Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Ο Προηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Γέροντας Γεώργιος (†2014) αναφέρεται στον Όσιο Παΐσιο (1ο)

Όσιος Παΐσιος: Ο Πνευματικός πρέπει να είναι έτοιμος να πάει 
και στην κόλαση για τα πνευματικοπαίδια του
Ο Γέρων Παΐσιος δεν έχει ανάγκη από τους ιδικούς μας επαίνους ή την ιδική μας παρουσίασι. Με την Χριστομίμητο αγάπη του ανέπαυσε τον Θεόν και τους ανθρώπους και γι’ αυτό πολύς είναι ο έπαινός του στην Εκκλησία του Θεού.
Είχε το σπάνιο χάρισμα να αναπαύη ανθρώπους κάθε κατηγορίας, κάθε μορφώσεως και κάθε πνευματικής καταστάσεως.

Ενθυμούμαι την περίπτωσι ενός ψυχιάτρου-ψυχαναλυτού που πέρασε από την Μονή μας μετά την συνάντησί του με τον Γέροντα. Όχι μόνο είχε αναπαυθή, αλλά και μου είπε, ότι όσα του είπε ο Γέροντας ήταν η τελευταία λέξις της ψυχιατρικής. Είναι γνωστό ότι ο π. Παΐσιος δεν διάβαζε άλλα βιβλία εκτός από το Ευαγγέλιο και τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο.
Για να αναπαύση μία ψυχή δεν εφείδετο χρόνου και κόπου. Κάποτε είχα την απορία, πως μπόρεσε να θεραπεύση ένα νέο με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Από σεβασμό δεν τον ερωτούσα. Μετά από χρόνια απήντησε στην απορία μου ως εξής: «Όταν κάποιος έχει ένα πρόβλημα, πρέπει να τον ακούς με προσοχή και όση ώρα σου ομιλεί να μη δείξης ότι κουράστηκες, γιατί τα έχασες όλα. Να, εγώ τον τάδε νέο μία ήμερα τον άκουγα ακίνητος επί εννέα ώρες. Γι’ αυτό έπαθαν τα έντερά μου». Δεν ήταν η μόνη περίπτωσις που η θυσιαστική αγάπη του π. Παϊσίου θαυματούργησε.
Άλλη φορά, όταν τον ερώτησα για κάποιο δύσκολο πρόβλημα που ως Πνευματικός συναντούσα στην εξομολόγησι, μου είπε: «Άκουσε πάτερ, όταν κάποιος γίνη Πνευματικός, πρέπει να αποφασίση να πάη στην κόλασι γι’ αυτούς που εξομολογεί. Αλλοιώς να μή γίνεται Πνευματικός. Αλλ’ εγώ σου λέγω ότι εκεί που θα πάη στην κόλασι, θα την κάνη Παράδεισο, γιατί θα έχη την αγάπη». Φοβερός λόγος, που μόνο ένας θεοφόρος άνθρωπος θα μπορούσε να ειπή.
Είναι γνωστό ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια η Παναγία μας εφρόντισε για την επάνδρωσι του Αγίου Όρους. Ο π. Παΐσιος ανήκει στους Γέροντες εκείνους που εβοήθησαν πολλούς νέους να πάρουν την απόφασι να γίνουν μοναχοί. Και ακόμη εβοήθησε πολλούς νέους μοναχούς να ριζώσουν στο Άγιον Όρος και να καρποφορήσουν. Τον νοιώθαμε συμπαραστάτη στον αγώνα μας για την διαποίμανσι των νέων μοναχών μας, αλείπτη πολλών που ηγωνίζοντο κατά του διαβόλου, των παθών και του κόσμου.
Συχνά ο Γέροντας συμβούλευε να έχουμε πνευματική αρχοντιά και φιλότιμο. Αυτές οι αρετές διέκριναν και τον ίδιο, όπως γνωρίζουν όσοι τον είχαν συναναστραφή. Κάποτε που τον επεσκέφθην στο παλαιό του κελλί του Τιμίου Σταυρού, όταν μετά την συνομιλία μας τον εχαιρέτησα, με συνώδευε για αρκετό διάστημα. Μόλις του είπα ότι πρέπει να μή κοπιάζη και να επιστρέψη στο κελλί του, με εχαιρέτησε και ανεχώρησε. Αν δεν του έλεγα να επιστρέψη, θα με συνώδευε ως το Αντιπροσωπείο μας στις Καρυές.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Μορφές του Άθωνα: Πέτρος μοναχός Κατουνακιώτης


Ο κατά κόσμον Γεώργιος Λαγιός γεννήθηκε το έτος 1891 στη Λήμνο. Φαίνεται ότι νέος δε βοηθήθηκε πνευματικά γι' αυτό έπινε και μεθούσε.
Αυτά γράφονται, όπως τα διέσωσαν παλαιοί γνώριμοί του, για να εξηγηθούν και κατανοηθούν κάποιες ιδιαίτερες μοναχικές του ασκήσεις. Αλλά ο καλός Θεός που είδε την καλή του προαίρεση, έδωσε μετάνοια φλογερή στην απλή και σπάνια ψυχή του και ήρθε να μονάσει στο Άγιον Όρος το έτος 1908.
Οι ησυχαστικές του αναζητήσεις και η φήμη του μεγάλου ησυχαστού, παπα-Δανιήλ Αγιοπετρίτου, οδήγησαν τα βήματά του στην πιο απομονωμένη και ησυχαστική περιοχή, στο Κελί που ασκήτευσε ο Άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης, ο πρώτος και μεγαλύτερος Αθωνίτης Ησυχαστής. Υποτάχθηκε στον παπα-Δανιήλ, τον οποίον προσπαθούσε να ακολουθεί στους αγώνες του και να του κάνει καλή υπακοή.
Μετά από παρατεταμένη δοκιμή έγινε μοναχός το έτος 1926 με το όνομα Πέτρος. Έμαθε από τον αγιασμένο Γέροντά του την πρακτική καλογερική και μυήθηκε απ' αυτόν τα μυστικά της ησυχίας, της νήψεως, τους εγκλεισμού και της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, τα οποία κράτησε μέχρι θανάτου.
Αποτέλεσμα εικόνας για μοναχός πετρος αγιον ορος
Βιώνοντας βαθιά τη μετάνοια για τα εν γνώσει και αγνοία αμαρτήματα της νεανικής του ζωής ζήτησε και έλαβε ευλογία από το Γέροντά του επί τρεις μήνες να μην πιεί νερό, για να συγχωρήσει ο Θεός τις οινοποσίες του. Έτρωγε φαγητό και χόρτα βέβαια, αλλά δεν ήπιε νερό επί τρεις μήνες!
Ήταν πρόθυμος και γενναίος στους ασκητικούς αγώνες και με τη μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε έκανε τελεία υπακοή στο Γέροντά του. Η καλή αρχή, το πνευματικό θεμέλιο που έθεσε, προοιμίαζε και τη μετέπειτα φωτεινή πορεία του.
Όταν εκοιμήθη ο παπα-Δανιήλ, περίπου το 1929, για λίγα χρόνια έζησε με τους παραδελφούς του. Κάποιος από αυτούς βγήκε στον κόσμο.
Οι άλλοι απεβίωσαν και φαίνεται ότι δυσκολευόταν μόνος του. Ήρθαν και τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της πείνας˙ έτσι αναγκάστηκε το 1940 να αφήσει το Κελί της μετανοίας του και να πάρει ένα ξηροκάλυβο στη Μικρά Αγία Άννα. Βρίσκεται πάνω από την Καλύβη του Απ. Θωμά, χαμηλότερα από το δρόμο που οδηγεί στα Κατουνάκια και δε φαίνεται γιατί είναι μέσα στο βράχο. Έχει δύο μικρά και χαμηλά κελάκια.
Μία εσωτερική πόρτα οδηγεί στο βράχο όπου υπάρχει μία σπηλιά αρκετά ευρύχωρη με ένα άνοιγμα για φωτισμό. Εδώ απομονωνόταν ο Γέροντας για περισσότερη ησυχία.
Αποτέλεσμα εικόνας για μοναχός πετρος αγιον οροςΑυτό ήταν το πνευματικό του εργαστήριο, η πνευματική του κυψέλη, το "γλυκό Κατούνι του", που γι' αυτόν ήταν επίγειος παράδεισος, αφού γευόταν το μέλι της ησυχίας και το μάννα του ουρανού. Γι' αυτό δεν του έκανε καρδιά να βγαίνει από το καλύβι του, να συναναστρέφεται και να μιλά με άλλους. Ο μικρόσωμος, αγράμματος και φτωχός "Πετράκης" ήταν ησυχαστής σε μεγάλα μέτρα. Είχε την αδιάλειπτη προσευχή, έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως και ζούσε από αυτή τη ζωή παραδεισένιες καταστάσεις.
Διηγήθηκε ο γέρων Γεράσιμος ο Υμνογράφος: "Γνώρισα το γερω-Πέτρο (Πετράκη) τον Κατουνακιώτη. Ήταν όντως άγιος μοναχός. Έκανε πολλή προσευχή και μεγάλη άσκηση. Μια φορά την εβδομάδα μαγείρευε και έτρωγε κάθε μέρα από αυτό.Αποτέλεσμα εικόνας για μοναχός πετρος αγιον ορος
Μια φορά ήρθε στο Κελί μας αλλοιωμένος στη όψη˙ κλαίγοντας μου είπε ότι το βράδυ προσευχόμενος περικυκλώθηκε από λευκό άπλετο φως και γέμισε ευωδία το κελί του. Ο ίδιος αισθάνθηκε ανέκφραστη μακαριότητα, γλυκύτητα και ειρήνη. Δεν γνώριζε αν βρισκόταν στο κελί του. Ρωτούσε να μάθει τι είναι αυτό που του συνέβη. Μου είπε: "Εσύ είσαι μορφωμένος, ξέρεις γράμματα, να μου πεις μήπως είναι πλάνη του Σατανά, μήπως είναι τίποτε κακό;". Όλα όσα μου έλεγε ήταν της χάριτος˙ καθώς τα διηγείτο είχε βγει εκτός εαυτού και σε μια στιγμή ξαφνικά το πρόσωπό του έλαμψε και εγώ τα' χασα. Δε μιλούσα και τον άφησα να λέει. Δεν τον διέκοψα καθόλου. Αποτύπωνα και έλεγχα όσα έλεγε.
Δε διέκρινα κανένα σημείο πλάνης. Ύστερα του είπα να δοξάζει τον Θεόν που αξιώθηκε να δει αυτά, γιατί όλα είναι από τον Θεό και δεν είναι πλάνη. Φεύγοντας με παρακάλεσε να μην τα πω πουθενά και να παρακαλώ το Θεό να τον ελεήσει για να μην πλανηθεί. Ο γερω-Πέτρος ήταν της νοεράς προσευχής. Πολύ ταπεινός και απλός μοναχός".
Φαίνεται πως αυτό το γεγονός του συνέβη τότε για πρώτη φορά, γιατί στη συνέχεια ζούσε πολλές τέτοιες καταστάσεις, όπως απεκάλυψε στο γέροντα Παΐσιο. Έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως, είχε αείρροα δάκρυα που συνόδευαν την αδιάλειπτη προσευχή του και είχε ξεπεράσει τα τυπικά.
Τον ρώτησε κάποιος Γέροντας αν κάνει κανόνα και ακολουθία και απάντησε: "Ούτε κανόνα ούτε ακολουθία κάνω. Μόλις δύσει ο ήλιος τρώγω, κάνω το Απόδειπνο και κοιμάμαι δύο ώρες. Όταν ξυπνήσω, και όταν έχει ήδη νυχτώσει, αρχίζω τα κομποσχοίνια.
Στο δεύτερο-τρίτο κομποσχοίνι έρχονται τα δάκρυα και μέχρι το πρωί δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Το καλοκαίρι αρχίζω την αγρυπνία το βράδυ και όταν βγει ο ήλιος, τότε συνέρχομαι και μπαίνω μέσα". (Πιθανότατα ηρπάζετο σε θεωρία).
Γι ' αυτό ζούσε έγκλειστος και δεν ήθελε να μιλά, "εγκοπήν γλυκύτητος Θεού λαβείν μη βουλόμενος". Για να μη χάσει την επικοινωνία του με τον Θεόν, απέφευγε τις συναναστροφές. "Ο αγαπών την ομιλίαν την μετά του Χριστού αγαπά γενέσθαι μοναστικός". Τον επισκέπτονταν οι πατέρες και χτυπούσαν την εξώπορτα, αυτός όμως άνοιγε λίγο το παραθυράκι και ρωτούσε ποιός είναι και τι θέλει. Αν του πήγαιναν τρόφιμα, τους έλεγε να τα αφήσουν έξω.
Δεν έβγαινε να τα πάρει μέχρι που σάπιζαν. Αυτό το έκανε για να βλέπουν οι πατέρες τα σαπισμένα τρόφιμα και να μην του ξαναφέρουν.
Τον ρώτησε κάποιος γιατί δε βγαίνει. "Άμα βγω έξω, θα πούμε λόγια περίσσια", απάντησε. Ήταν ακτήμων. Μια-δυο φορές το χρόνο έβγαινε για να δώσει το εργόχειρό του, τα κομποσχοίνια, και να προμηθευτεί το παξιμάδι του.
Έκανε κάθε μέρα ενάτη και λάδι δεν έτρωγε σχεδόν όλο το χρόνο. Η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάι με παξιμάδι. Έκανε και έκτακτα τριήμερα.
Έλεγε στον παπα-Διονύσιο τον Μικραγιαννανίτη όταν ήταν νέο καλογέρι: "Για να μείνεις στην έρημο, θα πρέπει να είσαι καλός μάγειρας. Θα μαγειρεύεις φασόλια την Κυριακή και θα τρως μέχρι την Τρίτη.
Την Τετάρτη θα βάλεις λίγο νεράκι και θα τα βράζεις, την Πέμπτη θα βάλεις λίγη ντοματούλα, την Παρασκευή λίγο αλατάκι και νερό, το Σάββατο θα βάλεις και λίγο χυλό από αλεύρι, και την Κυριακή άλλο φαγητό. Έτσι με ένα φαγητό περνάς όλη την εβδομάδα".
Κάποτε είχε χιονίσει και τον έβλεπε ο παπα-Διονύσιος από απέναντι να πηγαινοέρχεται ξυπόλυτος πάνω στο χιόνι. Ύστερα τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, και του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σαρκικό πόλεμο και βγήκε ξυπόλυτος στο χιόνι για να πολεμήσει την πύρωση.
Ο γερω-Πέτρος είχε χάρισμα να βλέπει πράγματα που θα συνέβαιναν μελλοντικά. Κάποια μέρα πήρε πληροφορία και πήγε στον τότε Γέροντα της Καλύβης του Αγίου Χαραλάμπους στη Νέα Σκήτη και του είπε: "Γέροντα, έρχεται ο λύκος να φάει το προβατάκι σου, το ξέρεις; Το καλογέρι σου δεν πάει καλά. Το παρακολουθείς; Πρόσεξέ το, γιατί θα φύγει και θα πετάξει".
Όντως το καλογέρι ήταν πνιγμένο στους λογισμούς και σχεδίαζε να φύγει. Ο γερω-Πέτρος από τη Μικρά Αγία Άννα το έβλεπε αλλά δυστυχώς παρά την προσπάθεια του Γέροντά του έφυγε στον κόσμο και παντρεύτηκε.
Ζούσε τελείως απερίσπαστα. Ανέβαινε τα καλοκαίρια στον Άθωνα με την πρόφαση να μαζεύει τσάι, αλλά στην πραγματικότητα ησύχαζε και επεδίδετο στη νοερά και αδιάλειπτη προσευχή, και στη θεωρία. Δεν είχε πολλές επικοινωνίες.
Προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, γι' αυτό δε διασώζονται πολλά στοιχεία από τη ζωή του. Αλλά, όπως λένε οι Άγιοι Πατέρες, αρκεί πολλές φορές και ένας λόγος, για να φανερώσει όλη την πνευματική κατάσταση και την εσωτερική εργασία του μοναχού. Αν δοκιμάσει κανείς ένα ρακοπότηρο κρασί καταλαβαίνει όλη την ποιότητα του κρασιού ενός μεγάλου βαρελιού.
Και ο γερω-Πέτρος, απ' τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν, φαίνεται ότι ήταν προχωρημένος στην ευχή. Ήταν μοναχός της ευχής, της εσωτερικής εργασίας. Μοναχός βιαστής, πραγματικός ασκητής που συνδύαζε πράξη και θεωρία.
Όλοι οι πατέρες που τον γνώρισαν εκφράζονται γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. "Ήταν ο καλύτερος της περιοχής", "πραγματικός μοναχός", "αγιότατο Γεροντάκι".
Και ο γερω-Παΐσιος έλεγε ότι απ' όσους ασκητές γνώρισε ο γερω-Πέτρος ήταν σε ανώτερα μέτρα, γι' αυτό ήθελε να γίνει υποτακτικός του.
Ο παπα-Ευφραίμ ο Κατουνακιώτης είχε πολλή ευλάβεια στο γερω-Πέτρο και είπε γι' αυτόν: "Σου άφηνε μια γλυκύτητα μέσα σου, όταν τον συναντούσες και σε μιλούσε αυτός ο άνθρωπος. Ποτέ δε φάνηκε σε αγρυπνίες και ποτέ δεν προξένησε σκάνδαλο. Μια ζωή στο Άγιον Όρος και να είναι ειρηνικός με όλους, μεγάλο κατόρθωμα".
Ο γερω-Πέτρος, όταν συναντούσε Πατέρες στο δρόμο, δεν έλεγε τον καθιερωμένο χαιρετισμό "ευλογείτε", αλλά το εξής βαθυστόχαστο: "Πατέρες, φεύγουμε" (δηλαδή πεθαίνουμε).
Είχε μεγάλη λεπτότητα. Απέφευγε να διανυκτερεύει σε Κελιά, για να μην επιβαρύνει τους πατέρες, αλλά και για να μη χάνει ο ίδιος την ησυχία του και παραβαίνει το τυπικό του. Μια φορά ο γερω-Ιωακείμ ο Καρυώτης από τη Βατοπεδινή Καλύβη της Αναλήψεως τον πίεσε να διανυκτερεύσει στο Κελί του, αλλά δε δέχθηκε. Ξεκίνησε με τα πόδια για τη Δάφνη. Στο δρόμο νύχτωσε, άρχισε να βρέχει και διανυκτέρευσε σε μια κουφάλα καστανιάς.
Όταν προαισθάνθηκε ότι πλησιάζει η κοίμησή του, έφυγε από το Κελάκι του στη Μικρά Αγία Άννα και πήγε στη μετάνοιά του, στον Άγιο Πέτρο, ν ' αφήσει τα κόκαλά του εκεί, όπου ξεκίνησε την καλογερική του. Έζησε εκεί μερικούς μήνες και εκοιμήθη το έτος 1958 την ημέρα της μνήμης του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου του οποίου είχε το όνομα και προς τιμήν του οποίου ετιμάτο ο ναός της Καλύβης. Όταν εκοιμήθη, τα μόνα πράγματα που βρέθηκαν στο κελί του ήταν λίγο παξιμάδι σ' ένα καλάθι και μισό μπουκάλι λάδι για το καντήλι. Ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα είχε.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου

– Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν.


– Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν.
«Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιό λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».
– Αυτό δεν είναι σωστό!
Είναι σαν να λέη ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ,
γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέση, θα πάθη αιμορραγία και θα πεθάνη.
Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα. Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνώμαστε, με τον λογισμό ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἀρρώστου καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ...Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου

-Γέροντα, ἄν κάποιος ἔχη μιά βαρειὰ ἀρρώστια καὶ ἀποφασίση νὰ ἀφεθῆ στὸν Θεό, θὰ κάνη καλά;
-Ἅμα δὲν ἔχη ὑποχρεώσεις, ὅ,τι θέλει κάνει. Ἅμα ὅμως ἔχη ὑποχρεώσεις, αὐτὸ θὰ ἐξαρτηθῆ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐγὼ πῆγα στὸν γιατρό «ἄκων καὶ μὴ βουλόμενος»....
Ἄν δὲν πήγαινα γιὰ ἐκείνη τὴν «ἁπλὴ ἐξέταση» ποὺ εἶπε ὁ γιατρός, θὰ ἔκλεινε τελείως τὸ ἔντερο. Ὁπότε θὰ ἔπινα μόνο λίγο ὑγρὰ καὶ μετὰ πάει, θὰ τελείωναν ὅλα. «Μιὰ ἁπλὴ ἐξέταση», μοῦ εἶπε, καὶ μπῆκα σὲ ἕναν τέτοιο κύκλο...
Ἀξονικὲς ἀπὸ ἐδῶ, καρδιολόγος ἀπὸ ἐκεῖ, τώρα τὰ λευκὰ αἱμοσφαίρια κατέβηκαν, τώρα ἀνέβηκαν, κοψίματα, μπαλώματα.... Καὶ τελικὰ τί βγῆκε; Ὅπως πάω, θὰ καθήσω ἐδῶ....


Συνήθως λέμε: «Οἱ ἄρρωστοι πρῶτα νὰ φροντίσουν νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως καὶ σὲ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως θὰ βοηθήση ὁ Θεός». Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως οἱ ἄνθρωποι ποὺ πάσχουν ἀπὸ κάποια βαρειὰ ἀρρώστια, περνοῦν μεγάλη ταλαιπωρία, ὁλόκληρο μαρτύριο.

Πρέπει νὰ κάνουν ἕνα σωρὸ ἐξετάσεις, ἐγχειρήσεις, μεταγγίσεις, χημειοθεραπεῖες, ἀκτινοβολίες. Τρυπήματα γιὰ τὶς μεταγγίσεις, τρυπήματα γιὰ τοὺς ὀρούς..... Νὰ σπάζουν φλέβες, νὰ τοὺς βάζουν τὴν τροφὴ ἀπὸ τὴν μύτη, νὰ μὴν μποροῦν νὰ κοιμηθοῦν.... Καὶ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀνθρωπίνως. Κατάλαβες; Δὲν εἶναι κάτι ἁπλό, πρόκειται λ.χ. γιὰ μιὰ πληγὴ ποὺ μάζεψε πύον καὶ πρέπει νὰ σπάση, γιὰ νὰ βγῆ τὸ πύον, καὶ μετὰ θὰ γίνουν καλά.
Ἐδῶ τοῦτα εἶναι ὁλόκληρη διαδικασία. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναπαυώμαστε καὶ νὰ λέμε «ἐντάξει, αὐτὸς ὁ ἄρρωστος ἔπεσε σὲ καλοὺς γιατρούς», ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ὁ ἄρρωστος ἰατρικά, πρέπει νὰ περάση μιὰ ὁλόκληρη ταλαιπωρία καὶ νὰ προσεύχεται μὲ πόνο νὰ τοῦ δίνη ὁ Χριστὸς ὑπομονή. Νὰ φωτίζη τούς γιατρούς, γιατὶ οἱ γιατροί μπορεῖ νὰ κάνουν λάθη, ἰδίως ἄν δὲν ἔχουν ταπείνωση.

Βλέπεις, ὅταν χαλάση τὸ σπίτι, ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ. Ἔτσι καὶ ὁ νοικύρης τοῦ σώματος, ἡ ψυχή, δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ, ἄν χαλάση τὸ σπίτι της, τὸ σῶμα. Καὶ τώρα προσπαθοῦν νὰ κρατήσουν τὸν νοικοκύρη μέσα στὸ σπίτι μὲ τὸ σίδηρο, μὲ τὸ ....ἀτσάλι, μὲ βιταμίνες Α,Β,C...., νὰ βοηθήσουν δηλαδὴ τοὺς ἀρρώστους μὲ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ δὲν βοηθιοῦνται ὅλοι καί, μὲ τὴν βοήθεια ποὺ τοὺς προσφέρουν, ἁπλῶς παρατείνεται μᾶλλον ὁ πόνος.

Γιατὶ δὲν φθάνει μόνον ἡ ἐπιστήμη. Χρειάζεται καὶ πίστη καὶ προσευχή. Καμμιὰ φορὰ βλέπω καὶ ἐδῶ στὸ μοναστήρι τὶς ἀδελφές ποὺ εἶναι γιατροὶ νὰ θέλουν περισσότερο μὲ τὴν ἐπιστήμη τους νὰ βοηθήσουν τὸν ἄρρωστο παρὰ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν προσευχή. Ἡ καρδιακὴ ὅμως προσευχὴ θὰ τὶς δώση ἀνώτερο ἰατρικὸ πτυχίο, διότι θὰ σταματοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη.

Ὅταν καλλιεργηθῆ ἡ ἀγάπη μὲ τὸν πόνο γενικὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τότε ἐνεργοῦν οἱ θεῖες δυνάμεις, ἀρκεῖ νὰ ὑπαρχη βαθειὰ ταπείνωση στὴν ψυχή, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανευθῆ καὶ ἀδικήση τὸν Θεὸ νομίζοντας ὅτι εἶναι δικές της αὐτὲς οἱ δυνάμεις.

Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ δὲν θεραπεύονται ἀπὸ γιατροὺς νὰ τὰ θεραπεύση, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχη σοβαρὸς λόγος καὶ ὁ πιστὸς νὰ εἶναι πολὺ πιστὸς καὶ πολὺ δοσμένος στὸν Χριστό.

-Δηλαδή, Γέροντα, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν, νὰ μὴ ζητοῦν ἰατρικὴ βοήθεια;
-Δὲν ἐννοῶ αὐτὸ, βρὲ παιδί! Δὲν λέω «μὴν τοῦ βάζης λ.χ. ὀξυγόνο», γιὰ νὰ σκάση ὁ ἄνθρωπος. Θέλω νὰ πῶ, τί τραβάει ὁ ἄρρωστος, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ἀνθρωπίνως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε προσευχὴ νὰ βοηθάη ὁ Χριστὸς τοὺς ἀρρώστους, γιὰ νὰ μὴν ταλαιπωροῦνται. Ἄν κάτι εἶναι σοβαρό, νὰ παρακαλοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ τὸ πάρη μὲ ἕνα χάδι Του.

Γιατὶ ὁ Χριστός, λίγο ἄν χαϊδέψη τοὺς ἀρρώστους στὸ χέρι, φεύγουν ὅλα καὶ γίνονται καλά! Οὔτε φάρμακα χρειάζονται μετὰ οὔτε φαρμάκια. Κι ἄν τοὺς χαϊδέψη στὸ πρόσωπο, εἶναι ἀκόμη καλύτερα. Ἄν τοὺς ἀγκαλίαση κιόλας, θὰ μαλακώση καὶ ἡ καρδιά τους! Καταλάβατε; Χρειάζεται ὅμως μεγάλη πίστη. Ἄν δὲν ἔχη πίστη ο ἴδιος ὁ ἄρρωστος, δὲν γίνεται καλά.

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Απλοποιήστε την ζωή σας! (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης)

Οι κοσμικοί λένε: «Καλότυχοι αυτοί που ζουν στα παλάτια και έχουν όλες τις ευκολίες». Αλλ’ όμως μακάριοι είναι αυτοί που κατόρθωσαν να απλοποιήσουν την ζωή τους και ελευθερώθηκαν από την θηλειά της κοσμικής αυτής εξελίξεως των πολλών ευκολιών, ίσον των πολλών δυσκολιών, και απαλλάχθηκαν από τον φοβερό άγχος της σημερινής εποχής μας. Αν δεν απλοποιήση την ζωή του ο άνθρωπος, βασανίζεται. Ενώ, αν την απλοποιήση, δεν θα έχη αυτό το άγχος.
Ένας Γερμανός μια φορά στο Σινά είπε σε ένα Βεδουϊνάκι που ήταν πανέξυπνο: «Εσύ είσαι έξυπνο, μπορείς να μάθης γράμματα». «Και μετά;» τον ρωτάει εκείνο. «Μετά θα γίνης μηχανικός». «Και μετά;» «Μετά θ’ ανοίξης ένα συνεργείο αυτοκινήτων». «Και μετά;» «Μετά θα το μεγαλώσης». «Και μετά;» «Μετά θα πάρης και άλλους να δουλεύουν και θα έχης πολύ προσωπικό». «Δηλαδή, του λέει, να έχω έναν πονοκέφαλο, να βάλω άλλον έναν πονοκέφαλο και μετά να βάλω και έναν άλλον; Δεν είναι καλύτερα τώρα που έχω ήσυχο το κεφάλι μου;» Ο περισσότερος πονοκέφαλος είναι από αυτές τις σκέψεις, να κάνουμε αυτό, να κάνουμε εκείνο. Αν ήταν πνευματικές οι σκέψεις, θα ένιωθε κανείς πνευματική παρηγοριά και δεν θα είχε πονοκέφαλο.
Τώρα και στους κοσμικούς τονίζω πολύ την απλότητα. Γιατί πολλά από αυτά που κάνουν, δεν χρειάζονται και τους τρώει το άγχος. Τους μιλάω για την λιτότητα και την ασκητικότητα. Συνέχεια φωνάζω: «Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγη το άγχος». Και τα περισσότερα διαζύγια από ‘κει ξεκινούν. Πολλές δουλειές, πολλά πράγματα έχουν να κάνουν οι άνθρωποι και ζαλίζονται. Δουλεύουν και οι δύο, πατέρας και μάνα, αφήνουν και τα παιδιά εγκαταλελειμμένα. Κούραση, νεύρα – μικρό θέμα, μεγάλος καυγάς – αυτόματο διαζύγιο μετά, εκεί φθάνουν. Αν απλοποιούσαν όμως την ζωή τους, θα ήταν και ξεκούραστοι και χαρούμενοι. Αυτό το άγχος είναι καταστροφή!
Μια φορά βρέθηκα σε ένα σπίτι που ήταν όλο πολυτέλεια και, καθώς συζητούσαμε, μου είπαν: «Ζούμε στον Παράδεισο, ενώ άλλοι άνθρωποι στερούνται». «Ζήτε στην κόλαση», τους λέω. «Άφρον, ταύτη τη νυκτί» (Λουκ. 12, 20), είπε ο Θεός στον πλούσιο. Αν ο Χριστός με ρωτούσε: «Πού θέλεις να σε βάλουμε, σε μια φυλακή ή σε ένα σπίτι σαν αυτό;» θα έλεγα: «Σε μια σκοτεινή φυλακή». Γιατί η φυλακή θα με βοηθούσε. Θα μου θύμιζε τον Χριστό, θα μου θύμιζε τους αγίους Μάρτυρες, θα μου θύμιζε τους ασκητές που ήταν στις οπές της γης, θα μου θύμιζε καλογερική. Η φυλακή θα έμοιαζε και λίγο με το κελλί μου και θα χαιρόμουν. Αυτό το δικό σας τι θα μου θύμιζε και σε τι θα με βοηθούσε; Γι’ αυτό οι φυλακές με αναπαύουν καλύτερα όχι μόνον από ένα σαλόνι κοσμικό αλλά και απ’ένα ωραίο κελλί μοναχού. Χίλιες φορές στην φυλακή παρά σε ένα τέτοιο σπίτι”.
Κάποτε που είχα φιλοξενηθή στην Αθήνα σ’ έναν φίλο μου, με παρακάλεσε να δεχθώ έναν οικογενειάρχη πριν φωτίση, γιατί άλλη ώρα δεν ευκαιρούσε. Ήρθε λοιπόν χαρούμενος και συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό. Είχε και πολλή ταπείνωση και απλότητα και με παρακαλούσε να εύχωμαι για την οικογένειά του. Ο αδελφός αυτός ήταν περίπου τριάντα οκτώ ετών και είχε επτά παιδιά. Δυό το ανδρόγυνο και άλλοι δυό οι γονείς του, εν όλω έντεκα ψυχές, και έμεναν όλοι σε ένα δωμάτιο. Μου έλεγε με την απλότητα που είχε: «Όρθιους μας χωράει το δωμάτιο, αλλά, όταν ξαπλώνουμε, δεν μας παίρνει, είναι λίγο στενόχωρα. Δόξα τω Θεώ, τώρα κάναμε ένα υπόστεγο για κουζίνα και βολευτήκαμε. Εμείς έχουμε και στέγη. Πάτερ μου, ενώ είναι άλλοι που μένουν στην ύπαιθρο». Η εργασία του ήταν σιδερωτής. Έμενε στην Αθήνα και έφευγε πριν φωτίση, για να βρεθή εγκαίρως στον Πειραιά όπου εργαζόταν. Από την ορθοστασία και τις πολλές υπερωρίες τα πόδια του είχαν κιρσούς και τον ενοχλούσαν, αλλά η πολλή αγάπη του προς την οικογένειά του τον έκανε να ξεχνάη τους πόνους και τις ενοχλήσεις. Ελεεινολογούσε μάλιστα τον εαυτό του συνέχεια και έλεγε ότι δεν έχει αγάπη, γιατί δεν κάνει καλωσύνες σαν Χριστιανός, και επαινούσε την γυναίκα του ότι εκείνη κάνει καλωσύνες, γιατί εκτός από τα παιδιά και τα πεθερικά της που φρόντιζε, πήγαινε και έπαιρνε τα ρούχα από τους γέρους της γειτονιάς, τα έπλενε, τους συγύριζε και τα σπίτια, τους έφτιαχνε και καμμιά σούπα. Έβλεπε κανείς στο πρόσωπο του καλού αυτού οικογενειάρχη ζωγραφισμένη την θεία Χάρη. Είχε μέσα του τον Χριστό και ήταν γεμάτος χαρά και το δωμάτιό του γεμάτο από παραδεισένια χαρά. Ενώ αυτοί που δεν έχουν μέσα τους τον Χριστό, είναι γεμάτοι από άγχος, και δυό άνθρωποι να είναι, δεν χωράνε μέσα σε έντεκα δωμάτια. Ενώ οι έντεκα αυτοί άνθρωποι με τον Χριστό, χωρούσαν μέσα σ’ ένα δωμάτιο.
Ακόμη και πνευματικοί άνθρωποι, όσους χώρους και να έχουν, βλέπεις να μη χωρούν, γιατί μέσα τους δεν έχει χωρέσει ο Χριστός ολόκληρος. Αν οι γυναίκες που ζούσαν στα Φάρασα έβλεπαν την πολυτέλεια που υπάρχει σήμερα, ακόμη και σε πολλά Μοναστήρια, θα έλεγαν: “Θα ρίξη ο Θεός φωτιά να μας κάψη! Εγκατάλειψη Θεού!” Εκείνες μάζευαν τις δουλειές τάκα-τάκα. Πρωί-πρωί έπρεπε να βγάλουν τα γίδια, μετά να συμμάσουν το σπίτι. Ύστερα πήγαιναν στα εξωκκλήσια ή μαζεύονταν στις σπηλιές, και μια που ήξερε λίγα γράμματα διάβαζε το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας. Μετά δωσ’ του μετάνοιες, έλεγαν και την ευχή. Και δούλευαν, κουράζονταν. Μια γυναίκα έπρεπε να ξέρη να ράβη όλα τα ρούχα του σπιτιού. Και τα έρραβαν με το χέρι. Μηχανές του χεριού λίγες είχαν σε καμμιά πόλη, στα χωριά δεν είχαν. Αν υπήρχε στα Φάρασα όλο και όλο μια μηχανή του χεριού. Έρραβαν ακόμη και του άνδρα τα ρούχα και ήταν πιο άνετα, και τις κάλτες τις έπλεκαν στο χέρι. Είχαν γούστο, μεράκι, αλλά τους περίσσευε και χρόνος, γιατί τα είχαν όλα απλά. Οι Φαρασιώτες δεν κοιτούσαν λεπτομέρειες. Ζούσαν την χαρά της καλογερικής. Και αν, για παράδειγμα, η κουβέρα δεν ήταν καλά στρωμένη και κρεμόταν λίγο από την μια μεριά και έλεγες: “Σιάξε την κουβέρτα”, θα σου έλεγαν: “Σε εμποδίζει στην προσευχή σου;”
Αυτήν την χαρά της καλογερικής οι άνθρωποι σήμερα δεν την γνωρίζουν. Νομίζουν ότι δεν πρέπει να στερηθούν, να ταλαιπωρηθούν. Αν σκέφτονταν οι άνθρωποι λίγο καλογερικά, αν ζούσαν πιο απλά, θα ήταν ήσυχοι. Τώρα βασανίζονται. Άγχος και απελπισία στην ψυχή. “Ο τάδε πέτυχε που έφτιαξε δυο πολυκατοικίες ή που έμαθε πέντε γλώσσες κ.λπ.! Εγώ δεν έχω ούτε ένα διαμέρισμα, δεν ξέρω ούτε μια ξένη γλώσσα. Ωχ, χάθηκα! Έχει κάποιος ένα αυτοκίνητο και αρχίζει: «Ο άλλος έχει καλύτερο. Να πάρω και εγώ». Παίρνει το καλύτερο, ύστερα μαθαίνει ότι άλλοι έχουν αεροπλάνα ατομικά και πάλι βασανίζεται. Τελειωμό δεν έχουν. Ενώ άλλος που δεν έχει αυτοκίνητο, όταν δοξάζη τον Θεό, χαίρεται: «Δόξα τω Θεώ, λέει, ας μην έχω αυτοκίνητο, έχω γερά τα πόδια μου και μπορώ να περπατήσω. Πόσοι άνθρωποι είναι με κομμένα πόδια, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, να βγουν έναν περίπατο, θέλουν έναν άνθρωπο να τους υπηρετή, ενώ εγώ έχω τα πόδια μου!» Κι ένας κουτσός που λέει: «Και άλλοι που δεν έχουν και τα δυό πόδια;» και αυτός χαίρεται.
Η αχαριστία και η απληστία είναι μεγάλο κακό. Ο κυριευμένος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στενοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Μια μέρα ήρθε ένας πλούσιος από την Αθήνα και μου λέει: «Πάτερ, έχασα την επαφή με τα παιδιά μου, έχασα τα παιδιά μου». «Πόσα παιδιά έχεις;» του λέω. «Δύο, μου λέει. Τα μεγάλωσα με το πουλιού το γάλα. Τι ήθελαν και δεν το είχαν! Ακόμη και αυτοκίνητο τα πήρα». Από την συζήτηση βγήκε ότι είχε και αυτός δικό του αυτοκίνητο και η γυναίκα του δικό της και τα παιδιά δικό τους. «Ευλογημένε, του λέω, εσύ, αντί να λύσης τα προβλήματά σου, τα μεγάλωσες. Τώρα θέλεις ένα μεγάλο γκαράζ για τα αυτοκίνητα, έναν μηχανικό να τον πληρώνης τετραπλάσια, για να τα διορθώνης, χώρια που κινδυνεύετε και οι τέσσερις κάθε στιγμή να σκοτωθήτε. Ενώ, αν είχες απλοποιήσει την ζωή σου, θα ήταν ενωμένη η οικογένειά σου, θα καταλάβαινε ο ένας τον άλλο και δεν θα είχες αυτά τα προβλήματα. Δεν φταίνε τα παιδιά σου τώρα, εσύ φταις που δεν φρόντισες να δώσης άλλη αγωγή στα παιδιά σου». Μια οικογένεια τέσσερα αυτοκίνητα, ένα γκαράζ, έναν μηχανικό κ.λπ.! Ας πάη ο άλλος λίγο αργότερα. Όλη αυτή η ευκολία γεννάει δυσκολίες.
Άλλη φορά ήρθε ένας άλλος οικογενειάρχης στο Καλύβι -ήταν πέντε άτομα η οικογένειά του- και μου λέει: «Πάτερ, έχουμε ένα αυτοκίνητο και σκέφτομαι να πάρουμε άλλα δύο. Θα μας διευκολύνη». «Και πόσο θα σας δυσκολέψη το σκέφτηκες; του λέω. Το ένα το βάζεις εκεί σε μια τρύπα, τα τρία πού θα τα βάλης; Θα θέλης ένα γκαράζ και μια αποθήκη για καύσιμα. Θα διατρέχετε τρεις κινδύνους. Καλύτερα να έχετε ένα και να περιορίσετε τις εξόδους σας. Θα έχετε χρόνο να δήτε τα παιδιά σας. Θα έχετε την ηρεμία σας. Η απλοποίηση είναι το παν». «Δεν το σκέφθηκα αυτό», μου λέει.
- Γέροντα, μας είπε κάποιος ότι δυό φορές δεν μπορούσε να σταματήση τον συναγερμό του αυτοκινήτου. Την μια φορά, γιατί είχε μπη μια μύγα, και την άλλη, γιατί είχε μη ο ίδιος αντικανονικά στο αυτοκίνητο.
- Μαρτυρική είναι η ζωή τους, γιατί δεν απλοποιούν τα πράγματα… Οι περισσότερες ευκολίες δυσκολίες προξενούν. Οι κοσμικοί πνίγονται από τα πολλά. Έχουν γεμίσει ευκολίες-ευκολίες και έκαναν την ζωή τους δύσκολη. Αν δεν απλοποιήση κανείς τα πράγματα, μια ευκολία γεννάει ένα σωρό δυσκολίες.
Όταν ήμασταν μικρά, κόβαμε το καρούλι στις άκρες, βάζαμε μια σφήνα μέσα και κάναμε ένα ωραίο παιχνίδι και χαιρόμασταν μ’ αυτό. Τα μικρά παιδιά χαίρονται με ένα αυτοκινητάκι πιο πολύ από ό,τι ο πατέρας τους, όταν αγοράζη μερσεντές. Αν ρωτήσης ένα κοριτσάκι: «Τι θέλεις, ένα κουκλάκι ή μια πολυκατοικία;» να δης, θα σου πη: «Ένα κουκλάκι». Και τελικά τα μικρά παιδιά γνωρίζουν την ματαιότητα του κόσμου.
- Γέροντα, τι βοηθάει περισσότερο, για να καταλάβη κανείς αυτήν την χαρά της λιτότητος;
- Να συλλάβη κανείς το βαθύτερο νόημα της ζωής. «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού…» (Ματθ. 6, 33). Από εκεί ξεκινά η απλότητα και κάθε σωστή αντιμετώπιση.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΛΟΓΟΙ Α’ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ»)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...