι, η πο­λύωρη αγρυπνία δεν κουράζει, γίνεται πηγή αληθινής χα­ράς. Δόξα ενυψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ψάλλουν όλοι μαζί, εκ βαθέων, ολοψύχως, ολοθέρμως, και το εννο­ούν και το κατανοούν και το βιώνουν και το διαλαλούν μυστικά και σιωπηλά στα βάθη τής καρδιάς τους…

   Στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα τα Χριστούγεννα προσλαμβάνουν ιδιαίτερα πανηγυρικό χαρακτήρα αφού το Καθολικό της Μονής τιμάται στην Γέννηση του Σωτήρος.

Μοναχού Λάζαρου Διονυσιάτη: Διηγήσεις Θαυμασίων Τιμίου Προδρόμου

Ο μακαριστός Μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης (1892 - 1974), είναι πολύ γνωστός στον κόσμο των διψαλέων αναγνωστών του Ορθόδοξου βιβλίου, για τις κατανυκτικές και πάντερπνες «Διονυσιάτικες Διηγήσεις» που μας άφησε, σαν γραπτές και, τω όντι, πολύτιμες αναμνήσεις οσίων Διονυσιατών Πατέρων και πολλών άλλων θαυμαστών θείων γεγονότων από την ασκητική βιοτή τους. 
Ανάμεσα, λοιπόν, σε αυτές τις «διηγήσεις» του, περιλαμβάνει και δύο τουλάχιστον, –πραγματικά, φοβερές!–, διηγήσεις που απέσπασε από τον συμμοναστή του, τον (προ πολλού, μακαριστό και αυτόν), π. Βησσαρίωνα. 
Ο ευλογημένος αυτός αδελφός της Μονής Διονυσίου, ο π.Βησσαρίων, καταγόταν από την Χαλκίδα της Εύβοιας. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 1952, σε ηλικία 76 ετών. Πριν την κοίμησή του, ήταν Οικονόμος σ’ ένα Μετόχιο της Μονής Διονυσίου στην Συκιά Χαλκιδικής, το λεγόμενο «Καλαμίτσι».

Προαισθάνθηκε τον θάνατό του, και αφού αποχαιρέτησε τους γνωστούς και τους φίλους του, τους είπε πολύ απλά, ότι, «πηγαίνει στο Μοναστήρι για να πεθάνει»!
Μόλις αποβιβάσθηκε στην αποβάθρα της Μονής Διονυσίου, έκλινε τα γόνατα της ψυχής και της καρδιάς του κι’ ευχαριστούσε ολόψυχα τον Τίμιο Πρόδρομο που τον αξίωσε να έλθει πίσω στην Μονή της «μετανοίας» του, για να αποδώσει το «κοινόφλητο χρέος» της εν Κυρίω αποδημίας του.
Αυτή, πραγματοποιήθηκε μετά από δύο μέρες, αφού πρώτα αποχαιρέτησε όλους τους αδελφούς του και συγχωρέθηκε μαζί τους.
Αυτός, ο τρισμακάριστος μοναχός, είχε σαν «σύνοικο», θησαυρισμένη μέσα στην καρδιά του, πολλή και ζέουσα, την αγία ταπείνωση και την πίστη…
Κάποτε, βρήκε την ευκαιρία ο π. Λάζαρος και τον ρώτησε:
–«Άκουσα, π. Βησσαρίων, όταν το Μοναστήρι μας σε είχε διορίσει Οικονόμο στο Μετόχι της, στα Μεριανά της Χαλκιδικής, ότι είδες τον Τίμιο Πρόδρομο, με τον Οποίον και συνομίλησες κιόλας. Αν το θυμάσαι κι’ αν θέλεις, πες μου το και σ’ εμένα αυτό το γεγονός, όπως συνέβη, να το σημειώσω για να μαθαίνουν κι’ οι νεώτεροι. Πώς είδες τον Τίμιο Πρόδρομο ζωντανό και μίλησες μαζί Του;...».
Ο Γερο–Βησσαρίων, μειδίασε για λίγο και, με την συνηθισμένη του απλότητα, άρχισε να λέει:
–«Αδελφάκι μου, καθώς ξέρεις, το Μοναστήρι μας με διόρισε Οικονόμο στα 1916 κι’ όσο μπορούσα, φρόντιζα για τις δουλειές του Μετοχίου. Εσύ, μυλωνάς έκανες και ξέρεις ότι πολλές φορές μαζεύονται πολλοί νοματαίοι στον μύλο. Μια μέρα, δύο χωριάτες ήρθαν στα παζάρια και, ο ένας απ’ αυτούς, αγόρασε την φοράδα του άλλου. Εκείνος που την αγόρασε, πήγε μέσα στην Εκκλησία και προσκύνησε. Άφησε μάλιστα μπροστά στην Εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε ν’ ανάψω κι’ ένα κερί. Εγώ, άναψα τα καντήλια και βλέπω, μετ’ από λίγο, να λείπουν τα χρήματα. Μα, δεν ξέρεις πόση στεναχώρια μού ’ρθε! Με σκλήρυνε κι’ εμένα ο πειρασμός και, όπως κουβεντιάζουμε τώρα μαζί, πήγα μπροστά στην Εικόνα του Αγίου και του λέω:

Ιερομόναχος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης (1871 - 7 Ιανουαρίου 1957)

Ο Σιμωνοπετρίτης ηγούμενος Ιερώνυμος συνήθιζε να κοιμάται στο σκαμνί ή στην καρέκλα και για λίγο. «Στον μοναχό είναι αρκετό και τ’ ότι βρίσκεται κάτω από σκεπή» έλεγε. «Περισσότερο πετρέλαιο είχε κάψει στη λάμπα του για τις αναγνώσεις και μελέτες του, παρά νερό είχε πιει σε όλη του τη ζωή», έλεγαν. 
     Όταν αδελφοί του τον κα­τηγόρησαν για καταχραστή, ενώ γνώριζε καλά τους καταχραστές, η ανεξικακία του δεν του επέτρεψε να τους μαρτυρήσει και απλά στους ανακρίνοντες είπε: «Μήπως ο άγιος Σίμων γνωρίζει… Μήπως εκείνος χρειάσθηκε τα χρήματα και τα πήρε…». 
     Υπέμεινε αδιαμαρτύρητα εξορία. Έκανε βουρδουνάρης στη μονή Κουτλουμουσίου. Έμεινε για λίγο σε μία καρβουναποθήκη στα Καυσοκαλύβια. Διήλθε από το μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους στη Θεσσαλονίκη και κατέληξε στο μετόχι της Αναλήψεως των Αθηνών. Δεν έπαυσε ποτέ να προσεύχεται θερμά για τους κατηγόρους και τους συκοφάντες του.
Στο τέλος των συνεχών αγώνων του η αγάπη του στον Θεό αποδείχθηκε με ουράνια χαρίσματα: διάκριση, διόραση, προόραση. Αξιώθηκε να λειτουργεί με αγγέλους. Να μην πατά στη γη όταν λειτουργούσε. Τα πνευματικά του τέκνα μιλούν με ιερή συγκίνηση για θαύματα της πύρι­νης προσευχής του. Ο θάνατος τον βρήκε προσευχόμενο κι ευχαριστούντα τον Θεό για το μεγάλο δώρο των πυκνών ασθενειών του.
Για όσους αγαπούν τους αριθμούς, δίνουμε μερικούς: 17 ετών έρχε­ται από το Ρεΐζ-Δερέ της Μ. Ασίας στην ουρανογείτονα Σιμωνόπετρα. Μετά 47 ετών δοκιμή κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον σπουδαίο Αλατσατιανό ηγούμενο Νεόφυτο (†1907). Επί 43 έτη δεν κοιμήθηκε σε κρεβάτι. 69 έτη φορούσε το τίμιο του μοναχού ένδυμα, χρησιμοποιώντας το πάντοτε ως υπηρετική ποδιά των αδελφών του. Το μοναχικό ράσο φόρεσε σε περισσότερες από 300 αφιερωμένες ψυχές. Τα πνευματικά του τέκνα αριθμούνται σε αρκετές δεκάδες εκατοντά­δων. Οι παραμυθητικές επιστολές του υπολογίζονται σε 10.000 περί­που. Μνημόνευε καθημερινά στην προσκομιδή περί τα 2.500 ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Στο συρτάρι του βρήκαν μετά την οσιακή κοίμησή του 7 δραχμές, που δεν θα είχε προλάβει να προσφέρει στους φίλους του φτωχούς, στις πόρτες των οποίων τις νύχτες κρυφά άφηνε την ελεημοσύνη του. Εκοιμήθη σε ηλικία 86 ετών. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 7.1.1957. Χιλιάδες κόσμος βρέθηκε στην κηδεία του διηγούμενος μετά δακρύων πολλά θαυμαστά γεγονότα του βίου του. Ετάφη πίσω από το άγιο βήμα του ιερού ναού της Αναλήψεως, μετοχιού της αθωνικής μονής Σίμωνος Πέτρας, στον Βύρωνα Αθηνών. Υπήρξε οικονόμος του μετοχίου από το 1931. Ωφέλησε χιλιάδες ψυχές. Με αυτή την υπέροχη «αριθμητική» πως να μην ευωδιάσουν τα χρυσαφένια οστά του, στην ανακομιδή του 1965, όπου παιδί κι εμείς παρακολουθούσαμε με συγκίνηση τα γενόμενα, μη γνωρίζοντας τότε ότι μετά δύο δεκαετίες θα μονάζαμε στη μονή του και θα καθιστάμεθα βιογράφος του. Η μακα­ριστή μητέρα μου τον είχε Πνευματικό.
Ο μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικης Νικόλαος, ζώντας στο μετόχι της Αναλήψεως, έγραφε γι’ αυτόν: «Επίγειος άγγελος. Ουρά­νιος άνθρωπος. Ήταν ενάρετος και σε έκρινε. Ήσουν αμαρτωλός και σε ανέπαυε. Τον αγαπούσες και σε απεμάκρυνε. Του δημιουργούσες πειρασμούς και δεν σε απέφευγε. Τον επαινούσες και σε επιτιμούσε. Τον αδικούσες και αρνιόταν να δικαιολογηθεί. Συχνά ανέδιδε ευωδία. Ήταν τόσο ευκατάνυκτος, που σχεδόν πάντοτε κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου έσπαγε η φωνή του και άνοιγαν οι κρουνοί των οφθαλμών του. Χαιρόταν να συναντά τις ψυχές στη μνημόνευση. Η συμμετοχή του στη θεία λατρεία τον μετεμόρφωνε σε άγγελο …».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Νικολάου Χατζηνικολάου ιερομ., Ιερό Μετόχι Αναλήψεως, Αθήνα 2004. Σοφοκλή Δημητρακόπουλου, Ευλαβείς κληρικοί των Αθηνών κατά τον εικοστό αιώνα, Αθήνα 2005, σσ. 11-15. Μωυσέως Αγιορείτου μοναχού, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης ο Γέρων της «Αναλήψεως», Θεσσαλονίκη 2008.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ιερομόναχος Δαυΐδ Αγιορείτης (1861 - 4 Ιανουαρίου 1957)


Ιερομόναχος Δαυΐδ ο Πνευματικός γεννήθηκε στον Ξηρόκαμπο Λακωνίας. Το 1898 εκάρη μοναχός στη μονή Γόλας της πατρίδος του. Συνέχισε τ’ ασκητικά παλαίσματα και κατορθώματα στην αθωνική πολιτεία. Εξήλθε από αυτή έτοιμος στην πολυκύμαντη θάλασσα των Αθηνών, μήπως και καταφέρει ν’ αγγιστρώσει στα δίχτυά του κάποιον και τον βοηθήσει στη σωτηρία του, με το παράδειγμά του, τον λόγο του και το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Χειροτονήθηκε ιερεύς το 1905.
Η μονή Πεντέλης στην αρχή, και η μονή των Αγίων Ασωμάτων Πετράκη στη συνέχεια, ήταν το ορμητήριό του, όπου κι έγινε λιμάνι σωτηρίας πολλών ψυχών. Στα τελευταία του έτη -κόντευε τα εκατό- σπάνια άφηνε το κελλί του. Δεν τον είδαν ποτέ να γελάσει, να κλάψει, να πολυλογήσει.
 
Ένα από τα διδάγματα που είχε λάβει από τον ιερό Άθωνα ήταν η σιωπή. Νόμιζες πως κοιμάται, πως δεν σε προσέ­χει, ο πάντοτε άγρυπνος, με μορφή που σου θύμιζε αρχαίο νηπτικό πατέρα. Έγινε θεραπευτής πολλών ασθενών ψυχών διά του ιατρείου- εξομολογητηρίου του. Μεγάλη ευλογία θεωρούσαν τα πνευματικά του τέκνα αν επισκεπτόταν κάποτε τα σπίτια τους. Δεν του έμενε καιρός να μαγειρέψει. Αν του πήγαιναν φαγητό, το έτρωγε, όμως έτρωγε πολύ λίγο. Ταπεινός ιερουργός. Το πέρασμα του αββά Δαυΐδ από την Αθήνα άφησε τη σπάνια δρόσο του αγιοτρόφου Άθωνα.
Ο ευλαβέστατος αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Μουστάκας σε άρθρο του, το 1953, περί των αββάδων των Αθηνών, αναφέρει περί αυτού: «Εις ταύτην την ιεράν μονήν Πετράκη διαμένει ο εξακουστός ανά τας Αθήνας μέγας αββάς και πνευματικός, ο ιερομόναχος πάτερ Δαυίδ. Ο γέρων ούτος είναι 92 ετών, κατάγεται εκ Σπάρτης, επολέμησεν εις τας εθνικάς απελευθερωτικάς μάχας, διετέλεσεν υπηρέτης του μητροπολί­του Αθηνών Θεοκλήτου, γνωρίζει γραφήν και ανάγνωσιν, ασκήτευσεν εις Άγιον Όρος, φέρει το μέγα μοναχικόν σχήμα και ήδη σπανίως εξέρχεται εκ των τεσσάρων τοίχων του κελλίου του. Το ανάστημα αυτού είναι κοντόν, έχει παχέα χείλη και μακράν γενειάδα, ουδέποτε γελά, ούτε κλαίει, ασκεί δε τα μάλιστα την αρετήν της σιωπής.

Είπε Γέρων Αγιοβασιλειάτης

Στὸν Ἅγιο Βασίλειο παλαιά, δὲν εἶχαν νερὸ οἱ πατέρες, ἰδίως μετὰ τὸν Αὔγουστιο καὶ ἀναγκάζονταν νὰ πηγαίνουν στὴν Κερασιὰ ἢ στὸν Ἅγιο Πέτρο γιὰ νὰ πλένουν τὰ ῥοῦχά τους. Τὰ ἔπλεναν, ἔκαναν τὴν ἀκολουθία τους, στέγνωναν τὰ ῥοῦχα καὶ τὰ ἔπαιρναν μαζί τους. Τὸν ἄλλο μῆνα ἔκαναν πάλι τὸ ἴδιο. Ἦταν πολὺ δύσκολη ἡ ζωὴ ἐδῶ. Τὰ πράγματα ἔφθαναν μὲ δυσκολία. Γι’ αὐτὸ ἔλεγαν οἱ παλαιοί: -Ὅποιος ἀφήνει τὰ κόκκαλά του στὸν Ἅγιο Βασίλειο, ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας.
Ἔχει ἀλλάξει τὸ Ὄρος· τὴν ἀλλαγὴ τὴν ἔζησα καὶ ἐδῶ στὴν συνοδεία μου. Μοῦ λένε Τετάρτη νὰ τρῶνε δύο φόρες, καὶ τοὺς λέω: -Ὄχι, διότι ἕνας ἐνάρετος παλαιὸς Γέροντας ἔλεγε, ἂν θέλεις νὰ τρῶς δύο φορές, τὴν μία φορὰ θὰ τρῶς ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι.

Ὅσο μπορεῖτε, οἱ νέοι νὰ κόψετε τὸ ἔξω, νὰ μὴν βγαίνετε στὸν κόσμο. Τότε ἐξασφαλίζετε μία βασικὴ ἀρετή. Λένε ὅτι, ὅταν βγῆ κάποιος ἔξω, χάνει τὴν χάρη τῆς Παναγίας. Ἐγὼ δὲν ἤξερα πῶς χάνεται ἡ χάρη τῆς Παναγίας, ἀλλὰ μοῦ εἶπε ἕνας ἄλλος Γέροντας: -Τὸ ἔπαθα ἐγώ. Δὲν ἔβγαινα ἔξω, ἀλλὰ μὲ μπλέξανε μὲ μία ὑπόθεση στὴν Ἁγία Ἄννα καὶ μὲ ἔβαλαν μάρτυρα. Πῆγα στὴν Θεσσαλονίκη καὶ πῆρα νήματα γιὰ ὅλους τοὺς πατέρες ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν βγαίνουν ἔξω. Εἶδα λοιπὸν μετὰ ποὺ γύρισα ὅτι ὅσες παραστάσεις ἔφερα ἀπὸ τὸν κόσμο, πολλαπλασιάστηκαν, ἐνῶ ὅταν ἦρθα γιὰ νὰ γίνω καλόγερος ὅσες παραστάσεις εἶχα ἀπὸ λαϊκός, ἐξαφανίστηκαν. Αὐτὰ ποὺ φέρνω τώρα σὰν καλόγερος δὲν φεύγουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ φυγάδευση τῆς χάριτος τῆς Παναγίας.
Εἶχε πεῖ παλαιὰ στὴν Νέα Σκήτη ἕνας Γέροντας σὲ μία ὁμήγυρη πατέρων ποὺ ἦταν παρὼν καὶ ὁ ἐπίσκοπος Μοσχονησίων, ὅτι ἡ μόνη ἀρετὴ ποὺ θὰ μείνει στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ εἶναι νὰ μὴν βγαίνουν ἔξω οἱ μοναχοί. Καὶ συμφώνησαν ὅλοι. Καὶ ὁ κόσμος ἀναγνωρίζει ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀρετή. Λένε ὅτι ὁ τάδε ἔχει τόσα χρόνια νὰ βγῆ ἔξω. Καὶ ὁ παπα-Μόδεστος ὁ μακαριστὸς ἀπὸ τὴν Κερασιά, εἶχε 50 χρόνια νὰ βγῆ στὸν κόσμο καὶ ὅταν βγῆκε κάποτε, ἔπαιρναν γιὰ εὐλογία τρίχες ἀπὸ τὰ γένεια του καὶ ἔκοβαν κομμάτια ἀπὸ τὰ ῥάσα του, γιατὶ θαύμαζαν ποὺ κάθισε 50 χρόνια στὴν ἔρημο καὶ δὲν βγῆκε ἔξω.
Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μοναχοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ὁ περιορισμός του στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνα σιωπηλὸ κήρυγμα γιὰ τὸν κόσμο. Καὶ νὰ θέλει ὁ μοναχὸς νὰ τὸ κρύψει, νὰ κλείσει τὸ στόμα του μὲ καλάϊ, αὐτὸ διδάσκει σιωπηλά. Σκέφτονται ὅτι ὁ μοναχὸς ἄφησε τὰ πάντα καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος· γιὰ νὰ μένει τόσα χρόνια κάτι βρῆκε.
Ὅσο μποροῦμε νὰ ἀντιγράφουμε τὶς παραδόσεις τῶν παλαιῶν Πατέρων. Ἂν δὲν ξεκινᾶμε παραδοσιακά, δὲν κάνουμε τίποτα. Βλέπω ὅτι σήμερα δὲν ἀκολουθοῦμε τὰ χνάρια τῶν παλαιῶν. Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε σήμερα μεγάλες ἀσκήσεις. Δύο πράγματα νὰ κρατήσουμε. Τὴν ἀγάπη μεταξύ μας καὶ νὰ μὴν ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν μοναχικὴ παράδοση. Δὲν ἀφήνεο ὁ πειρασμὸς νὰ ἔχει ἀγάπη μία συνοδεία. Καὶ παλαιὰ εἴχαμε πειρασμούς, ἀλλὰ ὁ Γέροντας τοὺς προσπερνοῦσε, τοὺς ἔδιωχνε. Τώρα οὔτε καὶ ὁ Γέροντας μπορεῖ, γιατὶ οἱ σημερινοὶ μοναχοὶ ἔχουν μεγάλη γλῶσσα καὶ δύσκολα δέχονται ἢ δὲν δέχονται τίποτε.
Αὐτὸ βέβαια ξεκινᾶ ἀπ’ ἔξω. Ἡ σημερινὴ κοινωνία καὶ ἡ παιδεία δὲν καταρτίζει ὑποτακτικούς, ἀλλὰ ἀντάρτες. Σήμερα εἶναι πανέξυπνα τὰ παιδιά, ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάνεις. Εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ οἱ μοναχοὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν παράδοση.
Οἰ παλαιοί, εἶχαν ἄλλα μυαλά. Αὐτοὶ ἔκαναν τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν σκέπαζαν. Ἐμεῖς προσπαθοῦμε νὰ ἐπιδειχθοῦμε.
Ἦταν δύσκολα παλαιὰ ἐδῶ στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Οὔτε ζάχαρη δὲν εἴχαμε. Μία συνοδεία ἔτρωγε γιὰ δύο χρόνια μόνο πληγούρι. Τὸ ἕμαθε ἕνας γιατρὸς καὶ εἶπε: -Ἡ ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς φθάνει μόνο μέχρι τὴν Δάφνη. Ἀπὸ ‘κεῖ καὶ πέρα ἐσεῖς ἔχετε ἄλλη ἐπιστήμη.
Οἱ παλαιοί, εἶχαν αὐταπάρνηση καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγία. Εἴχαμε μία ἀγρυπνία καὶ εἶχε ἔρθει ἐδῶ ὁ παπα-Ξενοφῶν ἀπὸ τὴν Καψάλα,. Δὲν ἦταν καλὰ καὶ ἀνέβασε πυρετό. Τοῦ εἶπε κάποιος νὰ βάλει θερμόμετρο. -Ὄχι, δὲν χρειάζεται, ἀπάντησε, ξέρει ἡ Παναγία πόσο πυρετὸ ἔχω. Τελείωσε ἡ ἀγρυπνία καὶ ἐπέστρεψε στὸ Καψάλα μὲ τὰ πόδια μαζὶ μὲ τὸν ὑποτακτικό του. Τέτοιους ἀνθρώπους δὲν βρίσκεις σήμερα. Ἡ γενεὰ ἡ σημερινὴ εἶναι ἀδύνατη. Οἱ καιροί μας εἶναι δύσκολοι. Δὲν εἶναι καιροὶ γιὰ προκοπή. Τοὐλάχιστον νὰ συντηρηθοῦμε ἐκει ποὺ εἴμαστε, νὰ μὴν πᾶμε παρακάτω. Δὲν ὑπάρχουν ἀναστήματα.
Μέχρι τὸ 1991 δὲν ὑπῆρχαν ζῶα στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Μᾶς τὰ κουβαλοῦσαν οἱ Δανιηλαῖοι μέχρι τὸ Κελλί τους, καὶ ἀπὸ ‘κεῖ τὰ φορτωνόμεθα στὴν πλάτη. Μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι, ἂν δὲν γογγύζωμε, ὁ Θεὸς κουφίζει τὸ βάρος· καὶ ὄντως τὸ ζούσαμε. Ἐρχόμεθα ἐδῶ, ἀλλάζαμε φανέλα καὶ μᾶς φαινόταν ὅτι εἴμαστε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τόση εὐφροσύνη καὶ χαρὰ εἴχαμε μέσα μας, καὶ ἰδιαιτέρως γιὰ τὰ πράγματα ἄλλων ἡλικιωμένων πατέρων ποὺ κουβαλούσαμε.
Εἶχε κόπο ἡ ζωὴ τότε. Ὅμως αὐτὸς ὁ κόπος δημιουργοῦσε μία ἀγάπη, μία συμπόνια καὶ μὲ τοὺς γειτόνους καὶ μὲ τοὺς παραδελφούς· ἐνῶ τώρα, ὅπου ὑπάρχουν μουλάρια καὶ εὐκολίες, αὐτὴ ἡ ζεστασιὰ ἐλαττώνεται. Τρόπον τινὰ ὁ κόπος καὶ οἱ δυσκολίες μᾶς ἑνώνουν μεταξύ μας, ἐνῶ οἱ εὐκολίες μᾶς ἀπομακρύνουν.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Γερω-Μητροφάνης Αγιοπαυλίτης (1917 - 1995)

Ὁ γερω-Μητροφάνης προερχόταν ἐξ ἐγγάμων. Γεννήθηκε στὶς 21 Φεβρουαρίου τὸ 1917 στὸ χωριὸ Κόρθιον τῆς Ἄνδρου ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Κόντη καὶ τὴν Ἑλένη, καὶ στὸ Ἅγιο Βάπτισμα τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Γεώργιος. Ἔγινε ὐπαξιωματικὸς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Μόλις παντρεύτηκε, ἀῤῥώστησε ἡ γυναῖκά του καὶ τῆς ἔκοψαν τὰ πόδια. Τὴν ὑπηρέτησε περίπου ἕνα ἑξάμηνο μὲ χρόνο καὶ μετὰ ἡ γυναῖκά του ἐκοιμήθη. Διάβασε στὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ στὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό ὅτι καλύτερα ὁ ἄνθρωπος ποὺ χηρεύει νὰ μὴν ξαναπαντρεύεται καὶ νὰ γίνεται μοναχός. Παιδιὰ δὲν εἶχε ἀποκτήσει, ὁπότε δὲν εἶχε ὑποχρεώσεις. Ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ἡλικία 45 ἐτῶν. Σκόρπισε σὲ ἐλεημοσύνες ὅλη του τὴν περιουσία καὶ πῆρε μαζί του 20.000 δραχμές. Ἔκανε μία περιοδεία στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ γύρισε ὅλα τὰ Μοναστήρια. Ξανάκανε ἄλλη μία καὶ μετὰ ἔμεινε στὸν Ἅγιο Παῦλο. Εἶπε στὴν Σύναξη τῆς Μονῆς, ὅταν πῆγε νὰ βάλει μετάνοια γιὰ δόκιμος:
 -Περιδιάβηκα ὅλα τὰ Μοναστήρια. Ἐδῶ ἀναπαύτηκα. Ἔδωσε τὶς 20.000 δραχμὲς στὸν Γέροντα. Τὸν ῥώτησαν: -Δὲν ἔχεις συγγενεῖς; -Πῆραν αὐτοί, αὐτὰ εἶναι γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν γονέων μου, ἀπάντησε.
Ἔγινε μοναχὸς τὸ 1965 στὶς 30 Ἰανουαρίου μὲ τὸ ὄνομα Μητροφάνης.
Ὁ προηγούμενός του βίος εἶναι τελείως ἄγνωστος, διότι ὁ ἴδιος δὲν ἀνέφερε ποτὲ τίποτε. Ἔγινε μοναχός, καὶ ἔζησε βίο ἀνεπίληπτο καὶ μὲ κρυφὴ ἐργασία. Ἦταν ὑπόδειγμα ξενητείας, ὑπακοῆς, νηπτικῆς ἐργασίας καὶ μοναχικῆς ἀκριβείας.
Ποτέ του δὲν βγῆκε στὸν κόσμό, παρὰ πόνο ἕναν χρόνο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση του γιὰ γιατρό. Μὲ τοὺς συγγενεῖς του δὲν εἶχε καμμία ἐπικοινωνία. Ἔφθασε στὸ ὕψος τῆς ξενητείας. Κάποτε ἦρθε ὁ ἀδελφός του στὸ Μοναστήρι. Τὸν χαιρέτησε καὶ αὐτὸ ἦταν ὅλο. Ἔτρεχε ἀπὸ πίσω του νὰ τοῦ μιλήσει, ἀλλὰ ὁ γερω-Μητροφάνης κοίταζε τὸ διακόνημά του. Ὅταν ἔφυγε, ἔβγαλε νὰ τοῦ ἀφήσει 20.000 δραχμές· τὸ ’70 ἦταν πολλὰ χρήματα. -Ἔχει τὸ Μοναστήρι μου ἀπὸ ὅλα, τοῦ εἶπε. Ἄλλη φορὰ δὲν ξανάρθε ὁ ἀδελφός του. Ἄλλοτε ἦρθαν τὰ ἀνίψια του. Τοὺς χαιρέτησε στὴν αὐλὴ καὶ ἄλλη φορὰ δὲν τοὺς ξαναμίλησε.
Αὐτοὶ τοῦ ἔστειλαν μία ἐπιταγή. Πῆγε στενοχωρημένος στὸν Γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: -Γέροντα, συγχώρεσέ με. Αὐτοὶ μὲ ἔβαλαν σὲ πειρασμό. Πάρτα ἐσὺ Γέροντα τὰ χρήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Μοναστηριοῦ, νὰ μὴν τὰ στείλω πίσω.
Ἔκανε περίπου 20 χρόνια στὸ Ἀρχονταρίκι ποὺ εἶναι τόπος γνωριμίας. Ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονταν στὸν Ἅγιο Παῦλο μόνο γιὰ νὰ τὸν δοῦν, γιατὶ ἤξεραν ὅτι δὲν μιλοῦσε. Τοῦ ἔστελναν εὐχητήρια. Δὲν τ’ ἄνοιγε. Τὸν ῥωτοῦσαν μερικοί:
-Πάτερ Μητροφάνη, μᾶς θυμᾶσαι; Ἤρθαμε καὶ πέρυσι.
Γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν συζήτηση, ἔλεγε:
-Ἔ, εὐλογημένε, θὰ σημάνει τώρα, θὰ σημάνει ἡ ἐκκλησία.
-Δὲν θυμᾶσθε, ἤμασταν κάποια παιδιὰ ἀπὸ τὴν Θεολογικὴ Σχολή...
-Εἶπε ὁ Γέροντας, πρέπει νὰ ‘μαστε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸν Ἑσπερινό.
Ὅταν ἤθελε νὰ ἀποφύγει ἄσκοπες ἐρωτήσεις, ἔλεγε: -Ἐγὼ δὲν ξέρω, νὰ πᾶτε στὸν Γέροντα.
Ὅταν κάποιος τὸν ῥωτοῦσε ἀπὸ ποῦ εἶναι, ἀπέφευγε λέγοντας τὴν εὐχή: -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ὅταν ὁ ἄλλος ἐπέμενε: -Μὰ σᾶς ῥώτησα ἀπὸ ποῦ εἶσθε;, ἔλεγε: -Σᾶς παρακαλῶ,καὶ μετὰ πιὸ δυνατά: -Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀπέφευγε τὶς συζητήσεις, ἰδίως μὲ τοὺς κοσμικούς. Τὸν ῥωτοῦσαν: -Γέροντα, πότε ἤρθατε στὸ Μοναστήρι; Ἀπαντοῦσε: -Ὁ Γέροντας ξέρει. Παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν παρεξηγοῦντο οὔτε ἐστενοχωροῦντο ἀπὸ τὴν ἄρνησή του, ἀντιθέτως μάλιστα ἔστελναν μετὰ γράμματα ποὺ ἔγραφαν: -Συγχαρητήρια διὰ τὸν Ἀρχοντάρη σας.
Καὶ πράγματι, ἦταν ἄξιος συγχαρητηρίων, διότι ὅσο ἀπέφευγε τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς προσκυνητές, ἄλλο τόσο ἦταν ἐπιμελὴς στὸ διακόνημά του καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ τοὺς ἀναπαύσει. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη του τὴν διαισθανόνταν οἱ προσκυνητές. Ὡς Ἀρχοντάρης, ἐπὶ ἔτη εἶχε πολλὲς λεκάνες γιὰ νὰ πλένει τὰ σεντόνια. Καὶ αὐτὰ τὰ ἔπλενε ὅλα μὲ τὰ χέρια του, τὰ ὁποῖα αἱμάτωναν ἀπὸ τὰ καυστικὰ καὶ τὰ ἀποῤῥυπαντικά. Δὲν ἔδινε ἀφορμὴ σὲ κανέναν νὰ τὸν κατηγορήσει γιὰ κάποια παράλειψη. Ἦταν σιωπηλός, εὐγενέστατος, ὅλους τοὺς μιλοῦσε στὸν πληθυντικό. Εἶχε δὲ καὶ τὸ ἀκατάκριτο.
Ἦταν τῆς προσευχῆς ἄνθρωπος καὶ στὴν ἀρχὴ δυσκολευόταν μὲ τὸ διακόνημα τοῦ Ἀρχοντάρη, μὲ τὶς μέριμνες, διότι καμμία φορὰ ἔχανε ἀκολουθία καὶ δὲν τὸ ἤθελε. Συμβουλεύθηκε τὸν παπα-Ἐφραὶμ στὰ Κατουνάκια καὶ τοῦ εἶπε: -Πρῶτα ὑπακοὴ καὶ ἂς χάνεις ἀπὸ τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν προσευχή. Ἀπὸ τότε ἀναπαύθηκε καὶ ἔκανε τὸ διακόνημά του χωρὶς λογισμό, μὲ τὴν καρδία του.
Πάντα εἶχε τὴν ὑπακοὴ πρώτη καὶ καλύτερη. Διάβαζε πολὺ τὴν βίβλο Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου καὶ τὴν εἶχε μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἦταν στῦλος ὑπομονπης. Τοῦ ἀνέθεσαν νὰ γηροκομῆ ἕνα πολὺ δύστροπο καὶ ἀνάπηρο γεροντάκι. Τὸν δυσκόλευε πολύ. Ὅταν δὲν τοῦ ἄρεσε τὸ φαγητό, τὸ πετοῦσε, ἐνῶ ἔκανε καὶ ἄλλα. Ἐξωμολογήθηκε τὴν δυσκολία του στὸν Γέροντα καὶ συνέχισε μὲ καρτερία τὴν διακονία του. Στὰ τελευταῖα μαλάκωσε τὸ Γεροντάκι, τοῦ ζήτησε συγχώρηση καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε γιὰ ὅλα.
Ὅπως ὁμολογοῦν οἱ συγκοινοβιάτες του πατέρες, ἦταν σὲ ὑψηλὰ μέτρα. Εἶχε ἀρχοντιά, εὐαισθησία καὶ πολλὴ λεπτότητα στοὺς λογισμούς του. Γιὰ μία προσβολὴ ἑνὸς λογισμοῦ ἐξωμολογεῖτο καὶ μετανοοῦσε λὲς καὶ εἶχε κάνει ἔγκλημα. Ἦταν ἀβαρὴς στοὺς ἄλλους. Δὲν εἶχε καμμία ἀπαίτηση. Σὲ ὅλα ἔκανε ὑπακοή. Ὅταν τὴν Πρωτοχρονιὰ ἔμπαιναν τὰ διακονήματα καὶ ἐρχόταν ἡ σειρά του, ἔμπαινε μέσα, ἔβαζε μετάνοια καὶ γιὰ ὅ,τι τοῦ ἀνέθεταν, ἔλεγε: -Νᾶναι εὐλογημένο. Τίποτε ἄλλο, οὔτε γκρίνια οὔτε ἀντιλογία ὅτι δὲν μπορεῖ. Ἦταν πάντα ἤρεμος, σιωπηλός, νηπτικός. Εἶχε ἐσωτερικὴ ἐργασία καὶ ἀκατάπαυστη εὐχή. Στὸ κελλί του εἶχε κάνει ἕνα κάθισμα στὰ μέτρα του καὶ ἀγρυπνοῦσε λέγοντας τὴν εὐχή. Εἶχε προσαρμόσει καὶ δύο ἀκουμπιστήρια γιὰ τὸ κεφάλι καὶ κοιμόταν καθήμενος. Στὴν ἀκολουθία στεκόταν ὄρθιος καὶ τραβοῦσε κομποσχοίνι. Βίαζε τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν καθόταν στὸ στασίδι του, γιὰ νὰ μὴν τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Φαινόταν ἡ κόπωσή του ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, γιατὶ καμμία φορά, ἐνῶ ἦταν ὄρθιος, τοῦ ἔπεφτε τὸ κομποσχοίνι. Ἦταν πανύψηλος καὶ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν μέση του.
Ὁ γερω-Μητροφάνης ἦταν ἄνθρωπος τῆς εὐχῆς καὶ τὴν περιφρουροῦσε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.. Δὲν καθόταν ποτὲ νὰ ἀργολογήσει μὲ κανέναν. Οὔτε μιλοῦσε ποτὲ γιὰ πνευματικά, ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς πατέρες. Μόνον ἔλεγε γενικά: -Μπῆκε νωρὶς ἡ ἄνοιξη φέτος, ἤ: -Ἔβρεξε σήμερα. Δύο λέξεις καὶ μετὰ ἀπομακρυνόταν μὲ τρόπο, πήγαινε παράμερα μόνος καὶ ἔκανε κομποσχοίνι λέγοντας τὴν εὐχή.
Στὶς παγκοινιὲς βοηθοῦσε σιωπηλά, χωρὶς νὰ σταματᾶ τὴν εὐχή. Ἂν ἄκουγε νεώτερους μοναχοὺς νὰ ἀργολογοῦν, ἔλεγε γενικὰ καὶ ἀόριστα, χωρὶς νὰ προσέχει κάποιον: -Τὴν εὐχή, πατέρες, τὴν εὐχή. Ἄλλες φορές, ὅταν ξεχνιοῦνταν τὰ νέα καλογέρια, καὶ δὲν ἔλεγαν τὴν εὐχή, ἔλεγε διακριτικὰ ἐκφώνως ὁ ἴδιος μία φορὰ τὴν εὐχὴ γιὰ ὑπόμνηση.
Ῥωτοῦσε τὸν παπα-Ἄνθιμο:
-Πῶς πάμε, πάτερ Ἄνθιμε, μὲ τὴν εὐχή; Ἐργάζεσθε τὴν εὐχή.
-Ναί, κάνω τὸν κανόνα μου, προσπαθῶ.
-Εὐλογημένε, ἄλλο κανόνας καὶ ἄλλο αὐτό.
Μία φορά, τὸν ῥώτησε ἕνας νεαρὸς παράδελφός του γιὰ τὴν εὐχή. –Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπὸ αὐτά, εἶπε. Ὁ νέος καλόγερος ἀνέφερε στὸν Ἡγούμενο γιὰ τὴν ἀπάντησή του καὶ ὁ Ἡγούμενος τοῦ εἶπε νὰ πῆ ὅτι ἔχει εὐλογία ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο. Ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ γερω-Μητροφάνης, τοῦ μίλησε. Τοῦ εἶπε γιὰ τὴν κυκλικὴ εὐχή, ὅπως τὴν καταλάβαινε ὁ ἴδιος καὶ τὴν ἐφάρμοζε. Ἐπίσης τοῦ εἶπε ὅτι μέσα στὴν ἀκολουθία ἀκούει καὶ τὴν ψαλμωδία στιγμές-στιγμές, ἀλλὰ ἡ κύρια προσοχή του εἶναι στὴν εὐχή. Γενικά, ἔλεγε τὴν εὐχὴ ὅλο τὸ ἡμερονύχτιο, ἀκόμη καὶ στὸν ὕπνο του, ἀσταμάτητα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τράπεζα. Στὴν τράπεζα δὲν μποροῦσε καὶ τὸ εἶχε καημὸ καὶ παραπονο. –Τὶ νὰ ‘ναι αὐτό, ἔλεγε.
Δὲν γνωρίζουμε ἂν κάποιος τοῦ εἶχε διδάξει τὴν εὐχή. Ὅμως ἦταν πολὺ πειθαρχημένο ἄτομο καὶ ὅ,τι τὸν ὠφελοῦσε τὸ ἔπιανε μὲ πολλὴ ζέση· ἀπέφευγε ὁ,τιδήποτε ἀντίθετο. Ἔτσι μὲ τὴν ἐπιμονή του στὴν εὐχή, ὁ Θεὸς τοῦ δίδαξε τὴν εὐχὴ καὶ ἔφθασε στὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε.
Εἶχε πολλὴ ταπείνωση. Τὸν ῥώτησε κάποιος: -Γιατί δὲν πῆγες στὴν ἡσυχία ἀφοῦ σοῦ ἀρέσει ἡ εὐχή; -Αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς δυνατούς!  Δὲν εἶναι γιὰ μένα, ἀπάντησε.
Καὶ ὅμως, ὁ γερω-Μητροφάνης κατόρθωσε τὸν μέγα ἄθλο, νὰ ζήσει ἡσυχαστικὰ μέσα στὸ κοινόβιο. Ἠσυχαστῆς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ μένει στὴν ἔρημο, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ κάνει τὰ ἔργα τῆς ἡσυχίας. -Ἡσυχαστής ἐστιν, ὁ τὸ ἀσώματον ἐν σωματικῷ οἴκῳ περιορίζειν φιλονεικῶν, τὸ παραδοξότατον (Κλῖμαξ ΚΖ (Α΄) ε΄). Ὅποιος κρατᾶ σιωπή, καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει νοερὰ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, αὐτὸ εἶναι τὸ περιεκτικὸ ἔργο τῆς ἡσυχίας, ἡ παραμονὴ τῆς προσευχῆς. Καὶ ὁ γερω-Μητροφάνης κατόρθωσε αὐτὰ τὰ ὑψηλὰ νηπτικὰ ἐπιτεύγματα πυκτεύοντας μέσα σὲ πολυάνθρωπο Κοινόβιο.
Ἕνας φοιτητὴς στρατιωτικὴς σχολῆς ποὺ ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου, διηγήθηκε: -Τὸ βράδυ σηκώθηκα νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Στὸν διάδρομο εἶδα τὸν γερω-Μητροφάνη ἀπὸ μακρυά, ἀπέναντί μου, καὶ φαινόταν ὅτι κάτι ψιθύριζε. Τότε αἰσθάνθηκα ὅτι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του μία εὐωδία ποὺ ἁπλώθηκε σὲ ὅλο τὸν διάδρομο καὶ γέμισα ἀπὸ εἰρήνη καὶ γαλήνη. Ὁ γερω-Μητροφάνης ἔστριψε καὶ ἀνέβηκε τὴν σκάλα καὶ ἐγὼ πῆγα στὶς τουαλέτες. Αὐτὴ ἡ εὐωδία καὶ ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ γαλήνη συνεχίστηκαν ἀκόμη καὶ στὶς τουαλέτες. Ὅλος ὁ διάδρομος εἶχε γεμίσει ἀπὸ τὴν εὐωδία!  

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Εορτή της Αγίας και Οσιομάρτυρος Ανυσίας εκ Θεσσαλονίκης



Η Αγία Ανυσία, έζησε επι αυτοκρατορίας Διοκλητιανού 298 μ.Χ. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν θυγατέρα γονέων ευσεβών και πολύ πλουσίων. Όταν πέθαναν οι γονείς της, η Αγία Ανυσία στάθηκε κυρία του εαυτού της. Ούτε τα πλούτη που κληρονόμησε τη μέθυσαν, ούτε η ορφάνια της την παρέσυρε. Αλλά με φρόνηση και εγκράτεια, προσπαθούσε πάντα να μαθαίνει «τι εστίν ευάρεστον τω Κυρίω».
Τι δηλαδή, είναι ευχάριστο και ευπρόσδεκτο στον Κύριο. Η ευσέβειά της αυτή, την έκανε γνωστή στους ειδωλολάτρες. Μια φορά λοιπόν, ενώ πήγαινε στην Εκκλησία, τη συνάντησε κάποιος ειδωλολάτρης στρατιώτης.
Αφού την έπιασε βίαια, την έσυρε στους βωμούς των ειδώλων και την πίεζε να θυσιάσει στους Θεούς.
Η Ανυσία ομολόγησε ότι πιστεύει στον Ένα και Αληθινό Θεό, τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν αγωνίζεται να ευχαριστεί κάθε μέρα. Ο στρατιώτης εξαγριωμένος, άρχισε να βλασφημεί το Θεό και τότε η Αγία τον έφτυσε στο πρόσωπο. Ντροπιασμένος αυτός, έσυρε το σπαθί του και διαπέρασε τα πλευρά της. Έτσι η Αγία Ανυσία, παρέδωσε μαρτυρικά την ψυχή της στον Κύριο.
Απολυτίκιο: Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Οσίως ανύσασα, των αρετών την οδόν, τω Λόγω νενύμφευσαι, ω Ανυσία σεμνή, και χαίρουσα ήθλησας, αίγλη δε απαθείας, λαμπρυνθείσα Μελάνη, ήστραψας εν τω κόσμω, αρετών λαμπηδόνας, και νυν ημίν ιλεούσθε, Χριστόν τον Κύριον.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...