Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

O ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΕΧΕΙ ΦΘΗΝΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ

15 - Γέροντα, γιατί οι άνθρωποι καταφεύγουν για κάποιο πρόβλημά τους συχνά σε πλανεμένους;

- Γιατί ο διάβολος έχει φθηνά χαρίσματα και τα παίρνουν εύκολα. Αυτά τους λένε να κάνουν , δεν είναι δύσκολα και τους αναπαύουν  στα πάθη τους. Αντί να μετανοήσουν για τις αμαρτίες που κάνουν ως άνθρωποι και να πάνε σε έναν πνευματικό να  εξομολογηθούν , βρίσκουν κάτι πλανεμένους, δηλαδή τον διάβολο, και ζητούν από εκείνον να τους λύση το πρόβλημά τους. Ύστερα βασανίζονται και δεν καταλαβαίνουν ότι τους έχει δέσει ο διάβολος και τους κάνει κουμάντο.


- Και πως τους  πιστεύουν ,Γέροντα;

- Είναι ζαλισμένοι οι άνθρωποι. Πόσοι λένε ότι οδηγούν τους ανθρώπους στον σωστό δρόμο, ενώ κουβαλούν στον ώμο τους ένα τσουβάλι και έχουν κρυμμένο μέσα τους τον διάβολο! Ο  Καλός Θεός όμως δεν τον αφήνει να κρυφθή τελείως. Καμμιά φορά βγάζει ο διάβολος κάποιο κέρατο ή την ουρά του , τα βλέπουν οι άνθρωποι και φωνάζουν τρομαγμένοι : «Τι είναι αυτό; Κέρατο; Ουρά;» . «Όχι, τι λέτε; Μελιτζάνα είναι!», τους λένε εκείνοι, για να τους εξαπατήσουν και να παρουσιάσουν διαβολικά πράγματα για καλά και ωφέλιμα.

Κι εδώ μια μέρα ήρθε κάποιος με μια συντροφιά που ήταν πλανεμένος. Είχε μαζί του καμμιά δεκαριά άτομα και έκανε τον Γέροντα. Τους ρωτάω: «Ανήκετε σε καμμιά οργάνωση;» . Δεν απαντούσαν. «Έχετε κανέναν πνευματικό;» . Τίποτε. Άρχισαν , έβαζαν μετάνοιες. Τους έφερε εδώ, για να τους πλανάη . Να λέη μετά: «Πήγαμε και στον πατέρα Παϊσιο και συμφωνεί μαζί μας» ! Κατάλαβες; Δεν έπρεπε να τον δω, γιατί το εκμεταλλεύεται μετά. Φαινόταν ύποπτος εκείνος. Οι οπαδοί του φαίνονταν παρασυρμένοι. Οι καημένοι έπεσαν κάτω, γονατιστοί.

- Τους είπατε τίποτε, Γέροντα;

- Τους είπα, αλλά ο πονηρός, όταν φεύγουν από‘ δω τους λέει άλλα. Από‘ δω –από ‘ κει τους πάει , και τους φέρνη πάλι στον δρόμο του.

- Πώς θα προφυλαχθή ,Γέροντα, κανείς από τους πλανεμένους;

- Μένοντας μέσα στην μάνδρα της Εκκλησίας μας. Βέβαια, αν κάποιος ακολουθήση από άγνοια έναν πλανεμένο, δεν θα τον αφήση ο Θεός. Θα τον βοηθήση να καταλάβη το λάθος του και να επιστρέψη στην αλήθεια.

αγιον ορος agion oros ανθρωποι μοναχοι 2009 2011

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Γέρων Δημήτριος Γκαγκαστάθης.(+29 Ιανουαρίου 1975)

gagastathis
Γεννήθηκε στις αρχές του αιώνος μας, και συγκεκριμένα γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Πλάτανος, όπου αργότερα, επί 42 συναπτά έτη, εχρημάτισε ο καλός ποιμήν των λογικών προβάτων. Εκοιμήθη το 1975, στις 29 Ιανουαρίου εν ειρήνη.Πρόκειται για μια οσιακή μορφή, καίτοι έζησε ως έγγαμος στον κόσμο. Υπήρξε προικισμένος με πολλά χαρίσματα, με πολλή επιμέλεια, καθαρότητα συνειδήσεως, άλαλο πίστη, βαθειά ταπείνωση και με πληρότητα αγάπης στο Θεό και τον πλησίον.
O Πλάτανος  είναι μια μικρή κωμόπολη, ένα μεγάλο χωριό, 15 χιλιόμετρα δεξιά από την πόλη των Τρικάλων, στη Θεσσαλία. Ο πατήρ Δημήτριος είχε σημεία θαυμαστά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Κι αυτά που παρέλαβε από το Θεό τα καλλιέργησε με φιλότιμο, τα αύξησε και πάντοτε ταπεινά και για τη δόξα του Θεού και μόνον.
Όταν ο Θεός βρει τέτοια σκεύη τα αξιοποιεί, τα πλουτίζει και χαριτώνεται η ζωή τους και κοντά σ’ αυτούς και όσοι πλησιάζουν σ’ αυτές τις πνευματικές θερμάστρες, σ’ αυτά τα λιμάνια.
Ο παπα-Δημήτρης δεν έτυχε σπουδών. Με δυσκολίες ετελείωσε το δημοτικό στο χωριό του. Ήταν βοσκός προβάτων. Όπου κι αν βρισκόταν είχε μνήμη Θεού, μνήμη θανάτου και έκλεινε τα πρόβατα στη στάνη και πήγαινε με δάκρυα και εκκλησιαζόταν. Όταν αυτό δεν μπορούσε να το κάνει, γονάτιζε εκεί που ήταν στα βουνά και έκλαιγε, ζητώντας το έλεος του Θεού, διότι βρισκόταν μακράν του οίκου του Θεού. Διάβαζε με πολλή κατάνυξη βίους αγίων και τους αισθανόταν φύλακες, ευεργέτες και προστάτες. Είχε αίσθηση ζώσα της παρουσίας των. Τους κρατούσε κοντά του η καθαρότης του βίου του. Και όπως ετόνιζε η εργασία φέρνει την αξία. Αισθανόταν πώς θα πρέπει να τον προστατεύουν οι άγιοι και δεν έκανε τίποτε εάν δεν ξεκινούσε από το Θεό κι εάν δεν κατέληγε στο Θεό. Δηλαδή, αν έφευγε το πρωί για να φυλάξει τα πρόβατα, θα περνούσε πρώτα από τους Ταξιάρχες, ένα ναό του 1600, κατανυκτικό, με τοιχογραφίες, που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Εκεί, έμαθε για το Θεό και από την ευλαβέστατη γιαγιά του και τους ευσεβείς γονείς του τα ιερά γράμματα και του Θεού τα πράγματα. Έλεγε: «να με προστατεύετε, να με φυλάξετε, να γυρίσω και πάλιν στον οίκο σας, να σας πω το ευχαριστώ». Πρώτα στον οίκο του Θεού και μετά στις δουλειές και πάλιν στον οίκο του Θεού και μετά στο σπίτι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα της ζωής του.
Η ζωή του ήταν Ευχαριστιακή. Όπου κι αν ήταν είχε αναφορά στο Θεό. Στο χωράφι και παντού, στο βουνό, έψαλλε και ευχαριστούσε αδιαλείπτως. Εύρισκε το απερίγραπτο, τη χαρά του Θεού, την ευλογία Κυρίου. Ερχόταν, δηλαδή, στην μακαριά κατάνυξη, στο χαροποιό πένθος, για το οποίο ομιλούν οι Πατέρες. Φυσικά, ο Γέροντας είχε δικό του τρόπο με τον οποίο βίωνε τα του Θεού. Εμείς είμαστε αμέτοχοι αυτών των καταστάσεων και πολλές φορές ούτε καν τα πιάνουμε, σαν νάναι μια ξένη γλώσσα. Θ’ αναφέρω ένα περιστατικό που δείχνει ότι τον είχε κατά κάποιο τρόπο εκλέξει ο Θεός για την ιερή του πορεία και την ευλογημένη αποστολή του. Με συνέπεια ευαρέστησε το Θεό. Και τούτο με την άμεμπτο και καθαρή κατά Χριστό πολιτεία του.
Ένα βράδυ ενώ αναπαυόταν στο φτωχό σπίτι του ήρθε ένας γέροντας και τον ξύπνησε, λέγοντας του: «σήκω παιδί μου γρήγορα, το σπίτι θα πέσει». Ξανά, δεύτερη φορά, τον ξύπνησε. Και στο τέλος, τον ξύπνησε κανονικά. Βγαίνουν από το σπίτι και αμέσως το σπίτι έπεσε! Ο γέροντας ήταν ο άγιος Νικόλαος. Είχαν στο χωριό ναό αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Αυτός ήρθε και τον προστάτευσε.Μόλις βγήκε ο παπα-Δημήτρης, αμέσως το σπίτι κατέρρευσε.
Ούτε τρίχα δεν πέφτει από τον άνθρωπο που τον προστατεύει ο Θεός. Κι’ όταν επιτρέψει κάτι για να φανεί η πίστη του, η υπομονή του, το μεγαλείο της αρετής του, θα του δώσει και τα μέσα να το ξεπεράσει: την υπομονή, την μακροθυμία, την αγάπη, τα πνευματικά όπλα, που οι Γέροντες έχουν σε πλεονασμό και έτσι ξεπερνούν και την μεγαλύτερα δοκιμασία και θλίψη. Παρέλειψα να πω ότι ο παπα-Δημήτρης νυμφεύθηκε την Ελισάβετ και απέκτησε εννέα θυγατέρες.
Κι όταν ήρθε η ώρα να πάει στο στρατό επήγε στους Ταξιάρχες, προσκύνησε και έκανε συμφωνητικό λέγοντας: «σας ζητώ μια χάρη. Εγώ σας υπηρετώ από μικρό παιδί. Καθαρίζω καντήλια, κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να με φέρετε πίσω χωρίς να με αγγίξει κανένα κακό. Είστε υποχρεωμένοι. Ζητώ κι’ εγώ ένα ρουσφέτι».
Επήγε στη Μικρά Ασία. Σε όλους τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, τον έσωζαν. Έλεγε: «στη Σμύρνη σφάζουν, κάνουν, εμένα έρχονται, μου δίνουν ένα άλογο και μου λένε: φύγε στον Τζεσμέ. Βρίσκομαι στο τάδε μέρος με τρεις άλλους” σκοτώνονται δύο από 150 ιππείς. Εμένα μου λένε, μη φοβάσαι, εμείς είμαστε μαζί σου. Θα πας εννιά παρά τέταρτο στο τάδε μέρος να προλάβεις το τελευταίο πλοίο για να πας για τη Χίο. Κι όπως είπαν, ούτε ένα μπάτσο από πουθενά».
Αργότερα πέρασε ισχυρές δοκιμασίες, στην εποχή του εμφυλίου πολέμου, επειδή αυτός μιλούσε για Χριστό, πατρίδα, οικογένεια, τον έβαλαν στο στόχαστρο, τον απείλησαν, τον αποκήρυξαν και πολλές φορές αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν και όλο σωζόταν.
Αναφέρω, μια από τις πολλές θαυμαστές περιπτώσεις. Είναι όλα καταγραμμένα στο ημερολόγιο που κρατούσε από μικρό παιδί, το οποίο μας έδωσε σε χειρόγραφα χαριτωμένα, απέριττα, αλλά με μεγαλείο ψυχής και ηρωικό φρόνημα: «Ήρθα, λέει, Κυριακή πρωί. Μόλις πρόλαβα και βγήκα από την εκκλησία. Ήταν 10 ιππείς και μαζί με τον αρχηγό τους 11 και με κυνηγούσαν στον κάμπο. Οι χωρικοί από την μια πλευρά έβλεπαν το θέαμα και οι απέναντι, από το άλλο χωριό, βγήκαν από την εκκλησία, κι’ έβλεπαν επίσης το θέαμα.Με έβριζαν ελεεινά και τρισάθλια. Δεν μπορώ να πω. Τραγόπαπα και άλλα ελεεινά κλπ., και πυροβολούσαν με τα στην συνέχεια. Οι σφαίρες με τρυπάνε τα ράσα, δεν με τσίμπαγε καμιά. Σαν με φτάσαν στα 50 μέτρα και με περικύκλωσαν, τότε γονάτισα. Σήκωσα τα χέρια στον ουρανό και φώναξα από το βάθος της ψυχής μου. Μιχαήλ αρχιστράτηγε, κινδυνεύω, βοηθήσατε με. Αυτοστιγμεί και οι 11 έγιναν κόκκαλο και άγαλμα. Ο αρχηγός πέφτει από το ζώο κάτω, σπάζει η σπονδυλική του στήλη και αφού είδα εγώ ότι είναι ακίνητοι, ευχαρίστησα το Θεό, τους Ταξιάρχας και τους είπα: να μετανοήσετε, να γίνετε καλοί άνθρωποι, να λέγετε την αλήθεια, νάχετε το Θεό βοήθεια και αφού τους ευλόγησα -χωρίς να με πειράξουν- πήγα απέναντι, όπου περίμενε το χωριό και μπήκα με όλο το λαό μέσα στην εκκλησία και δώσαμε δόξα στο Θεό που έκανε σήμερα θαύμα».
Όλη η ζωή του ήταν μέσα σε τέτοια γεγονότα χωρίς να έχει καθόλου ιδέα για τον εαυτό του. Υπέγραφε ο τελευταίος, ο μικρός παπαδάκος, το σκύβαλο της γης. Το πίστευε, το αισθανόταν. Σε κάθε δυσκολία δεν τάχανε. Όταν του έλεγε η πρεσβυτέρα:
«Δεν νοιάζεσαι; τι θα γίνουν αυτά τα κορίτσια; οι άλλοι κάνουν αυτό».
«Θα πεθάνω παπάς, όχι μασκαράς. Για το Χριστό θυσιάζομαι, υπέρ των προβάτων. Τί σήμερα, τί αύριο. Μια ψυχή έχουμε. Θα την παραδώσω στα χέρια του Δημιουργού μου».
Είχε συνέπεια. Τον καλούσαν να τον πάνε στη Μέση Ανατολή. «Εσείς δεν με σώσατε. Οι Ταξιάρχες με σώσαν και θα αφήσω τους προστάτες μου και το λαό μου για να πάω στη Μέση Ανατολή και στην Αθήνα; Όχι εκεί».
Και πράγματι τον σκέπαζε ο Θεός και τον φύλαγε: «Εγώ έχω τον Χριστό κυβερνήτη στη ζωή μου. Δεν τον βαλαν οι άνθρωποι καλά στην καρδιά τους για να νιώσουν το μεγαλείο του. Είναι γλυκύς. Δεν τον αλλάζω με τίποτα. Μια ζωή τον παρακαλώ να με αξιώσει κι’ εγώ να χύσω το αίμα μου γι’ Αυτόν. Κοιμάμαι τόσο αμέριμνα, όπως το πουλί στο αγκάθι και τα ρυθμίζει όλα Αυτός’ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο».
Είχε εξ’ ολοκλήρου εμπιστοσύνη στο Θεό, όπως ένα μικρό παιδί. Εξομολογείτο δε με τέτοια καθαρότητα και ειλικρίνεια, που δεν την συναντάμε ούτε και στα μικρά παιδάκια. Όταν επήγαμε μια φορά να συναντήσουμε τον πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο (με τον πατέρα Δημήτριο) (πήγαμε 2 φορές και ήρθε ο πατήρ Φιλόθεος 2 φορές στο χωριό και συλλειτούργησαν), του λέει ο πατήρ Φιλόθεος. «Είσαι ασθενής. Γιατί έκανες τόσο κόπο και ήρθες μέχρις εδώ;(στην Πάρο)»
«Εγώ είμαι ο τελευταίος και ο αμαρτωλός» είπε ο πατήρ Φιλόθεος. «Τα Τρίκαλα έχουν καλούς πατέρες και άξιους».
«Ήρθα όχι μόνος μου. Με έφερε ο Θεός. Ήρθα να ξεπλύνω και να ξεκαθαρίσω την ψυχή μου».
Όταν δε εξομολογείτο ήταν σαν άγγελος. Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη και έκδηλος στο πρόσωπο του.
«Τέτοια καθαρή και τελεία εξομολόγηση δεν συνήντησα στα 70 χρόνια που εξομολογώ», είπε ο π. Ζερβάκος. Υπήρξε ένας ζων άγιος.
Εις δε το βιβλίο του πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη, το οποίον προλογίζει ο πατήρ Φιλόθεος (στο τέλος γράφει και ο καθηγούμενος της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, πατήρ Αιμιλιανός), ο οποίος τον έζησε από κοντά και ξέρει πολλές εμπειρίες θαυμαστές τον αποκαλεί «ο άγιος παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης».
Όταν τον ρωτήσαμε, «γιατί Γέροντα αρχίζετε έτσι τον πρόλογο;» απάντησε.
«Διότι, παιδί μου, είναι άγιος. Όταν μου είπαν για την κοίμηση του, άρχισα να προσεύχομαι και να νηστεύω και να ζητώ απ’ τον Θεό να με πληροφορήσει είς ποίαν κατάσταση βρίσκεται. Και κατόπιν από ημέρες μου έδειξε τη δόξα στην οποία ευρίσκεται. Πρόκειται περί αγίου».
Και κάτι για τον π. Φιλόθεο, μια και μιλάμε γι’ αυτόν.Στην κοίμηση του πατρός Φιλόθεου μια οικογένεια δικαστικών, είπε στον πατέρα Πορφύριο: «εκοιμήθη ο πατήρ Φιλόθεος». Εκείνος τους είπε: «να πάτε, κι’ εγώ απ’ εδώ θα παρακολουθήσω τη νεκρώσιμο ακολουθία. Η Εκκλησία μας απέκτησε ακόμα ένα άγιο λείψανο».
Γυρίζοντας εμείς από την κηδεία, μεσάνυκτα, πήγαμε στον πατέρα Πορφύριο. Ήταν η ώρα 2 μετά τα μεσάνυκτα. Μόλις πήγαμε είπε: «ο παπα-Δημήτρης είναι άγιος άνθρωπος κι’ ας μην πέρασαν πολλά χρόνια. Δεν έχει σχέση. Η αγιότης δεν γίνεται από τα πολλά χρόνια. Για μας τους αδυνάτους αργεί η Εκκλησία. Να φροντίσετε να γίνει επίσημα πλέον, για όλη την Ορθοδοξία η ανακομιδή των λειψάνων του».
Οι άνθρωποι του Θεού που γνώρισαν τον π. Δημήτριο τον θεωρούσαν ως σύγχρονο ζώντα άγιο. Μεταξύ αυτών των προσωπικοτήτων που σήμερα λάμπουν στο χώρο της Ορθοδοξίας με την ακτινοβόλο κατά Θεόν πολιτεία τους υπήρξε και ο π. Αμφιλόχιος της Πάτμου, που είχε και αλληλογραφία με τον παπα-Δημήτρη.
Θεωρούσαν άγιο τον π. Γκαγκαστάθη οι: πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο πατήρ Γεώργιος Καψάνης της Ι.Μ. οσίου Γρηγορίου ο ηγούμενος, ο ηγούμενος επίσης Αιμιλιανός και άλλοι σεβαστοί της Ορθοδοξίας σύγχρονοι πατέρες.

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος - Στὸν κάθε πλησίον ὑπάρχει ὁ Χριστός

Ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ οφείλουμε να σκεπτόμαστε ότι στὸν κάθε άλλο πιστό υπάρχει ο Χριστὸς καὶ πρέπει να έχουμε τόσην αγάπη προς αυτόν, ώστε να εἴμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε προς χάρη του την ψυχή μας.

Δὲν έχουμε δε δικαίωμα να ονομάζουμε ή να θεωρούμε κάποιον κακό, αλλά πρέπει να τους βλέπουμε όλους σαν καλούς.

Ἂν δεις κάποιον να ἐνοχλείται από τα πάθη, μη μισήσεις τον αδελφό, μα τα πάθη που τον πολεμούν, κι αν τὸν δεις να τυραννιέται από κακὲς ἐπιθυμίες, πιο πολύ νὰ τον σπαχνισθείς, μη τυχόν καὶ συ πειρασθείς, αφού είσαι τρεπτός και ευάλωτος στην ευπερίστατη αμαρτία.

Ο Ιεραπόστολος του Κογκό π. Κοσμάς Γρηγοριάτης (1942 Θεσσαλονίκη - 27 Ιανουαρίου 1989 Κογκό)


Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,  καθοδηγουμένη ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα,  ἀναδεικνύει διά μέσου τῶν αἰώνων,  θεοφόρους καί ἀκάματους ἐργάτες,  πού μεταλαμπαδεύουν τό σωτήριο Μήνυμά της στούς λαούς τῆς γῆς καί θυσιάζονται γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας Του.
Στήν χρυσῆ αὐτή ἁλυσίδα τῶν Πατέρων τῆς αἱματοποτισμένης Ὀρθοδοξίας μας συγκαταλέγεται τά τελευταῖα αὐτά χρόνια τοῦ αἰῶνος μας καί ὁ μακαριστός ἀρχιμ.  π.  Κοσμᾶς Γρηγοριάτης.
Ὅσοι ἐνδιαφέρονται νά γνωρίσουν περισσότερα ἄς ἀναζητήσουν νά διαβάσουν τό βιβλίο πού ἐξέδωκε ὁ Ἱεραποστολικός  Σύλλογος Θεσσαλονίκης "Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός", τό 1996 μέ τίτλο: Ὁ Ἱεραπόστολος τοῦ Κογκό (Ζαΐρ) π.  Κοσμᾶς Γρηγοριάτης".
Ἐμεῖς θά ἀρκεσθοῦμε νά παρουσιάσουμε τόν ἄνδρα,  ὅπως τόν γνωρίσαμε σάν Ἀδελφό συμμοναστή στήν Μονή τῆς Μετανοίας μας,  τήν τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου καί κατόπιν νά καταθέσουμε συνοπτικά,  τά ὅσα θαυμαστά καί ἐξαίσια ἐτέλεσε ἡ Θεία Πρόνοια διά χειρῶν τοῦ μακαριστοῦ Ἀδελφοῦ μας στό Ἱεραποστολικό  Κλιμάκιο Κολουέζι Κογκό, ὅπου,  μετά τόν τραγικό θάνατό του,  ἐργασθήκαμε κι ἐμεῖς μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογία τοῦ σεβαστοῦ μας Γέροντος π. Γεωργίου ἐπί σειράν ἐτῶν.
Ἀπό τά βιογραφικά του στοιχεῖα,  πρός ἐνημέρωσι των ἀναγνωστῶν μας,  ὀφείλουμε νά σημειώσουμε ὅτι γεννήθηκε στήν εὔανδρο Θεσσαλονίκη τό 1942.  Ὑπῆρξε τό πρῶτο ἀπό τά τέσσερα παιδιά τῆς εὐσεβοῦς ποντιακῆς οἰκογένειας τοῦ Δημητρίου καί τῆς Δέσποινας Ἀσλανίδη. Στό βάπτισμά του ἔλαβε τό ὄνομα Ἰωάννης καί τά πρῶτα ἐγκύκλια μαθήματα ἔλαβε στήν γενέτειρά του. 
Τό σπίτι του συνδεόταν μέ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, γι᾿ αὐτό ἡ  ἐπίδρασις στήν ζωή τῶν παιδιῶν τους ὑπῆρξε ζωντανή καί καθοριστική.
Ὁ μικρός Ἰωάννης, μετά τό δημοτικό σχολεῖο,  ἐφοίτησε σέ νυκτερινή τεχνική σχολή ἠλεκτροτεχνιτῶν,  μετά σέ σχολή ἐργοδηγῶν ἐπί τρία χρόνια.  Παράλληλα φοιτοῦσε καί στά Κατηχητικά σχολεῖα τῆς περιοχῆς του.
Σάν στρατιώτης στό πολεμικό ναυτικό τελείωσε τό νυκτερινό γυμνάσιο Πειραιῶς.  Κατόπιν προσορμίσθηκε στήν Ἀδελφότητα "Ὁ Σταυρός" τοῦ Ἐπισκόπου Φλωρίνης κ. Αὐγουστίνου, ὅπου καί  ἐργάσθηκε ἐπί δέκα χρόνια στά τυπογραφεῖα καί στίς οἰκοδομικές ἐργασίες τῆς Ἀδελφότητος καί τῆς Μητροπόλεως Φλωρίνης.
Εἶχε ἤδη λάβει τήν ἀπόφασι ἀπό τά 18 χρόνια του ν᾿ ἀκολουθήση τόν ἄγαμο βίο καί τήν ἐξωτερική Ἱεραποστολή.  Μία διάλεξι  τό 1960 τοῦ λαϊκοῦ τότε καί νῦν Μακαριωτάτου.  Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας κ. κ.  Ἀναστασίου ἀπετέλεσε τό ἔναυσμα γιά τά πρῶτα ἱεραποστολικά  σκιρτήματα στήν καρδιά του.
Ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος ἀργότερα,  ἔπρεπε νά σπουδάση καί "τά παπαδίστικα" γιά νά ὁλοκληρώση καί τίς ἐκκλησιαστικές του σπουδές γιά τό μεγάλο ἔργο πού τόν περίμενε. Ἔτσι,  γράφθηκε σάν σπουδαστής στό Ἀνώτερο Ἐκκλησιαστικό Φροντιστήριο τῆς Ριζαρείου σχολῆς. Ἤδη εἶχε γνωρισθῆ καί ἀλληλογραφοῦσε μέ σημαίνοντα ἱεραποστολικά πρόσωπα ὅπως μέ  τόν π. Χρυσόστομο Παπα-σαραντόπουλο καί τόν π.  Ἀμφιλόχιο Τσοῦκο, ὁ ὁποῖος ἐκεῖνο τόν καιρό ἐργαζόταν ἱεραποστολικά στό Κολουέζι.
Ἡ πρώτη συνάντησι τοῦ Ἰωάννη μέ τόν δεύτερο, χωρίς πολλές περιστροφές καί ἐπεξηγήσεις,  ἔφερε τό ἀστραπιαῖο ἀποτέλεσμα.  Ὁ Ἰωάννης,  πρίν τελειώσει τά "παπαδίστικα", εὑρίσκεται στήν κεντρική Ἀφρική,  πιστός ἀκόλουθος καί συνεργάτης τοῦ π. Ἀμφιλοχίου. Ἀποδύεται σ᾿ ἕνα ἀγῶνα ἀνοικοδομήσεως 10 ἐκκλησιῶν μέσα σέ 15 μῆνες.
Ὅπως μοῦ ἔλεγε,  Προτεστάντες καί Καθολικοί ἐξεπλήσσοντο, ὅταν ἔβλεπαν μέσα σέ ἕνα μῆνα νά ξεφυτρώνουν γύρω τους σάν μανιτάρια ἐκκλησίες πού ἐλέγοντο ὀρθόδοξες. Στιγμιότυπα ἀπ᾿ αὐτό τό συνεργεῖο οἰκοδόμων,  τό ὁποῖο εἶχε ὀνομάσει "Ἀστραπή" θά μάθουμε,  ὅταν κάποτε κυκλοφορήσει τό ἱεραποστολικό του Ἡμερολόγιο.
Ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα γεμᾶτος ἐνθουσιασμό καί ἀποφασιστικότητα γιά συνέχισι τῆς πορείας πού ἡ Θεία Πρόνοια τοῦ ἐχάραξε. Τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας τοῦ ἀπένειμε ἤδη τόν Σταυρό τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου,  σέ ἔνδειξι τιμῆς γιά τήν πρώτη ἱεραποστολική του διακονία ὡς λαϊκοῦ στό ἀφρικανικό ἔδαφος. 
Μετά τήν ἀποφοίτησί του ἀπό τό ἐκκλησιαστικό  Φροντιστήριο μπῆκε στό Ἅγιον Ὄρος.  Οἱ σεβαστοί Πατέρες Γέροντας Παΐσιος καί ἱερομ. π. Σπυρίδων Νεοσκητιώτης ἐπευλόγησαν τήν εἴσοδό του στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Ὁ Ἅγιος Καθηγούμενος Ἀρχιμ.  π.  Γεώργιος ἀνελαβε ὑπό τήν πατρική του φροντίδα τόν νεαρόν Ἰωάννη. 
Τόν εἰσήγαγε στήν τάξι τῶν Δοκίμων Ἀδελφῶν,  ἐν συνεχείᾳ τόν ἐκούρευσε μοναχό δίνοντάς του τό ὄνομα Κοσμᾶς,  πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ,  μεγάλου ἱεραποστόλου τῆς σκλαβωμένης κατά τήν τουρκοκρατία Πατρίδος μας.
Τόν Αὔγουστο τοῦ 1978 χειροτονήθηκε διάκονος καί ἱερεύς καί μετά δύο μῆνες ἀνεχώρησε καί πάλι γιά τό ἀγαπημένο του Κολουέζι. 
Μά τώρα δέν ἐπιστρέφει ὡς λαϊκός,  ἀλλά ὡς πατέρας πρῶτα καί μετά ὡς Κατηχητής, ἱεροκήρυκας, οἰκοδόμος, ἠλεκτρολόγος, ἐργοδηγός, σιδηρουργός, ὑδραυλικός, ὀξυγονοκολλητής,  ὁδηγός, ἀγροτοκτηνοτρόφος,  μηχανικός αὐτοκινήτων,  κεραμοποιός,  παιδοτρόφος καί νοσοκόμος.
Στό Μοναστήρι μας εὐτύχησα νά εἶμαι παλαιότερός του. 
Ἔτσι παρηκολούθησα ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς μοναχικῆς του βιοτῆς καί τίς προετοιμασίες του γιά τόν Ἀγρό τοῦ Κυρίου.  Διακρινόταν γιά τήν τακτική φοίτησί του στίς Ἱερές Ἀκολουθίες. 
Μέ τό τετράδιο στό χέρι ζητοῦσε πληροφορίες ἀπό τόν Τυπικάρη καί ἄλλους διακονητές Ἀδελφούς καί ἔγραφε γιά νά μάθη τήν ἐπιτέλεσι τῶν Ἀκολουθιῶν μέ τό Ἁγιορείτικο Τυπικό.  Στό κελλί του κατέστρωνε σχέδια ἀνοικοδομήσεως ἐκκλησιῶν.
Κοιμόταν ἐπάνω στό σανιδένιο κρεββάτι του,  πού ἀντί γιά στρῶμα εἶχε μία λεπτή κουβέρτα.
Ἰδιαίτερα ἐγκολπώθηκε τήν θεμελιώδη γιά τούς μοναχούς ἀρετή τῆς ὑπακοῆς στόν Γέροντα.  
Αὐτό φάνηκε, ὅταν μετέβη στό Κολουέζι νά ἐργασθῆ.  Γιά κάθε ἱεραποστολικό προσωπικό του πρόβλημα κατέφευγε δι᾿ ἐπιστολῆς στήν πατρική συμβουλή καί καθοδήγησι τοῦ Γέροντός μας.
Εἶχε κατανοήσει τό μέγα πνευματικό ὄφελος τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί,  παρότι δέν ἔμεινε γιά πολύ διάστημα στό Μοναστήρι γιά τήν ἐξάσκησί της, ὅμως δέν ἔπαυε  νά "τραβᾶ" τό κομποσχοίνι του ἐπικαλούμενος τό θεῖον ἔλεος.  Ἡ βαθειά του ἐκτίμησις στό ἔργο τῆς προσευχῆς φάνηκε στό ποίμνιό του.  Τούς ἐδίδαξε νά πλέκουν κομποσχοίνια καί νά προσεύχωνται μέ αὐτά.  Ὅταν ἕνα χρόνο, μετά τήν κοίμησί του, μετέβην στό Κολουέζι,  εἶδα σχεδόν ὅλους τούς  ἰθαγενεῖς Χριστιανούς νά κρατοῦν κομποσχοίνια στά χέρια μέσα στήν ἐκκλησία.
Κατά τό διάστημα τῆς ἑνδεκαετοῦς διακονίας του στήν Ἱεραποστολή τοῦ Κολουέζι ἀναδείχθηκε ὁ βασικώτερος διοργανωτής τοῦ Κλιμακίου.  Πολύ ἐπιγραμματικά θ᾿ ἀναφέρω, ὅσα εἶδαν τά μάτια μου, ὅταν μετέβην ἐκεῖ.
Ὁ διάδοχός του π.  Μελέτιος,  μέ ξενάγησε στούς χώρους καί στά ἔργα τῆς Ἱεραποστολῆς. 
Βούρκωναν τά μάτια μου ἀπό χαρά καί συγκίνησι τίς πρῶτες ἡμέρες γιά τά ὅσα κατορθώματα ἔβλεπα ἑνός Ἀδελφοῦ τῆς Μονῆς μας.  Τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Ἀπριλίου 1990,  ἔζησα κάτι ξεχωριστό μέσα στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.  Ἡ χορωδία τῶν 50 περίπου ἀγοριῶν τοῦ οἰκοτροφείου τοῦ Κλιμακίου συνωδευόταν ἀπό ὁλόκληρο τό ἐκκλησίασμα τῶν 700 ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μας τοῦ Κολουέζι.
Ἐκείνη ἡ θεία Λειτουργία δέν ἔμοιαζε μέ τίς Λειτουργίες τῆς Πατρίδος μας.  Ἦταν μία μεταρσίωσις,  μία παναρμόνια χορωδία ἀπό λευκές ψυχές πού κατοικοῦν σέ μελαμψά σώματα.  Ἦταν μία νικητήρια ἰαχή ὅτι "Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐκ ἔννι Ἕλλην,  οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος,  οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ,  πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ εν Χριστῶ Ἰησοῦ (Γαλάτ.  3, 28). 
‘Ο μακαριστός π. Κοσμᾶς διαδέχθηκε στό Κολουέζι τόν ἀρχιμ.  π.  Ἀμφιλόχιο Τσοῦκο,  ὁ ὁποῖος ἐργάσθηκε ἐκεῖ περίπου 5 χρόνια καί εἶχε κάνει τό πρῶτο ξεκίνημα στόν τομέα τῶν Κατηχήσεων καί Βαπτίσεων.
Ὁ ἴδιος ἐπεξέτεινε τό ἔργο,  ἵδρυσε κι ἄλλους ναούς καί δημιούργησε συνολικά 55 ἐνορίες.  Ἐνῶ  ἀπό τά χέρια του βαπτίσθηκαν περίπου 15.000 ἰθαγενεῖς  Ἀδελφοί μας.
Προτεραιότητα γιά ἕνα τέτοιο μεγάλο ἐκκλησιαστικό ἔργο ἔδωσε στήν ἀνεύρεσι καταλλήλων συνεργατῶν ἀπό τούς ἐντοπίους Ἀδελφούς.  Περίπου δέκα ἄτομα ἦταν αὐτοί πού ἐσήκωναν μαζί του τόν ἐλαφρό ζυγό τοῦ Κυρίου καί τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας. 
Αὐτό ἦταν τό πρῶτο κοινόβιο τοῦ π.  Κοσμᾶ. Στόν καθένα ἀπ᾿ αὐτούς ἔδωσε καί μία διακονία.  Τόν ἕνα ἔμαθε ὁδηγό,  τόν ἄλλο μηχανικό αὐτοκινήτων,  τόν ἄλλο ὑπεύθυνο γιά τά κτισίματα καί σοβατίσματα τῶν ἐκκλησιῶν, τόν ἄλλο ἠλεκτρολόγο κι ἔτσι ὅλοι τους εἶχαν πάρει τό διακόνημά τους. 
Συνέτρωγε μαζί τους.  Συμπροσευχόταν στήν ἐκκλησία. Τά βράδυα,  ὅπως οἱ ἴδιοι μοῦ ἔλεγαν, τούς ἐδιάβαζε ἱστορίες ἀπό τό Γεροντικό καί τούς Βίους τῶν Ἁγίων.  Τούς ἐξωμολογοῦσε καί τούς κοινωνοῦσε τά Ἄχραντα Μυστήρια.  Ἐκτός ἀπ᾿ αὐτό τό κοινόβιο, ὁ π.  Κοσμᾶς ἵδρυσε οἰκοτροφεῖο ἀγοριῶν καί συγκέντρωσε περί τά 60 παιδιά ἀπό διάφορες ἐνορίες τοῦ Κλιμακίου. 
Ὁ σκοπός του ἦταν νά τά διαφυλάξη ἀπό τούς πειρασμούς τοῦ κόσμου,  νά τά σπουδάση καί,  ὅσα εἶχαν τήν ἔφεσι,  νά τά προωθήση γιά τό ἱερατικό στάδιο.  Σέ ἀπόστασι τριῶν χιλιομέτρων ἀπό τίς ἐγκαταστάσεις τοῦ Κλιμακίου, ἀποπεράτωσε τίς ἐργασίες πού εἶχε ἀρχίσει ὁ π.  Ἀμφιλόχιος γιά τήν ἵδρυσι Μοναστηριοῦ πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. 
Σήμερα ἐκεῖ ἀσκοῦνται στήν προσευχή καί τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ μερικές Δόκιμες Ἀδελφές, οἱ ὁποῖες ἀσχολοῦνται μέ τό κέντημα καί τίς γεωργικές ἐργασίες.  Ἐντός τῆς Μονῆς λειτουργεῖ καί οἰκοτροφεῖο κοριτσιῶν,  τά ὁποῖα σπουδάζουν καί διαιτῶνται μέ τήν φροντίδα τοῦ Κλιμακίου.
Ὅταν ξεκίνησε ἀπό τήν Ἑλλάδα ὁ π.  Κοσμᾶς δέν ἔκανε καμμία ὀργάνωσι τῶν μετόπισθεν γιά οἰκονομική συμπαράστασι τοῦ ἔργου του.
Πόσες φορές,  μοῦ ἔλεγε, ὅτι ἀπέλυσε τούς ἐργάτες του,  διότι δέν εἶχε χρήματα νά τούς πληρώση!  Ὅμως ὁ Ἱεραποστολικός Σύλλογος "Οἱ Φίλοι τῆς Οὐγκάντας" πού λειτουργοῦσε τότε στήν Θεσσαλονίκη,  πολλές φορές τόν ἐστήριξε,  ἠθικά καί οἰκονομικά,  καθώς ἐνίοτε καί τό Γραφεῖο Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐλλάδος.
Ὁ ἴδιος ποτέ δέν ἔχασε τήν ψυχραιμία του μπροστά σέ ὁποιοδήποτε ἐμπόδιο ὠρθώνετο μπροστά του.  Ὁ φλογερός του ζῆλος, ἡ πίστις του στόν Θεό,  οἱ εὐχές τοῦ Γέροντός του,  τό πρακτικό του μυαλό τόν ἔβγαζαν ἀπό κάθε ἀδιέξοδο καί ἀμηχανία. 
Τίς νύκτες ἐσχεδίαζε τούς ναούς καί τό πρωΐ μέ τά συνεργεῖα του ἔτρεχε νά τούς ἀνοικοδομήση.  Γι᾿ αὐτό προκάλεσε τόν θαυμασμό τῶν ἐντοπίων.  Γι᾿ αὐτό τόν ἀγάπησαν ὁ ἁπλός λαός καί οἱ Ἐξουσίες τοῦ τόπου,  διότι ἐγνώρισαν στό πρόσωπό του ἕνα ἀνιδιοτελῆ φίλο,  ἕνα ἰδανικό ἀνθρωπιστή,  ἕνα συνεργάτη γιά τήν ἀνάστασι ἀπό τήν μιζέρια καί τήν κακοδαιμονία τοῦ πολύπαθου ζαϊρινοῦ λαοῦ. 
Ἀπόδειξις τῆς ἐκτιμήσεως καί τοῦ σεβασμοῦ στό πρόσωπό του ἦταν ἡ παρουσία σύσσωμου τοῦ λαοῦ τοῦ Κολουέζι στήν κηδεία του, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1989.
Ἀλλά καί μέχρι σήμερα προσέρχονται ἄνθρωποι νά στολίσουν τόν τάφο του μέ λουλούδια.  Ἐνῶ οἱ Χριστιανοί μας, πρίν μποῦν στήν ἐκκλησία καί πρίν ἀναχωρήσουν, θά προσκυνήσουν τόν Σταυρό τοῦ τάφου τοῦ  πνευματικοῦ τους Πατέρα.  Θ᾿ ἀνάψουν τό καντήλι του.  Θά γονατίσουν νά τοῦ ἐναποθέσουν λίγα λουλούδια  ν᾿ ἀφήσουν τό δάκρυ τῆς εὐγνωμοσύνης τους νά κυλήση ἐπάνω στό χῶμα.
Ἀνάμεσα στά πολλά του προγράμματα ἦταν καί ἡ ἐξεύρεσις πόρων γιά τήν ὅσο τόν δυνατόν,  ἀνεξαρτικοποίησι τοῦ Κλιμακίου ἀπό τίς οἰκονομικές βοήθειες τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ Ἐξωτερικοῦ. 
Ἤθελε τό Κλιμάκιο νά τό κάνη αὐτοσυντήρητο,  ἔτσι ὥστε σέ κάποια ἐνδεχόμενη περιπέτεια τῆς Ἑλλάδος,  νά ἠμπορῆ τό Κλιμάκιο νά συνεχίση τήν πορεία του μέ τίς δικές του πλέον δυνάμεις. 
Γι᾿ αὐτό προέβη μέ εὐλογία τοῦ Σεβ.  μητροπολίτου του μακαριστοῦ Τιμοθέου στήν δημιουργία γεωργο-κτηνο-πτηνοτροφικῆς μονάδος,  λίγα χιλιόμετρα ἔξω ἀπό τήν πόλι Κολουέζι.  Οἱ ποικίλες εὐλογίες αὐτῆς τῆς Μονάδος ὄχι μόνον ἐκάλυπταν βασικές ἀνάγκες τοῦ Κλιμακίου,  τῶν οἰκοτροφείων καί τῶν 200 περίπου ἐργατῶν πού ἀπασχολοῦντο τότε, ἀλλά καί προσφέρθηκαν ἄφθονα τρόφιμα,  κρέατα καί ἄλλα ἀγαθά στούς ἀναξιοπαθοῦντας τῆς πόλεως. 
Φυλακισμένοι,  λεπροί,  ἀσθενεῖς τῶν νοσοκομείων,  γέροντες τῶν γηροκομείων, ὁ σύλλογος τῶν παραλύτων καί ἀνιάτων κάθε ἑβδομάδα ἤ  δύο φορές τόν μῆνα ἀπολάμβαναν τούς καρπούς τῆς ἀγάπης τοῦ π.  Κοσμᾶ καί τῶν συνεργατῶν του.
Ὁ π.  Κοσμᾶς εὐτύχησε νά ἔχη κοντά του γιά πολύ ὀλίγο διάστημα καί συνεργάτες ἀπό τήν Ἑλλάδα.  Ἀξίζει νά μνημονεύσουμε ἐδῶ, ὅσους γιά πολύ χρόνο συνέβαλαν στήν ἐπαινετή αὐτή Προσπάθεια.
Ὁ π.  Κύριλλος,  μοναχός Γρηγοριάτης καί αὐτός,  παρέμεινε πιστός στόν π.  Κοσμᾶ ἐπί 10 καί πλέον χρόνια. 
Κοπίασε στόν τομέα τῆς ἱδρύσεως ἐκκλησιῶν καί τῶν Ἀγροκτημάτων.  Ὁ κ. Κώστας Φιλίππου,  σιδηρουργός καί ὑδραυλικός ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, ἦταν ὁ κατασκευαστής ὅλων σχεδόν τῶν σιδερένιων θυρῶν καί παραθύρων τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Κλιμακίου.
Ὁ γιατρός κ.  Θᾶνος Τζῶτζος ἀπό τό Ἄργος βοήθησε στόν τομέα του περίπου δύο χρόνια.  Ἡ κ.  Θεανώ Μουσδελεκίδου πού κατάγεται ἀπό τήν Ἔδεσσα,  μοῦ ἔλεγε ὅτι,  ζητοῦσε διέξοδο πρός τά Ἔθνη.  Καίὁ Κύριος ὡδήγησε τά βήματά της γιά πρώτη φορά τό 1987 στό Κολουέζι. 
Ἡ προσφορά της συνεχίζεται μέ πρωτοφανῆ γιά τήν ἡλικία της ζῆλο καί προσφορά μέχρι σήμερα στόν τομέα Κατηχήσεων τῶν κοριτσιῶν, στήν διδασκαλία τῆς οἰκοκυρικῆς ζωῆς καί στήν δημιουργία χριστιανικῆς οἰκογενείας,  στίς ἀλλεπάλληλες ἐπισκέψεις "τῶν  ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ".  Σέ ὧρες ἀνάγκης ἀσχολεῖται καί μέ ἄλλες ἐργασίες πού  τίς ἀναθέτει ὁ Προϊστάμενος τοῦ ἔργου. 
Ἄλλο πρόσωπο πού προσφέρθηκε θυσιαστικά στήν θεραπεία τοῦ πόνου ἦταν ἡ μοναχή Ξένη, διπλωματοῦχος νοσοκόμος, ἡ ὁποία ὡς λαϊκή στήν  ἀρχή καί ὡς μοναχή ὕστερον,  ἐπί μία δεκαετία ἀνεκούφισε χιλιάδες κόσμο ἀπό τίς ἀρρώστειες  καί τά βάσανά του.
Οἱ χῶροι ἐγκαταστάσεως τοὺ ἰδίου καί τῶν συνεργατῶν του δέν ἦσαν τίποτε περισσότερο ἀπό μία μεγάλη αἴθουσα τῆς παρακμάζουσας τότε Ἑλληνικῆς Κοινότητος, ἡ ὁποία καί τοῦ τήν παρεχώρησε.  Μά ἦταν ἀδύνατο σέ μία αἴθουσα νά στοιβαχθοῦν τά πάντα, ἄνθρωποι καί ἐργαλεῖα. 
Γι᾿ αὐτό ζήτησε ἀπό τό Κράτος μία ἔκτασι πού βρισκόταν πίσω ἀπό τήν Ἑλληνική Κοινότητα,  περίπου 110 στρεμμάτων,  προκειμένου νά τήν ἀξιοποιήση γιά τήν δημιουργία χώρων καί τήν ἐγκατάστασι στελεχῶν καί οἰκοτρόφων γιά τήν ἱεραποστολική του προσπάθεια. 
Πράγματι τοῦ παραχωρήθηκε δωρεάν αὐτή ἡ ἔκτασι μέσα στήν ὁποία κατόπιν ὁ π. Κοσμᾶς ἵδρυσε τό οἰκοτροφεῖο μέ ὅλους τούς βοηθητικούς χώρους, τήν ἀποθήκη λιπασμάτων καί καλαμποκιοῦ καί τόν ἀλευρόμυλο.  Ἐπίσης κατεσκεύασε καί καταλλήλους χώρους γιά τήν ἄνετη διαμονή τῶν ἐξ Ἑλλάδος Ἱεραποστόλων.
Τό ἐκπαιδευτικό ἔργο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δέν ἔφερνε ὕπνο στά βλέφαρα τοῦ ὁμωνύμου του ἱεραποστόλου τοῦ Κογκό.  Ἔπρεπε καί αὐτός νά ἱδρύση σχολεῖα, ν᾿ ἀπαλλάξη τήν νεολαία ἀπό τήν πατροπαράδοτη κακοδαιμονία,  νά μεταδώση τό εὐαγγελικό Μήνυμα,  νά σωθοῦν ψυχές,  νά καταρτιστοῦν αὐριανοί κυβερνῆτες τοῦ κράτους καί ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας.
 Μέ εὐλογία,  λοιπόν,  τοῦ Μητροπολίτου του,  ξεκίνησε  τήν ἵδρυσι δημοτικοῦ Σχολείου.  Μά δέν πρόλαβε νά τό τελειώση.  Εἶχε φτάσει στίς λαμαρινοσκεπές, ὅταν συνέβη τό τροχαῖο δυστύχημα τῆς 27ης Ἰανουαρίου 1989.
Ξεκίνησε Παρασκευή βράδυ γιά Λικάσι. Ὁ σύμβουλός του κ. Δημήτριος Ματζουράνης, τόν ἐμπόδιζε νά ταξιδεύση νύκτα. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι πάντα νύκτα ταξιδεύει καί ὅτι πρέπει νά συναντηθῆ μέ τήν ἀδελφή Ξένη στό Λικάσι, διότι τό φορτηγό μέ τό ὁποῖο ἐρχόταν ἐκείνη ἀπό τό Κολουέζι, ἐχάλασε καί ἔμεινε στόν δρόμο.
Μαζί του εἶχε τόν ἰθαγενῆ ἑλληνομαθῆ Μωϋσῆ καί τόν Ἕλληνα Πρόξενο κ. Σπυρίδωνα Κυβετό.
Στό 60ο χιλιόμετρο τῆς διαδρομῆς τους πρός Λικάσι, στίς 8,10 συνέβη τό δυστύχημα. Ἕνα φορτηγό ἐρχόταν ἀπό τό ἀντίθετο ρεῦμα, φορτωμένο μέ τσουβάλια ἀπό ἡλιοκαμμένο ψάρι καί πάνω ἐπέβαιναν, ὡς συνήθως πολλοί ἐντόπιοι. Ἡ καρότσα τοῦ φορτηγοῦ προεξεῖχε ἐκατέρωθεν περί τούς 30 πόντους.
Ὁ π. Κοσμᾶς, ἐνῶ ἦτο καλός καί προσεκτικός ὁδηγός, δέν ἀντελήφθηκε τόν κίνδυνο. Τό φορτηγό πέρασε πλάγια καί θέρισε κυριολεκτικά τήν ἀριστερή πόρτα τοῦ Λαντρόβερ τοῦ π. Κοσμᾶ.
Ἕνα "ὤχ" μόνο ἀκούσθηκε καί ὁ π. Κοσμᾶς βρέθηκε στό χῶμα. Πρόλαβε καί εἶπε τά ἑξῆς λόγια, ὅπως μοῦ εἶπε αὐτόπτης μάρτυς ἰθαγενής, ὁ κατηχητής μας Ἀντώνιος ἀπό τό παρακείμενο χωριό Σοφουμουάγκο: «Μωϋσῆ, στό πίσω κάθισμά μου ἔχω τά χρήματα.
Νά τά δώσεις στήν Ἱεραποστολή. Μαζί εἶναι καί τό ἕνα μπουκάλι μέ τό Ἅγιο Μῦρο». Καί ἀμέσως ἐξέπνευσε. Ὁ θάνατός του ἦτο ἀκαριαῖος ἀπό συγκοπή καρδίας. Εἶχε μόνο μία πληγή στό ἀριστερό του μάγουλο, ἡ ὁποία ἔτρεχε μέχρι πού τόν ἔβαλαν μέσα στόν τάφο του.
Οἱ συνταξιδιῶτες του δέν ἔπαθαν τίποτε. Μόνο ὁ Μωϋσῆς μπῆκε στό νοσοκομεῖο τοῦ Λικάσι γιά τρεῖς ἡμέρες.
Μετά ἀπό 2-3 ὧρες ἦλθε στόν τόπο τοῦ δυστυχήματος ὁ καρδιακός φίλος καί συνεργάτης του κ. Χαράλαμπος Γεωργίου ἀπό τό Λικάσι. Τόν μετέφερε στό Λου¬μπου-μπάσι καί τόν τοποθέτησε σέ ψυγεῖο. Κάτι πού ἐξένισε γιατρούς καί νοσοκόμους ἦτο τό ἑξῆς: Τό σῶμα τοῦ π. Κοσμᾶ μέσα στό ψυγεῖο περιβαλλόταν ἀπό¬ ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν συνέβαινε στά πτώματα ἄλλων νεκρῶν. Καί ἡ πληγή δέν σταματοῦσε νά τρέχη.
Ἕνα  ἄλλο θαυμαστό σημεῖο ἐμφανίσθηκε τρεῖς ὧρες, πρίν τό μαρτυρικό του τέλος. Κάποιος ντόπιος ἔμπορος κατέβαινε ἀπό τό Λικάσι στό Λουμπουμπάσι. Εἶχε φθάσει στό μέρος ἐκεῖνο τοῦ δυστυχήματος καί ἀντίκρυσε μπροστά του ἕνα ἐξαίσιο θέαμα.
Εἶδε νά ἀνεβαίνει γοργά πρόν τόν οὐρανό ἕνα ὀρθόδοξος παπᾶς, ντυμένος στά λευκά.
Σταμάτησε τό αὐτοκίνητό του ἐκεῖ. Σκέφθηκε ὅτι κάποιο σοβαρό σημάδι εἶναι αὐτό. Ἀπεφάσισε νά μείνει ἐκεῖνο τό βράδυ ἐκεῖ στό παραπλεύρως κείμενο χωριό. Ὅταν ἔγινε τό δυστύχημα, εἶδε τόν παπᾶ Κοσμᾶ καί διεπίστωσε ὅτι αὐτός ἦτο ὁ ἱερεύς πού εἶχε ἰδεῖ πρίν ἀπό τρεῖς ὧρες.
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Τιμόθεος δέχθηκε τό θλιβερό ἄγγελμα μέ δάκρυα καί στεναγμούς, λέγοντας: «Ἔχασα τόν καλλίτερο συνεργάτη μου».  Κατέβηκε ἀεροπορικῶς στό Λουμπουμπάσι καί προέστη τῆς νεκρωσίμου Ἀκολουθίας, στόν ναό τῆς Ἑλληνικῆς Κοιονότητος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου μή ἠμπορώντας νά συγκρατήσει τά δάκρυά του.
Ἦλθαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἱ ἰθαγενεῖς ὀρθόδοξοι, οἱ Ἀρχές τοῦ Τόπου καί ἀξιωματοῦχοι ἄλλων χριστιανικῶν Δογμάτων καί πλῆθος κόσμου, διότι ἦτο γνωστή σέ ὅλους ἡ θυσιαστική προσφορά του.
Τήν ἑπομένη ἡμέρα μέ ἰδιωτικό ἀεροπλάνο μεταφέρθηκε ἡ σωρός του στό Κολουέζι, ὅπου περίμεναν στό ἀεροδρόμιο πολύς κόσμος.
 Μετά ἀπό τό Τρισάγιο πού ἐψάλη στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου, κηδεύθηκε μέ κλαυθμούς καί ὀδυρμούς ἔξω καί μπροστά ἀπό τό Ἱερό Βῆμα τοῦ ναοῦ.
 Ὁ τάφος του μέχρι τώρα εἶναι ὁ μάρτυς μιᾶς φλογερῆς ψυχῆς, πού ἔδωσε τά πάντα γιά τόν Χριστό καί τόν ἄνθρωπο. Ἐτήρησε τήν ἀπόφασί του νά μείνει γιά πάντα ἀνάμεσα στούς ἀφρικανούς πού τόσο πολύ ἀγάπησε. Ἔτσι, ἄλλωστε εἶχε εἰπεῖ στόν Γέροντα τῆς Μονῆς μας καί σέ μιά ὁμάδα Ἀδελφῶν: «Ἡ ἱεραποστολή δέν εἶναι γιά λίγους μῆνες. Ὅποιος θέλει νά εἶναι ἱεραπόστολος, πρέπει ν᾿ ἀφήσει τά κόκκαλά του στό ἀφρικανικό χῶμα».
Ὁ θάνατος ἑνός τέτοιου Ἱεραποστόλου στήν  πιό γόνιμη ἡλικία τῶν 47 ἐτῶν ἦταν ἕνα ἀναπάντεχο καί ἐπώδυνο γεγονός.  Τόν ἔκλαυσαν γονεῖς,  ἀδέλφια καί συγγενεῖς του.  Τόν ἔκλαυσαν οἱ Χριστιανοί καί συνεργάτες του,  τόν ἔκλαυσαν τά παιδιά τῶν οἰκοτροφείων του καί τόν συνώδευσαν στήν τελευταία του κατοικία χιλιάδες ἀνθρώπων.  Τό Κράτος τοῦ Κογκό στήν περιοχή Κατάγκα,  ὅπου ἐκτείνεται τό Κλιμάκιο,  ἐκήρυξε τριήμερο πένθος.  Θρησκευτικές καί Πολιτικές Ἀρχές τοῦ Τόπου συμμετεῖχαν στό πένθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Κογκό.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...