Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Ιερομόναχος Θεοδόσιος Καρουλιώτης (1869 - 2 Οκτωβρίου 1937)

Γέροντας Θεοδόσιος-Ο ασκητής των Καρουλίων


Γεννήθηκε στην επαρχία Σαράτοφ της Ρωσίας το 1869. Από μικρός αγάπησε την προσευχή, την οποία δίδασκε και στους συνομίληκούς του, αγόρια και κορίτσια, που τον σέβονταν ως Γέροντα του μικρού «κοινοβίου» τους. Αγάπησε τη μάθηση κι έφθασε ν’ αποφοιτήσει από τη θεολογική Ακαδημία του Καζάν. Εκεί εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε ιερεύς.
Το 1901 ήλθε στο Άγιον Όρος και αγωνίσθηκε σε διάφορα Κελλιά και Καλύβες της Καψάλας και του Αγίου Βασιλείου. Από το 1913 εγκαταστάθηκε στα Καρούλια. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη του μυροβόλου Συναξαριστή. Αγωνιζόταν σθεναρά να μιμηθεί τους άγιους, να νικήσει τον θυμό, που τον ταλαιπωρούσε, να φθάσει στην απάθεια. Εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα Ιγνάτιο τον Πνευματικό (†1927).
Τα τελευταία οκτώ έτη της ζωής του έζησε με τον υποτακτικό του Νικόδημο (†1984). Η συμβίωση βοήθησε πνευματικά και τους δύο στον προσευχητικό τους αγώνα.

 Ο Γέροντας Θεοδόσιος ήταν Γέροντας και των 35 περίπου Ρώσων Γερόντων των Καλυβών των Καρουλίων, τους οποίους καθοδηγούσε πνευματικά.   Ένας από αυτούς κάποτε δεν μπορούσε να ξεψυχήσει. Παρακάλεσαν τον Γέροντα Θεοδόσιο να προσευχηθεί προς τούτο. Προσευχήθηκε μυστικά, μόνος του, στην Παναγία την Πορταΐτισσα και σύντομα ο ετοιμοθάνατος εκείνος αναπαύθηκε. Η αδελφή του είχε γίνει μοναχή, λόγω όμως του διωγμού του καθεστώτος στη Ρωσία, έβγαλε τα ράσα και ζούσε απρόσεκτη ζωή. Ο Γέροντας δεν έπαυσε να της γράφει και να προσεύχεται. Λίγο πριν τον θάνατό του έλαβε επιστολή της, που έγραφε πως μετανόησε και ξαναφόρεσε τα ράσα και διαβάζει όλο το Ψαλτήρι καθημερινά. Ο Γέροντας χάρηκε που εισακούσθηκαν οι προσευχές του. Την ίδια χαρά είχε όταν με τις προσευχές του έναν ανυπάκουο και αμελή μοναχό τον έκανε να μεταμεληθεί. Αυτά διηγείται ο π. Νικόδημος.
 Το κύριο μέλημα του Γέροντος ήταν η προσευχή. Έλεγε λίγο προ του τέλους του: «Όταν βλέπεις την αδυναμία σου, τότε, μετά την ταπείνωση και την αποδοκιμασία του εαυτού σου, έρχεται απροσδόκητα η χάρις του Θεού, η οποία στηρίζει την αδυναμία σου και σε προστατεύει από το αίσθημα της απελπισίας. Αλλά όταν βλέπεις τι φαίνεται ότι είναι πρόοδος, τότε εξ αιτίας της αυτοϊκανοποιήσεως και της εμπιστοσύνης στον εαυτό σου, ακολουθεί η στέρηση της Χάριτος του Θεού, η οποία σε κρατάει ταπεινό και σε προστατεύει στο μέλλον από την υψηλοφροσύνη και την πλάνη, η οποία αναπόφευκτα σε ακολουθεί. Έχω μόνο ένα συναίσθημα: Δόξα τω Θεώ για ό,τι το ελάχιστο έχω πετύχει με τη βοήθεια του Θεού.
Πρώτα, είναι η αναγνώριση της αδυναμίας μου και των παθών της ψυχής μου: στη μικρότερη αποδυνάμωση της προσοχής μου ο νους μου γρήγορα αποστρέφεται όχι αυτό που είναι συνολικά αμαρτωλό, όπως οι ακάθαρτοι ή εχθρικοί λογισμοί, αλλά κυρίως τις μάταιες σκέψεις. Δεύτερον, υπάρχει ειλικρινής ευχαριστία στον Θεό, καθώς είναι έτοιμος να βοηθήσει στην πιο αναγκαία εργασία της σωτηρίας μας, την προσευχή, το μόνο πράγμα που είναι αναγκαίο για όλους τους χριστιανούς, ιδιαίτερα για μας τους μοναχούς. Και ο Κύριος με βοήθησε σε αυτό».

 Προείδε το τέλος του και το προείπε. Εκοιμήθη στις 2.10.1937 λέγοντας την ευχή του Ιησού. Εξέπνευσε στα χέρια του καλού του υποτακτικού Νικοδήμου λέγοντας τη λέξη της ευχής «ελέησόν με». 
Η κηδεία του ήταν αναστάσιμη στο ναό της Αγίας Τριάδος, όπου χρόνια προσευχόταν.
 Ο Γέροντας Σωφρόνιος (†1993) έλεγε: «Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως τέτοιοι ασκητές σαν τον Γέροντα Θεοδόσιο αναπαύονται στη χορεία των αγίων».Θα τελειώσω τη γραφή αυτή μ’ ένα λόγο του Γέροντος Θεοδοσίου που με συγκίνησε αφοπλιστικά: «Ο Χριστός αγαπούσε τους γραμματείς και τους Φαρισαίους. Η καταγγελία του ήταν αποτέλεσμα της αγάπης του γι’ αυτούς. Ο Χριστός δεν επέκρινε τις ψυχές αυτών των Φαρισαίων, αλλά τον φαρισαϊσμό τους, ο οποίος είναι το κακό από το οποίο οι ίδιοι βασανίζονταν και ακριβώς με αυτό τον τρόπο σε αυτό βρισκόταν η αγάπη του γι’ αυτούς! …».
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Παϊσίου Νεοσκητιώτου μοναχού, Γέροντας Θεοδόσιος ο ασκητής των Καρουλίων, Άγιον Όρος 2007.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ. 309-312, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου

Παλιά,Γέροντα,ήταν καλύτερος ο κόσμος;

-Παλιά,Γέροντα,ήταν καλύτερος ο κόσμος;
– Όχι πώς ήταν καλύτερος, μόνον που οι παλαιοί άνθρωποι είχαν την απλότητα και τον καλό λογισμό. Σήμερα οι άνθρωποι τα βλέπουν όλα με πονηριά, γιατί τα μετρούν όλα μόνο με το μυαλό. Το ευρωπαϊκό πνεύμα πολύ κακό έκανε. Αυτό είναι που σακάτεψε τους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι τώρα θα ήταν σε πολύ καλή πνευματική κατάσταση, γιατί οι πιο πολλοί λίγο‐πολύ είναι μορφωμένοι, και θα μπορούσες να συνεννοηθής. Αλλά τους δίδαξαν την αθεΐα, όλα αυτά τα σατανικά, όποτε τους αχρήστεψαν και δεν μπορείς να συνεννοηθής. Παλιά δεν μπορούσες να συνεννοηθής με κάποιον, αν δεν είχε ευλάβεια, δεν είχε και μόρφωση.

Θυμάμαι, ένας καλόγερος μία φορά, όταν άκουσε στην Προηγιασμένη να μνημονεύουν «Γρηγορίου, Πάπα Ρώμης» νόμιζε ότι μνημόνευαν τον Πάπα της Ρώμης και σκανδαλίσθηκε. «Δεν το περίμενα, είπε. Παπιστές γινήκατε!», και σηκώθηκε και έφυγε από την Εκκλησία! Νά, βλέπεις τί κάνει η άγνοια!
Η άγνοια είναι φοβερό.
Το μεγαλύτερο κακό κάνουν αυτοί που έχουν ευλάβεια και βλάβη μαζί. Χωρίς να εξετάζουν, δημιουργούν προβλήματα.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Κόρη μου, να πηγαίνεις στην Εκκλησία

Κόρη μου, να πηγαίνεις στην Εκκλησία

Σ’ένα από τα μεγάλα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας συνέβη το εξής περιστατικό.
Η μητέρα μιας κοπέλας, καλή και ευσεβής, έφυγε για την αιώνια Βασιλεία του Θεού.
Πράγματι, ήταν μια γνήσια χριστιανή σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής της. Την Κυριακή, εκτός αν ήταν άρρωστη, πρωί-πρωί ξεκινούσε για την Εκκλησία κι εκεί η καθαρή και φιλόθεη ψυχή της πραγματικά συναντούσε κι ερχόταν σε επικοινωνία με τον Θεό. Συχνά-πυκνά κοινωνούσε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που της έδινε ζωή και δύναμη.
Και η κόρη της καλή κοπέλα ήταν, αλλά μετά τον θάνατο της μητέρας της αραίωσε τον εκκλησιασμό και δεν πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Κι αν πήγαινε, πήγαινε προς το τέλος.
Και για να δικαιολογηθεί στη συνείδησή της, που την έτυπτε, προφασιζόταν ότι είχε πολλές δουλειές, την φροντίδα των ζώων και δεν την έφθανε ο χρόνος. Οι συνηθισμένες προφάσεις, ενώ, όταν θέλει ο άνθρωπος, βρίσκει λύσεις για όλα.
Έτσι συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση και η ψυχή της όσο πήγαινε και πάγωνε, όπως ένα κάρβουνο, όταν το βγάλεις έξω από την φωτιά σβήνει και παγώνει!
Ένα βράδυ όμως, κατ” ευδοκίαν Θεού ,έγινε η άνωθεν παρέμβαση. Δηλαδή της εμφανίστηκε στον ύπνο της η κεκοιμημένη μητέρα της μέσα σε άπλετο φως και της είπε στοργικά τα εξής αξιοπρόσεκτα λόγια:
– Κόρη μου, να πηγαίνεις την Κυριακή στην Εκκλησία. Εμείς εδώ επάνω, εκείνη την ώρα είμαστε όλοι κάτω από τον Παντοκράτορα και χαιρόμαστε όταν βλέπουμε κάποιον δικό μας να έρχεται στην Εκκλησία να δοξολογεί τον Θεό!
Και πρόσθεσε: – Να πηγαίνεις παιδί μου πρωί, ν” ακούς τα ωραία λόγια του Όρθρου και όχι στην τρίτη καμπάνα.
Αυτό το θεόσταλτο όνειρο συγκλόνισε την κόρη. Από τότε κάθε Κυριακή πρωί-πρωί πηγαίνει πρόθυμα στην Εκκλησία. Έχει πια την βεβαιότητα ότι θα παίρνει κι εκείνη την ευλογία του Παντοκράτορα, αλλά και την ευχή της μανούλας της.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Μοναχός Αρτέμιος Γρηγοριάτης (1848 – 8 Αυγούστου 1941)

Γεννήθηκε στο Γεωργίτσι Λακωνίας το 1848. Προσήλθε στη μονή Γρηγορίου το 1878 κι εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός μετά διετία.Διήλθε από πολλά διακονήματα της μονής με εργατικότητα, αυταπάρνηση και φιλοτιμία.Δεν λησμονούσε καθημερινά το «δι’ ο εξήλθεν του κόσμου». Ποτέ του δεν κατέκρινε κανέναν. Αρκείτο στα ευτελέστερα των ενδυμάτων. Η κλίνη του τον φιλοξενούσε για ελάχιστες ώρες του ημερονυκτίου. Από ώρες πριν, καθήμενος στο σκαμνί του, φορώντας το ράσο και το κουκούλι του ανέμενε το πρώτο τάλαντο. Άλλοτε πάλι έμενε ώρες γονατιστός στο παρεκκλήσι της Αγίας Αναστασίας. Στο στασίδι του πάντα, όρθιος, ακόμη και στη γεροντική ηλικία. Θεωρούσε δικαιολογημένα την κάθε δοκιμασία θεϊκή ευλογία. Τα θαύματα δεν τον παραξένευαν και δεν τον εξέπλησσαν. Τα θεωρούσε φυσικά.
Η θεοφιλία και θεοτοκοφιλία του κρυβόταν στα βάθη της καρδιάς του. Αγγελοφάνειες τον ενδυνάμωναν στον αγώνα του.Απλός, απροσποίητος, ανυπόκριτος, ντόμπρος, θαρραλέος, λεβέντης. «Ο Θεός αποκαλύπτεται στους λεβέντες»! έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης. Νέος είχε πάει στη Θράκη με άλλους συμπατριώτες του για ν’ αγωνισθεί κατά των Τούρκων. Μετά από προδοσία κατέφυγαν στο Άγιον Όρος, για να κρυφτούν, και φιλοξενήθηκαν για λίγο στη μονή Ιβήρων. Ο π. Αρτέμιος, τότε Αθανάσιος Φασουλόπουλος, εξομολογήθηκε στον περίφημο Πνευματικό παπα-Σάββα Μικραγιαννανίτη († 1908), ο οποίος προείπε τη μοναχική του αφιέρωση.Όταν κάποτε ήταν σ’ ένα μετόχι της μονής και πήγαινε στην αγορά να ψωνίσει, επέστρεφε με άδεια χέρια, γιατί ό,τι είχε τα μοίραζε στους φτωχούς και τα γεροντάκια. Υπόμενε πάντοτε τα πάντα για τον Χριστό. Όταν κάποτε παραπονέθηκε στην αρρώστια του: «Κύριέ μου, γιατί να υποφέρω τόσο πολύ;», είδε τον Χριστό να του δείχνει τα χέρια και την πλευρά του: «Κοίταξε πόση υπομονή έκανα. Συ για την αγάπη μου δεν υπομένεις;».Τα τέλη της ζωής του ήταν χριστιανά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά. Προέβλεψε τον θάνατό του και βάδισε προς αυτόν με αγαθές ελπίδες για τη σωτηρία του. Στην κοίμησή του συνέπεσε να είναι εκεί ο μητροπολίτης Μιλητουπόλεως Ιερόθεος. Με γαλήνη και με το κομποσχοίνι στο χέρι του λέει ο π. Αρτέμιος: «Φεύγω, δεσπότη μου, φεύγω. Θέλω να ευχηθείς να ευρώ έλεος παρά Κυρίου». Του λέει: «Θα γίνεις καλά. Θα ξανασυναντηθούμε». Του ανταπαντά: «Ελπίζω να ξανασυναντηθούμε εκεί, όπου ορίσει το θείο Του θέλημα, αλλά σήμερον κάμετε αγάπη και μείνετε. Και αύριο φεύγετε, θέλω ακόμη την τελευταία ευχή σου». Μετά δίωρο, αφού μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων, παρέδωσε το πνεύμα του λέγοντας: «Δόξα σοι, Κύριέ μου, δόξα σοι». Το, όπως πάντοτε, φειδωλό μοναχολόγιο της μονής του καταλήγει: «Απεβίωσεν εν τω γηροκομείω της Μονής τη 8η Αυγούστου 1941, εις ηλικίαν 93 ετών».Έγραφε ο ίδιος στον εαυτό του: «Να γένης καλόγερος. Μοναχός πτωχός, παρθένος, αγνός. Νηστεία και αγρυπνία και προσευχή. Ανάγνωσιν εις τας θείας Γραφάς με προσοχήν, με σύνεσιν, με οικονομίαν, με υπακοήν, με πίστιν, με ελπίδα μεγάλην, με φρόνησιν και με σωφροσύνην». Έτσι έγραφε κι έτσι έπραττε σε όλη τη μοναχική του ζωή.


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

ΜΟΝΑΧΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΕΝΑΓΙΑΣ

Γεράσιμος μοναχός Μενάγιας 1881-1957

Γεννήθηκε τὸ 1881 στὴν Κέρκυρα ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια –τὸ ὄνομά του Σπυρίδων Μενάγιας. Στὸ Γυμνάσιο ἦταν μαθητὴς τοῦ νεοέλληνα λογοτέχνη Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη. Ἐσπούδασε ἐπὶ ἕξι χρόνια στὴν Ζυρίχη χημεία· ἐκεῖ παρεσύρθη ἀπὸ τὴν θεωρία τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τὸν ἀντίθετο πνευματισμό, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνώρισε τὴν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου καὶ τὸν συνετάραξε τόσο ποὺ ἔγινε αἰτία τῆς ἐπιστροφῆς του στὴν ἑλληνορθόδοξη πίστη. Τὸ 1905 ἐγκαταλείπει τὴν Ζυρίχη καὶ κατατάσσεται ἀπὸ πατριωτισμὸ στὸ πλευρὸ τοῦ μακεδονομάχου Παύλου Μελᾶ. Ἐπέστρεψε στὴν Ζυρίχη καὶ τελείωσε ἀριστοῦχος τὸ Πανεπιστήμιο. Ἐργάστηκε πρῶτον στὴν Αἴγυπτο καὶ κατόπιν στὴν Ἀθήνα στὸ Ὑπουργεῖο Ἐπισιτισμοῦ. Τὸ 1917, περίοδος πολέμου, ἡ ἔλλειψις τῶν καυσίμων τὸν ἔκανε νὰ ἐφεύρῃ συνθετικὸ πετρέλαιο ἀπὸ ἄλλες ὕλες. Σὲ κάποιο πείραμα ἀπὸ ἔκρηξη ἔπαθε σοβαρὰ ἐγκαύματα. Τὰ κηρύγματα τοῦ πατρὸς Διονυσίου Φαραζούλη στὴν Ἀθήνα τὸν ἐντυπωσιάζουν, πλησιάζει στὴν ἐκκλησία καὶ δὲν ἀργεῖ νὰ κάνῃ τὸ πρῶτο ταξίδι στὸν φάρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ 1920.

Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπαφές του ἦταν ὁ γερο-Ἀβιμελέχ (φωτ. δεξιά), ἐρημίτης τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης. Ἐπηρεασμένος ἀπὸ αὐτὸν στὴν δεύτερη ἐπίσκεψή του κοινοβίασε στὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων, στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, στὸν ἡσυχαστὴ γέροντα Καλλίνικο (φωτ. αριστερά). Ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία 39 ἐτῶν, μὲ τὸ ὄνομα Γεράσιμος.

Τὴν ἡμέρα τῆς κουρᾶς οἱ δαίμονες τὸν ἐκτύπησαν τόσο ἰσχυρά, ποὺ ἔμεινε αναίσθητος καὶ ἀπὸ τότε τὸν ἐνοχλοῦσαν τακτικὰ ἀπὸ φθόνο, ἀλλὰ αὐτὸς μὲ τὴν κοθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ ξεγλιστροῦσε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Μιὰ φορά, ποὺ κινδύνευσε ἀπὸ χιονοθύελλα στὸν δρόμο τῆς Κερασιᾶς πηγαίνοντας γιὰ τὴν Μεγίστη Λαύρα, Ἄγγελος ὑπὸ μορφὴ παιδίου τὸν ὁδήγησε στὸν κάτω δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Λαύρα.

Λίγο κάθησε μὲ τὸν γέροντα Καλλίνικο στὰ Κατουνάκια. Λόγοι ὑγείας τὸν ὁδηγοῦν τὸ 1925 στὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ὅπου τὸ κλίμα εἶναι ξερό. Ἐκεῖ σὲ τόπο πανέρημο, ἄνυδρο, σὲ μία ἀπόκρημνη πλαγιὰ κάτω ἀπὸ τὸ Καρμήλιον ὄρος ἔζησε περίπου 15 χρόνια. Ἔτσι τὸ ἀρχοντόπουλο τῆς Ἀθήνας κατοικεῖ μέσα σὲ καλυβάκι ἀπὸ χωματόπλινθες χωρὶς καμία γήινη παρηγοριά, διαιτώμενος ἁπλὰ μὲ παξιμάδι, χόρτα καὶ λίγα ὄσπρια. Ἡ καθημερινὴ πνευματική του τροφή, εἶναι ἡ προσευχή, ἡ νηστεία καὶ ἡ ὑπακοή. Μία φορὰ ποὺ δὲν εἶχαν προζύμη ὁ πάτερ Γεράσιμος πῆρε τὸ κομποσχοίνι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ποὺ εἶχε ὡς κειμήλιο, σταύρωσε μὲ τὸν παπα-Βαρθολομαῖο τὸ ζυμάρι καὶ ἔφτιαξαν πρόσφορα.

Στὸν Πόλεμο τοῦ 1940 βρίσκεται διερμηνεὺς στὶς Καρυές, καὶ στὸ φυλάκιο τῶν Γερμανῶν ἀπέναντι τῆς ῥουμανικῆς Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προσέφερε μεγάλες ὑπηρεσίες στὸ Ἅγιον Ὄρος. Μὲ τὴν εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος μεταφράζει τὸ ἔγγραφό της στὰ γερμανικά, πρὸς τὸν ἴδιον τὸν Χίτλερ, στὸ ὁποῖο οἱ Πατέρες τὸν παρακαλοῦν νὰ θέσῃ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὐπὸ τὴν προστασίαν του, ἐπισημαίνοντες εἰς αὐτόν, τὴν μοναδικότητα τῆς αἰωνόβιας ζωῆς τοῦ Ἄθω. Ἔσωσε πολλοὺς πατέρες ἀπὸ βέβαιο θάνατο ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.

Στὴν περίοδο αὐτὴν μετακινεῖται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βασίλειο ἕως τὴν Λαύρα, ἡ ὁποία τοῦ παραχωρεῖ γιὰ διαμονὴ τὸ σπήλαιον τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἐκεῖ προσβάλλεται ἡ ὑγεία του ἀπὸ τὸ κλίμα τοῦ σπηλαίου καὶ ἐπιδεινώνεται τὸ καρδιακό του νόσημα.

Μεταφέρεται στὴν Μεγίστη Λαύρα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου. Τὸ 1950 νοσηλεύεται στὴν Ἀθήνα –οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μεταδώσῃ τὶς πατερικὲς ἐμπειρίες του στὸν διψασμένο κόσμο τῆς πρωτεύουσας. Τὸ 1953 ἐπιστρέφει στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, ὅπου πέρασε τὰ τελευταῖα χρόνια του. Στὶς 30 Ἰανουαρίου τοῦ 1957, τὴν ὥρα τοῦ μεσονυκτικοῦ, ἀφοῦ μετέλαβε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, παρέδωσε τὴν ὁσίαν του ψυχήν, εἰς χείρας Θεοῦ ζῶντος.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας -....Φώτης Κόντογλου

 
Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νούς και ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα ή να αποκτήσουν κτήματα κι΄ άλλα πλούτη, για να τα έχουνε στην ανάγκη τους.

Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στα άλλα πλούτη. Αλλά τί να πεί κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή και που λένε πως έχουνε την ελπίδα τους στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι απο την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στα αδέρφια τους, τους φτωχούς, κι ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη?


Στη ζωή μου είδα πως οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι απορεί κανένας πώς μπορούνε να συμβιβάσουν μια ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει : '' Μή φροντίζετε για το τί θα φάτε και για το τί θα πιείτε και για το τί θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι΄ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίστηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι αύριο το καίνε στο φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, πόσο περισσότερο θα φροντίσει για εσάς ολιγόπιστοι?

Αυτά είναι λόγια καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατι πως μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι απο τους άθεους? Θα πεί πως νομίζει πως θα ξεγελάσει τον Θεό. Αλλά ''Θεός ού μυκτηρίζεται'', δηλαδή ο Θεός δεν περιπαίζεται.

Κι όμως η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι καλά γαντζωμένος στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησία, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές απο την αγάπη του για τον Χριστό, αλλά να μην μπορεί να ξεγαντζωθεί απο τα λεφτά κι απο την μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ΄αυτούς. Είναι ολότελα πονηροί κι ότι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι ό,τι κερδίσουν. " Βάστα γερά ", σου λέει , τα λεφτά , που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για να έχεις το μέσο και με τον Χριστό. "Αν βγούνε αληθινά τα λόγια του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι απο εκει την σιγουριά. Ό,τι και να γίνει , είναι κανένας κερδισμένος"

Ο Απόστολος Παύλος λέει: " Αν πιστεύουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη την ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι".  Γιατί οι ψευτοχριστιανοί παρακαλούνε τον  Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός και η Παναγία δεν τρέξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν  καταπάνω στα αδέρφια τους.

Ο Απόστολος Παύλος λέει πάλι αλλού: " Είναι καλό να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του Θεού, κι όχι με φαγητά ( δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα ) που μ΄αυτά δεν ωφεληθήκανε όσοι αφιερώσανε την ζωή τους σ΄αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ΄αυτά εξασφαλίζονται". Γιατί " επελθών γαρ ο θάνατος , ταύτα πάντα εξηφάνισται".

Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο απο την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ΄αυτό  το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θα έπρεπε ο κάθε άνθρωπος να το έχει μέρα νύχτα μπροστά του? 

Μα εμείς κάνουμε σαν την στρουθοκάμηλο, που χώνει το κεφάλι της στην άμμο, για να μην βλέπει τον φονιά της, και νομίζει οτι κρύφτηκε απ ΄ αυτόν.

Πόσο αξιολύπητοι σ΄ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γής.Ενώ βλέπουν καθαρά πως το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους απο καταβολής κόσμου, και πως τ΄ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι αυτούς, εκείνοι δώστου και καταγίνονται με μάταια και ψευδή, με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία και με ανοησίες, που διαλαλώνται σ΄ολη την οικουμένη.
Ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς!
Τί φτώχεια αληθινά απο κρίση κι απο γνώση! Κι απο τέτοιους κυβερνιέται ο κόσμος. Ή οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τους αποθεώνουν οι άλλοι οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενω ξέρουν καλά πως δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα σβήσουν όλοι απο τον κόσμο!

Πηγή: Βιβλίο του Φώτη Κόντογλου - Ασάλευτο Θεμέλιο.  

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Το πένθος στο Άγιο Όρος


…Όταν για πρώτη φορά παραβρέθηκα σε αγιορείτικη κηδεία και μάλιστα γνωστού και σεβαστού μου προσώπου, παραξενεύτηκα για το ότι, καθ’ όλη την εξόδιο ακολουθία και την προς το κοιμητήρι λιτάνευσι και την της ταφής κανείς δεν έδειχνε ότι πενθή και κανένα δεν είδα να κλαίη, να δακρύζη, να δείχνη λυπημέος.
Σε κάποιες στιγμές, από εγκόσμια συνήθεια ως φαίνεται, μου ήρθε αυθόρμητα κόμπιασμα στο λαιμό και λίγο ακόμα θα ξέσπαγα σε λυγμούς και θα καταντούσα στα επακόλουθά των. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως όλοι οι κύκλω μου θα άφηναν τον νεκρό και θα έστρεφαν τα βλέμματα προς εμένα. «Έπνιξα» λοιπόν κι εγώ τα πάντα μέσα μου και παρίστανα τον ψύχραιμο και λιθοκάρδιο.

Στην πρώτη μου μετά ταύτα συνάντησι με τον πνευματικό, τους «κατήγγειλα» όλους ως αθεόφοβους, ως ασυγκίνητους και συλλήβδην ως χαλκοσπλάχνους. Μου διώρθωσε όμως τους αρχαριακούς λογισμούς, την υποκρυπτόμενη οίησι και το κοσμικό φρόνημα, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε έκτοτε και μέχρι σήμερα, οσάκις συμβαίνει να βρίσκωμαι έξω και να παρίσταμαι σε κοσμικού κηδεία, να μούρχεται να κλαίω όχι για τον εκφερόμενο μακαρίτη, αλλά για τους μαυροφορούντας συγγενείς και φίλους του, που τόσο εύκολα και γοερά θρηνολογούν και κλαίνε.
Στο Αγιονόρος μας δεν πενθούμε ούτε εκδηλωνόμαστε όπως οι λαϊκοί στον κόσμο, αλλά έκπαλαι και μέχρι σήμερα παρατηρούνται ως επακριβώς ισχύοντα, τα όσα αγιογραφικώς απαιτούνται και καθώς οι άγιοι πατέρες μας ως διδαχή και πράξι τα θέσπιζαν και τα καθιέρωναν στην ζωή των πνευματικών τους τέκνων. Τους ευγνωμονούμε, που φρόντισαν για την καταγραφή των, προς βοήθεια και σύνεσι και ημών των ελαχίστων και ταλαιπώρων:
«Μη τοίνυν επί τοις αποθνήσκουσι πενθώμεν απλώς, μηδέ επί τοις ζώσι χαίρωμεν απλώς, αλλά τι; Πενθώμεν τους αμαρτωλούς μη αποθνήσκοντας μόνον, αλλά και ζώντας· χαίρομεν δε επί τοις δικαίοις, μη ζώσι μόνον, αλλά και τετελευτηκόσιν. Εκείνοι μεν γαρ και ζώντες τεθνήκασιν, ούτοι δε και αποθανόντες ζώσιν· εκείνοι και ενταύθα όντες ελεεινοί πάσιν εισίν, επειδή Θεώ προσκρούουσιν· ούτοι και εκεί μεταστάντες μακάριοι, ότι προς Χριστόν απήλθον». (Ι. Χρυσοστόμου, Λόγος Δ’ εις Φιλιπ., 1, 19-21,ΕΠΕ 21, σελ. 434, εξ.).
Η επί τα απλούστερα κάτωθι ελευθέρα απόδοσις, γίνεται χάριν των δυσκολευομένων, διότι και αυτών «οφειλέτης ειμί» (Ρωμ. 1, 14):
Δεν πρέπει να πενθούμε απλώς και ως έτυχε για κείνους που πεθαίνουν, ούτε δε και να χαιρώμεθα αδιακρίτως και εξ ίσου για όσους ζούνε. Αλλά πως; Να πενθούμε τους αμαρτωλούς όχι μόνο κατά την θανή και την ταφή τους, αλλά και όταν ζούνε ακόμη· να χαιρώμαστε δε για τους ευσεβείς και εναρέτους όχι μόνο όταν ζούνε, αλλά και όταν εν Κυρίω αποθνήσκουν. Διότι εκείνοι μεν και ενώ ακόμη ζουν θεωρούνται και είναι πεθαμένοι, οι δε ενάρετοι και αν είναι πεθαμένοι, ζούνε αιωνίως. Εκείνοι και εδώ ευρισκόμενοι ελεεινοί και αξιοθρήνητοι από όλους λογίζονται και είναι, αφού αντίθετα προς το θέλημα του Θεού διάγουν· ενώ οι ευσεβείς, και όταν πεθαίνουν πανευτυχείς είναι, επειδή προς τον Χριστό εκδημούν και στις ατελεύτητες απολαύσεις των απ’ τον Ίδιο ετοιμασμένων αγαθών καταφθάνουν.
Από το βιβλίο Θεομητορικά και Εξόδια στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου

Μονοπάτια στον Παράδεισο


Ξεκινήσαμε πρωί από την ιερά μονή του Φιλοθέου με προορισμό το μοναστήρι του Καρακάλου. Ο καιρός φθινοπωρινός, βροχερός, σε προκαλεί και σε προτρέπει να αναδυθείς μέσα από τις φθαρτές απεικονίσεις και να αγγίξεις τα αιώνια και άφθαρτα. Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό στον Αγιώνυμο Άθωνα είναι συνάντηση με την αιωνιότητα, εμποτισμός και πρόγευση παραδείσου μέσα από την ζώσα επαφή σου με την παρθενική φύση και την οργιαστική βλάστηση, κυρίως δε με την αυτοθέλητη συγκαταρίθμησή σου στη χορεία των συνοδοιπόρων στα μονοπάτια και στα περάσματα του Παραδείσου.

Ακολουθούμε το πεζοπόρο μονοπάτι – για πόσο ακόμη άραγε; – για την ιερά μονή του Καρακάλου. Κοντά μια ώρας δρόμος με αργό αλλά σταθερό βηματισμό μέσα από ένα καταπράσινο δάσος με οξιές και βελανιδιές, με καθαρά τρεχούμενα νερά, μικρά και πρόχειρα γεφύρια, μυρωδιές διανθισμένες με βρόχινο νερό που βάλθηκε να απεκδυθεί στο ήδη υγρό και νωπό αγιορείτικο χώμα.
Ακούσματα πουλιών, ισχνά και μακρύβολα, μόλις που ακούγεται η μονολόγιστη ευχή των συνπροσκυνητών μου «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό», που ισοκρατεί με την περιρρέουσα αγιαστική ατμόσφαιρα και ο συννεφιασμένος ουρανός, λες και βάλθηκε να αποποιηθεί το γκρίζο του χρώματός του στις σκοτεινές ανταύγειες που στέλνει γύρω του.
Τί να πρωτοθαυμάσει κανείς! Στα ακούσματά μου ηχούν ακόμη ο συγκερασμός των σημάντρων και των ταλάντων από τις ορθρινές ακολουθίες και δεσπόζει ο λόγος του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, που τόσο γλαφυρά ανέγνωσε στην τράπεζα ο αναγνώστης μοναχός: «Ταπείνωση δεν είναι να μιλάς ταπεινά για τον εαυτό σου, αλλά να μη λες τίποτα για τον εαυτό σου».
«Όσο πηγαίνομε, ο Άθως ξεδιπλώνεται. Κόκκινα στίγματα ευφραίνουν τους σμαραγδένιους του κυματισμούς – τα κελλιά. Είναι αμέτρητα. Βυθίζονται στο πράσινο, σκαρφαλώνουν στις ανηφοριές, φωλιάζουν στις λαγκαδιές, κατεβαίνουν στη θάλασσα» (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Άγιον Όρος, Εστία, Αθήνα 1997, σελ. 47). Η περιπλάνηση στον Άθωνα δεν έχει αρχή και τέλος γιατί ωσαύτως δεν έχει τέλος η οικείωση της θείας εμπειρίας της Εκκλησίας που εδράζεται αγιοπνευματικά και χαριτωμένα στην Αποκάλυψη του Παναγίου Θεού στον κόσμο.
Αυτή η αποκάλυψη είναι εμπειρικά βεβαιωμένη μέσα στην Εκκλησία με αποτέλεσμα ο πιστός να γεύεται και να πανηγυρίζει λειτουργικά το συνεχές παρόν της ζωής του ως μετοχή και οικείωση στην Αιωνιότητα, που δεν είναι άλλη παρά η πρόγευση των υπερκοσμίων και αρρήτων και η μέθεξη του αποκαλυφθέντος από την αγαστή συνεργία της αίσθησης και της ενεργούμενης γνώσης του πιστού.
Προσκυνητάρια, πρόχειρες μα τόσο φιλόξενες απλωταριές , υπαίθρια κιόσκια υποβαστάζουν τον κόπο των προσκυνητών και σε ανεφοδιάζουν με αποθέματα υπομονής για να συνεχίσεις το μονοπάτι.
Πλησιάζουμε στο μοναστήρι του Καρακάλου. «Η μονή ησυχάζει. Το κύμα του μεγάλου του κόλπου νανουρίζει την απραξία της, σβήνοντας απάνω στα χαλίκια ρυθμικό και ήρεμο. Είμαστε μπροστά στον θολωτόν πυλώνα, που κρύβει στην κοιλότητά του ζωγραφισμένη την Παρθένο, καθώς όλοι οι πυλώνες των μοναστηριών και περιμένομε να προβάλη ο πορτάρης» (Ζ. Παπαντωνίου, Άγιον Όρος, σελ. 31).
Επιβλητικό μοναστήρι. Με συνεπαίρνει ο φρουριακός και αγέρωχος πύργος του, πάνω από την είσοδο στη νοτιοδυτική πλευρά της μονής.
Οι πυρφόρες πολεμίστρες του, το αδιάσειστο στους αιώνες περίγραμμα των αετωμάτων του, η υψωμένη κυματίζουσα με τις δαντελλωτές επάλξεις εθνική μας σημαία παρακινεί σε πνευματική εγρήγορση και διδάσκει το ¨αποίκιλον¨ και ανεπιτήδευτον του αποτελέσματος, εδώ που όλα είναι τόσα απλά, τόσο απροσποίητα μα και τόσα αληθινά και παραδείσια!
«Ουχ ο τόπος αλλά ο τρόπος» όμως διδάσκει ο Πατερικός λόγος και αναζητώ μονοπάτια στον Παράδεισο γύρω μου. Μέσα στον κόσμο, ως μέρος εγώ του κόσμου και απεχθές τμήμα του, εναρμονίζω τον άναρχο βηματισμό μου με προορισμό τα μονοπάτια που οδηγούν στον Παράδεισο.
Και διδάσκομαι την απλότητα και την απροσποίητη κατάθεση της αγάπης μου μέσα στην πνευματοκίνητη, αιώνες τώρα, παράδοση της Εκκλησίας, το ¨αποίκιλον¨ και ¨ασχημάτιστον¨ της συμπεριφοράς που υποδηλώνει ¨πείρα¨ πνευματική, που χαράσσει μονοπάτια ουράνια, που μυρίζει Παράδεισο και νωπό αγιορείτικο αγιασμένο χώμα.
Αθωνικά μονοπάτια αλησμόνητα, νοσταλγικά, λυτρωτικά! Αθωνικά μονοπάτια Παραδείσια!
Υπό Δημητρίου Π. Λυκούδη Θεολόγου – Φιλολόγου,
ΜΑ.,ΜΑ. Θεολογίας, Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
Πηγή:  fdathanasiou.wordpress.com

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Διήγησις περί τοῦ Σεργίου

korufaia-meri-na-deis-iliovasilema-20

Κάποιος μοναχὸς ποὺ τὸν λέγανε Ἀββακοὺμ μοῦ διηγοῦνταν καὶ μοῦ ἔλεγε·
Στὴν Ταμιάθη, στὴν Αἴγυπτο, βρῆκα ἕνα βιβλίο παλιὸ καὶ ὅταν τὸ ξεφύλλισα ἔπεσα πάνω στὸ κομμάτι αὐτό. Σ’ ἕναν μοναχό, ποὺ τ’ ὄνομά του ἦταν Ἐλπίδιος, κήρυξε πόλεμο ὁ αἴτιος κάθε κακοῦ, ὁ διάβολος, μὲ τὸν δαίμονα τῆς ἀκηδίας, στὸ κελλί του μέσα. Πολὺ βαστοῦσε ὁ πόλεμος καὶ ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ τράβηξε πιὸ μέσα στὴν ἔρημο, ποὺ τὴν λέγανε Ἕλος. Ὅταν πλησίαζε ἐκεῖ, βλέπει ἕναν ἄνθρωπο γυμνό, γέρο πολύ, ποὺ μόλις τὸν ἀντίκρυσε τὄβαλε στὰ πόδια, βαθιὰ μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ μοναχὸς Ἐλπίδιος τὸν πῆρε καταπόδι γιὰ ἀρκετὸ διάστημα καὶ τὸν ἐξόρκιζε· στάθηκε ἐκεῖνος καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται.
Μετὰ τὴν προσευχὴ τοῦ λέει· «Ποιὸς εἶσαι, ἀδελφέ, πῶς ἦρθες ἐδῶ καὶ γιατὶ κόπιασες τόσο;». Τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος καὶ τοῦ εἶπε· «Μὲ πολέμησε, σεβάσμιε Πάτερ, ἡ ἀκηδία στὸ κελί μου μέσα καὶ σηκώθηκα καὶ τράβηξα στὴν ἔρημο. Πορευόμουν καὶ συνάμα προσευχόμουν στὸν φιλάνθρωπο Θεὸ νὰ φύγει ἀπὸ πάνω μου ὁ δαίμονας τῆς ἀκηδίας καὶ συλ- λογιζόμουν καὶ τοῦτο, μήπως βρῶ κανέναν δοῦλο τοῦ Θεοῦ ποὺ νὰ θέλει νὰ προσευχηθεῖ γιὰ μένα. Καὶ νά! παράβλεψε ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεὸς τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ ἔστειλε τὴν ἁγιότητά σου. Σὲ ἱκετεύω λοιπόν, Πάτερ, γιὰ τὸν Θεό, προσευχήσου γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ δέξου με (ἂν δὲν ἀπαξιεῖς) νὰ μείνω μαζί σου».
Ὁ Πατὴρ μὲ ἀσπάζεται καὶ μοῦ ἀποκρίνεται· «Εἶναι ἀδύνατο, παιδί μου, νὰ σὲ δεχτῶ νὰ μείνεις μαζί μου, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς στὸ ἐπιτρέπει».
Τοῦ λέει ὁ ἀββᾶς Ἐλπίδιος· «Κάνε μου τὴ χάρη, γιὰ τὸν Κύριο, σεβαστὲ Πάτερ, καὶ πές μου πῶς ἦρθες ἐδῶ, πόσο καιρὸ ἔχεις καὶ ποιὸ χάρισμα σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός».
Πρόθυμα ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε· «Πῶς ἦρθα ἐδῶ καὶ γιὰ ποιὸν λόγο, εἶναι ἐπειδὴ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ζήτησα νὰ σωθῶ. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ὁδήγησε τὴν ταπείνωσή μου καὶ ἔχω στὸν τόπο αὐτὸν κοντὰ ἑβδομήντα χρόνια καὶ δὲν ἔχω δεῖ ἀνθρώπου πρόσωπο μέχρι τώρα. Δὲν πάει πολὺς καιρὸς καὶ μεγαλοπιάστηκε ἡ καρδιά μου μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ δαίμονα ποὺ μισεῖ τὸ καλό, ὅτι τάχα ἔφτασα σὲ μέγα μέτρο ἀρετῆς, πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Πατέρες ποὺ ἀσκοῦνται στὴν ἔρημο.
Μὲ τὴ θεία πρόνοια μοῦ καρφώθηκε στὸν νοῦ ἄλλη μιὰ σκέψη· νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ δείξει μὲ ποιὸν βρίσκομαι στὴν ἴδια θέση καὶ ἂν ἄραγε ὑπάρχει κάποιος πάνω στὴ γῆ, ποὺ νὰ εἶναι ἰσάξιός μου. Καὶ νὰ ποὺ θερμοπαρακάλεσα τὸν Θεὸ γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες· τὴν ἕβδομη ἡμέρα ἀκούω μιὰ ἀόρατη φωνὴ νὰ μοῦ λέει· “Μὲ τὸ Σέργιο ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια εἶσαι στὴν ἴδια θέση”. Τἄκουσα, καταλυπήθηκα καὶ μονολόγησα· “Ἀλίμονό σου, καϋμένε Πῦρρε. Νὰ ἔχεις τόσα χρόνια ποὺ δουλεύεις στὸν Θεό, τόσο πολύ, τόσο σκληρά, καὶ λογαριάστηκες ὅμοια μ’ ἕναν ἀπὸ τὴν πόλη;”.
Μὲ τὴν ψωροπερηφάνειά μου πίστευα ὅτι ἡ φωνὴ ἔρχεται ἀπὸ τὸν ἐχθρό μου καὶ ἔτσι δυσπιστοῦσα. Γιὰ ἄλλες ἑπτὰ ἡμέρες πέφτω σὲ προσευχὴ καὶ ἀκούω τὴν ἴδια φωνὴ νὰ μοῦ λέει· “Σοῦ εἶπα ὅτι μὲ τὸν Σέργιο ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἔχεις τὸν κλῆρο καὶ τὴ μερίδα σου”. Τότε μονολόγησα· “Ἂν ἔτσι φαίνεται καλὸ στὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεό, δὲν θὰ πεθάνω ἂν δὲν δῶ ποιὸς εἶναι καὶ τί τελος πάντων κάνει”.
Μονομιᾶς πῆρα δρόμο, ἔφτασα στὴν Ἀλεξάνδρεια ,καὶ βάλθηκα νὰ ψάχνω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Μοῦ τὸν δείξανε ἀραγμένο σ’ ἕνα καπηλειό, παρέα μὲ κοινὲς νὰ διασκεδάζει καὶ νὰ χαζολογάει· οἱ πόρνες μπαινοβγαίνανε καὶ ὁ  Σέργιος αὐτοπροσώπως ἔκοβε κι ἔραβε καὶ ἔκανε κουμάντο. Μπαίνω στὸ καπηλειὸ καὶ ρωτάω νὰ μάθω ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ πολίτης Σέργιος. Μοῦ ἀποκρίνεται· “Ναι, ἐγὼ εἶμαι”. Τοῦ λέω· “Ἀδελφέ μου, σήμερα θέλω νὰ μοῦ κάνεις τὸ τραπέζι, μαζὶ νὰ φᾶμε”. Μοῦ λέει· “Ὅπως ἀγαπᾶς, ἀββᾶ μου, κάτσε λοιπόν”.
Τότε ὁ Σέργιος προστάζει τὸν κάπελα νὰ φέρει ὅλα ὅσα συνηθίζουν νὰ τρῶνε σ’ αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ἀναγκάστηκα ἐξαιτίας του μετὰ τόσα χρόνια νὰ τὰ φάω γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ μέσα μου σκεφτόμουν κάπως ἔτσι· “Ἂν ἔτσι τὸ θέλησε ὀ Θεὸς καὶ τάχτηκε μαζί μου, δὲν πρέπει μαζί του καὶ ἐγὼ νὰ κάτσω στὸ τραπέζι καὶ νὰ φᾶμε παρέα;”. Φάγαμε καὶ ἤπιαμε καὶ τὸ εὐχαριστηθήκαμε. Σηκωθήκαμε τέλος καὶ βγήκαμε ἔξω μαζί. Τὸν ρωτάω· “Ἔχεις σπίτι;”. Μοῦ λέει· “Ναί”. Τοῦ ξαναλέω· “Πᾶμε σπίτι σου, ἔχω κάτι σημαντικὸ νὰ σοῦ πῶ”. Ἐκεῖνος ἀπὸ μέσα του σκανδαλίστηκε, ὅτι τάχα μ’ ἔβαλε ὁ διάβολος σὲ πειρασμὸ νὰ θέλω νὰ ἁμαρτήσω. Καὶ μὲ καλοκοίταζε καὶ μὲ κατηγοροῦσε μέσα του καὶ ἀποροῦσε πῶς ἡλικιωμένος καὶ μὲ τέτοια ἄσκηση νικήθηκα ἀπὸ τέτοιο πάθος, ὅπως ἀργότερα μοῦ ἐξήγησε.
Πᾶμε λοιπὸν στὸ σπίτι του, προσεύχομαι καὶ καθόμαστε καὶ οἱ δυό.
Ἀφοῦ καλοκαθήσαμε τοῦ λέω· “Γιὰ τὸν Θεό, ἀδελφέ μου, πές μου τὴ ζωή σου καὶ τι καλὸ τελοσπάντων ἔχεις κάνει”. Ἀπόρησε, ἔμεινε ἔκπληκτος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ καὶ μοῦ ἀποκρίνεται· “Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, μὲ βρῆκες σὲ καπηλειὸ παρέα μὲ πόρνες νὰ τρωγωπίνω καὶ νὰ καυχιέμαι –ἐγὼ βλέπεις κάνω κουμάντο καὶ χωρὶς τὴν ἄδειά μου κανεὶς δὲν τὶς ἀγγίζει, πρῶτα σὲ μένα τὸ λέει καὶ ὅποια θέλει τοῦ τὴν δίνω– καὶ ἀκόμα, λές, θέλεις νὰ μάθεις γιὰ τὴ ζωή μου. Μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια τὰ εἶδες. Τί ἄλλο ζητᾶς να μάθεις ἀπὸ μένα;”.
Τὸν θερμοπαρακαλοῦσα καὶ τὸν ἐξόρκιζα νὰ μὴ μοῦ κρύψει ἂν ἔκανε κάποιο καλὸ καὶ τοῦ εἶπα ἀκόμα καὶ γιὰ τὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσα ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἔνιωσε θαυμασμὸ γιὰ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἀναστέναξε μέσα ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια του καὶ μοῦ εἶπε·
“Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, σεβάσμιε Πάτερ, θυμᾶμαι μιὰ φορά, μπαίνω ὅπως τὸ συνηθίζω σ’ ἕνα καπηλειὸ καὶ βλέπω μιὰ γυναίκα ὄμορφη, καθισμένη σὲ ἀργαλειὸ νὰ δουλεύει μὲ παραγγελίες. Τὴν λαχτάρησα καὶ λέω στὴν ταβερνιάρισσα· ‘Ἀπὸ ποῦ ξεφύτρωσε αὐτή;’. Μοῦ λέει ἐκείνη· ‘Ἀπὸ δῶ εἶναι’. Ξαναλέω· ‘Πήγαινε καὶ πές της ὅτι θέλω νὰ κοιμηθῶ μαζί της’. Μοῦ λέει πάλι· ‘Δὲν μοῦ πάει νὰ τῆς πῶ κάτι τέτοιο. Ἂν καὶ τώρα ἔχει ξεπέσει, πάλι, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε, ἀρχόντισσα εἶναι’. Μ’ ἔφαγε ἡ περιέργεια νὰ μάθω πῶς κατάντησε ἔτσι καὶ μοῦ ἐξήγησε ἐκείνη· ‘Ὁ ἄντρας της χρωστοῦσε στὸν ἄρχοντα αὐτῆς τῆς πόλης, τῆς Ἀλεξάνδρειας δηλαδή, ἑκατὸ νομίσματα καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ τὰ δώσει, τὸν ἔπιασε ὁ ἄρχοντας καὶ τὸν ἔριξε στὴ φυλακὴ καὶ πῆρε καὶ τὰ δυό της παιδιὰ καὶ τὰ ἔκανε δούλους. Ἔτσι κι αὐτὴ τριγυρνάει σ’ αὐτὰ τὰ χάλια, δουλεύει μέρα νύχτα μήπως καὶ μπορέσει νὰ τοὺς λευτερώσει’. Τέτοια πράγματα ἄκουσα ἀπὸ τὴν ταβερνιάρισσα καὶ τῆς λέω· ‘Πήγαινε καὶ πές της νὰ ’ρθει μαζί μου κι ἐγὼ θὰ τῆς δώσω τὰ ἑκατὸ νομίσματα’.
Μοῦ ξαναλέει· ‘Δὲν μπορῶ νὰ τῆς πῶ κάτι τέτοιο. Ξέρω ὅτι εἶναι σεμνὴ καὶ ποτὲ δὲν θὰ δεχτεῖ’. Γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ τῆς λέω· ‘Πήγαινε καὶ μίλησέ της, ἴσως πειστεῖ. Ἂν πάλι ὄχι, δὲν θὰ χάσεις τίποτε’. Συμφώνησε μὲ τὰ πολλὰ καὶ πάει καὶ τῆς μιλάει. Παρόλο ποὺ ἀναστέναξε καὶ δάκρυσε, συμφώνησε τελικὰ λέγοντας στὴν ταβερνιάρισσα· ‘Πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι φιλάνθρωπος, θὰ μοῦ συγχωρέσει τὸ ἁμάρτημα, ποὺ δίχως νὰ τὸ θέλω πρόκειται νὰ κάνω, ξέροντας ὅτι μέχρι τώρα δὲν ἔχω γνωρίσει ἄλλον ἄντρα. Μὰ τώρα, καιρὸ πολύ, ἀγωνίζομαι καὶ πολεμάω μέρα καὶ νύχτα νὰ λευτερώσω τὶς τρεῖς ψυχὲς καὶ δὲν τὰ καταφέρνω. Κουράσθηκα πιὰ καὶ δὲν ξέρω τί νὰ κάνω. Θὰ μοῦ ἦταν καλύτερο ἀναγκαστικὰ νὰ παραδοθῶ στὴν ἁμαρτία γιὰ χάρη τους’. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ γυναίκα τῆς ταβέρνας καὶ μοῦ λέει ὅτι συμφώνησε, ἐγὼ πάω καὶ φέρνω τὰ ἑκατὸ νομίσματα. Τὰ μετράω ἕνα ἕνα καὶ τῆς τὰ βάζω στὸ χέρι. Σηκώθηκε μὲ πολλὰ δάκρυα καὶ στεναγμούς, ἀλλὰ μπῆκε στὸ δωμάτιό μου λέγοντας· ‘Κύριε, σὺ ξέρεις τὸν πόνο μου, συχώρα με’. Τὴν ἄκουσα καὶ μοῦ μπήχτηκαν στὴν καρδιὰ τὰ λόγια της. Λέω λοιπὸν ἀπὸ μέσα μου· ‘Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, γιατὶ νὰ μὴν πάω μὲ ὅποια θέλω ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἔχω στὴ δούλεψή μου, νὰ κάνω καὶ τὸ κέφι μου; Ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν ὑπάρχει διαφορὰ σὲ τέτοια ἄνομη καὶ βρώμικη πράξη’. Ἔτσι σκέφτηκα καὶ τὴν ἄφησα νὰ φύγει μὲ τὰ ἑκατὸ νομίσματα. Ἐκείνη πῆγε καὶ τὰ ἔδωσε στὸν ἄρχοντα καὶ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὰ παράνομα χέρια του τὸν ἄντρα της καὶ τὰ παιδιά της”. Ἀκούγοντας τέτοια πράγματα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Σεργίου ἀναφώνησα· “Δόξα σοι ὁ μόνος φιλάνθρωπος Θεός. Στ’ ἀλήθεια, ἀδελφέ μου, δίκαια ἐξομοιώθηκα μαζί σου”. Ἀναστενάζει καὶ μοῦ λέει· “Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ ἄρεσε τόσο, ὅπως λές, στὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ ἐκ Θεοῦ ἦρθες σὲ μένα τὸν πράγματι ἁμαρτωλό, σεβαστὲ Πάτερ, καὶ κάτι ἄλλο, ἀκόμα καλύτερο θυμᾶμαι. Ἦταν κάποτε ἕνας ἄρχοντας, βίαιος, ἁμαρτωλὸς καὶ ξένος μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἦρθε ἐδῶ στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ καθημερινὰ ἔπαιρνε δυὸ-τρεῖς ἀπὸ τὶς γυναῖκες μου. Μιὰ μέρα ἔγινε νὰ περάσει ἔξω ἀπὸ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἐδῶ, καὶ εἶδε μερικὲς ὄμορφες μοναχὲς νὰ κοιτᾶνε πρὸς τὰ ἔξω καὶ φούντωσε ἡ λαχτάρα μέσα του. Ἔβαλε στρατιῶτες νὰ κυκλώσουν τὸ μοναστήρι καὶ μὲ κάθε ἀσφάλεια νὰ φυλάγουν τὶς πόρτες, μήπως ξεφύγει καμιά τους. Μπαίνει μέσα, τὶς μαζεύει ὅλες, τὶς μετράει καὶ τὶς βρίσκει ἑβδομήντα. Μοῦ τὶς παραδίνει καὶ μοῦ παραγγέλλει· ‘Δικές σου, κάντες ὅ,τι θέλεις. Κάθε μέρα, ὅσες καί νὰ σοῦ ζητάω, νὰ μοῦ στέλνεις ὥσπου νὰ συμπληρωθοῦν ἑβδομήντα’. Ἔτσι μοῦ παρήγγειλε ἐκεῖνος ὁ παράνομος ἄρχοντας καὶ ἔφυγε. Βαριαναστέναξα καὶ
μονολόγησα· ‘Ἀλίμονό μου, ὁ ἁμαρτωλός. Πόσο καιρὸ ἔμειναν παρθένες γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, λυώσανε τὰ σώματά τους μὲ τὴ νηστεία, τὴν ἀγρύπνια καὶ μὲ κάθε εἶδος ἀσκήσεως, προκειμένου νὰ τὰ παρουσιάσουν ἄσπιλα στὸν ἐπουράνιο καὶ ἀθάνατο νυμφίο, τὸν Χριστό, τὸν Θεό μας. Τώρα, μὲ τὴ μεσολάβησή μου πρόκειται νὰ χάσουν τόσο κόπο, τέτοιο ἀγώνα, βρωμισμένες ἀπ’ αὐτὸν τὸν αἱμοβόρο καὶ ἀσεβῆ ἄρχοντα; Μὴ γένοιτο νὰ κάνω ἐγὼ ποτὲ κάτι τέτοιο στὶς ἄσπιλες ἀμνάδες καὶ περιστέρες τοῦ Χριστοῦ’. Ἔστιβα τὸ μυαλό μου καὶ δὲν ἔβρισκα μὲ ποιὸ τρόπο νὰ τὶς γλιτώσω ἀπὸ τὸ βρωμερὸ ἀγκάλιασμα τοῦ ἄνομου ἄρχοντα, ἔφτασα σὲ ἀδιέξοδο καὶ θερμοπαρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μοῦ στείλει μιὰ ἰδέα κι ἕναν τρόπο, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ τὶς λυτρώσω ἀπὸ τέτοιο μίασμα. Ὁ Κύριος ποὺ τοὺς πάντες ἐλεεῖ, μὲ λυπήθηκε καὶ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ μοῦ ἔδωσε μιὰ καλὴ ἰδέα. Σηκώνομαι καὶ πηγαίνω στὶς πόρνες τῆς πόλης ποὺ εἶχα στὴ δούλεψή μου, τὶς μοιράζω ὅλο μου τὸ ταπεινὸ βιὸς καὶ τὶς πείθω νὰ δεχτοῦν τὴν κουρὰ καὶ νὰ φορέσουν μοναχικὸ σχῆμα. Τὶς μπάζω στὸ μοναστήρι, τὶς ἀφήνω ἐκεῖ καὶ παίρνω τὶς μοναχὲς καὶ τὶς κρύβω ἀλλοῦ. Κάθε μέρα ἐφοδίαζα τὸν τρισάθλιο ἐκεῖνον ἄρχοντα μὲ τὶς κουρεμένες πόρνες, ὥσπου συμπληρώθηκαν οἱ ἑβδομήντα. Μόλις συμπληρώθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν πορνῶν, πάραυτα ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλη ὁ κακοδαίμονας ἄρχοντας.
Παίρνω τότε τὶς παρθένες μοναχὲς καὶ τὶς πάω στὸ μοναστήρι, ὀφείλοντας νὰ ἀφήσω ἐλεύθερες τὶς πόρνες. Ὅπως ἐκεῖνες μόλις εἶδαν τὶς δοῦλες καὶ νύφες τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας, δὲν θέλησαν νὰ βγοῦν ἀπὸ ἐκεῖ δηλώνοντας· ‘Μιὰ καὶ μᾶς ἔκανε ἄξιες ὁ Θεός, ἔστω καὶ στὰ ψέμματα, νὰ φορέσουμε αὐτὸ τὸ ἅγιο σχῆμα, μὴ γένοιτο νὰ ξαναγυρίσουμε πιὰ στὴ βρωμιὰ ἐκείνη καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς μας’. Παρέμειναν λοιπὸν  ἐκεῖ μὲ τὸ ἅγιο σχῆμα εὐχαριστώντας μὲ μετάνοια εἰλικρινῆ τὸν παντελεήμονα καὶ παντοδύναμο Θεό”.
Αὐτὰ μοῦ διηγήθηκε ὁ Σέργιος καὶ πιὸ πολὺ δόξασα τὸν μοναδικὸ βοηθὸ καὶ σωτήρα Χριστὸ ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀληθινὰ τὸν πιστεύουν. Τοῦ λέω· “Στ’ ἀλήθεια, ἀδελφέ μου, ἂν καὶ πολὺ κοπίασα, τώρα ξέρω ὅτι ὄχι μόνο ἴσος μου εἶσαι, ἀλλὰ καὶ πάνω ἀπὸ μένα μετρᾶς.
Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εὐλόγησέ με νὰ φύγω γιὰ τὸν τόπο μου”. Μοῦ λέει ὁ Σέργιος·
“Νὰ σ’ εὐλογήσω νὰ φύγεις; Μὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἂν –ὅπως λὲς– τάχτηκα μαζί σου, δὲν σ’ ἀφήνω, μαζί σου θὰ ’ρθω”. Καὶ μὲ παρακαλάει νὰ τὸν περιμένω μιὰ-δυὸ μέρες καὶ μοιράζει τὸ βιός του στοὺς φτωχοὺς καὶ μ’ ἀκολουθεῖ. Τρία χρόνια περάσαμε μαζί, τώρα τελειώθηκε ἐν Κυρίῳ πρὶν τέσσερις μέρες. Νομίζω, παιδί μου Ἐλπίδιε, ὅτι καὶ σὺ κατ’ οἰκο νομία Θεοῦ ἦρθες ἐδῶ· ἀφοῦ πάρει ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης τὴν ψυχή μου, νὰ μὲ θάψεις μαζί του. Πήγαινε, σὲ παρακαλῶ στὸ μεταξὺ καὶ μετὰ τρεῖς μέρες ἔλα, ἔχω νὰ σοῦ πῶ κάτι σημαντικό». Ἔφυγα καὶ ὅταν μετὰ τρεῖς μέρες γύρισα, ὅπως μοῦ παρήγγειλε ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Γέροντας, τὸν βρῆκα νὰ ἔχει τελειωθεῖ ἐν Κυρίῳ. Τὸν ἔθαψα δίπλα στον ἀββᾶ Σέργιο, καθὼς μὲ εἶχε προστάξει, εὐχαρίστησα τὸν Θεὸ γιὰ τὰ ἐκπλη κτικὰ θαύματά του καὶ ἔφυγα δοξάζοντας τὸν Κύριο.

Για να κληρονομήσεις τον παράδεισο πρέπει να γίνεις υιός!

stauros_7671Κάποτε ένας Τούρκος δικαστής κάλεσε τον π. Βασίλειο (μετέπειτα γέροντας Ιερώνυμος) στο αρχοντικό του. Όταν έφθασε στο αρχοντικό του δικαστή του είπε:
- Αφέντη παπά, εγώ είμαι Τούρκος, μωαμεθανός. Όμως απ’το μισθό που παίρνω, κρατάω τα απαραίτητα για την οικογένεια μου και τα υπόλοιπα τα ξοδεύω σε ελεημοσύνες.
Βοηθάω χήρες, ορφανά, φτωχούς, προικίζω άπορα κορίτσια που παντρεύονται, βοηθάω αρρώστους. Κρατάω με ακρίβεια τις νηστείες, προσεύχομαι και γενικά προσπαθώ να είμαι συνεπής στην πίστη μου.
Επίσης όταν δικάζω, προσπαθώ να είμαι δίκαιος, δε χαρίζομαι σε κανέναν, όσο μεγάλη θέση κι αν έχει. Τι λες, όλα αυτά που κάνω δεν είναι αρκετά για να κερδίσω τον παράδεισο, που λέτε σεις οι χριστιανοί;

Ο π. Βασίλειος εντυπωσιάστηκε από όσα του είπε ο Τούρκος δικαστής κι ο νους του πήγε αμέσως στον εκατόνταρχο Κορνήλιο (Πράξ. ι΄). Διέκρινε μεταξύ τους δύο βίους παράλληλους.
Κατάλαβε πως πρόκειται για δίκαιο και καλοπροαίρετο άνθρωπο και ίσως η δική του αποστολή να ήταν ίδια με εκείνην του Απόστολου Πέτρου προς τον εκατόνταρχο. Αποφάσισε λοιπόν να δώσει τη μαρτυρία της πίστης του.
-Δεν μου λες, αφέντη, έχεις παιδιά;
-Ναι, έχω.
-Δούλους, έχεις;
-Έχω και δούλους.
-Ποιος εκτελεί καλύτερα τις εντολές σου, τα παιδιά ή οι δούλοι σου;
-Σίγουρα οι δούλοι μου, γιατί τα παιδιά, με το θάρρος που έχουν, πολλές φορές παρακούν και κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ οι δούλοι μου κάνουν πάντα ό,τι τους λέω εγώ.
-Δε μου λες αφέντη, όταν εσύ πεθάνεις ποιος θα σε κληρονομήσει: οι δούλοι σου, που εκτελούν τις εντολές σου πιστά, ή τα παιδιά σου που σε παρακούν;
-Μα τα παιδιά μου βέβαια. Μόνο αυτά έχουν κληρονομικά δικαιώματα, όχι οι δούλοι.
-Ε, λοιπόν, όσα κάνεις αφέντη είναι καλά, αλλά το μόνο που μπορούν να σου κάνουν, είναι να σε κατατάξουν στην κατηγορία των καλών δούλων. Αν όμως θέλεις να κληρονομήσεις τον παράδεισο, τη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να γίνεις υιός. Κι αυτό γίνεται μόνο με το βάπτισμα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...