Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ-

Μαθήματα κολυμβησης 

Πολλοί άνθρωποι,για πολλούς λόγους κολυμπούν στη θάλασσα. Μερικοί άπ' αυτούς ξέρουν πραγματικά καλό κολύμπι και όταν έρχεται καταπάνω τους το κύμα, σκύβουν και λουφάζουν από κάτω του μέχρι να περάσει. Έτσι εξακολουθούν να κολυμπούν ακίνδυνα. "Αν όμως θελήσουν ν' αντισταθούν, το κύμα τους σπρώχνει έξω και τους εκσφενδονίζει πολύ μακριά. Πάλι, μόλις αρχίσουν να κολυμπούν έρχεται καταπάνω τους άλλο κύμα. "Αν πάλι αντισταθούν, πάλι το κύμα θα τους σπρώξει και θα τους -πετάξει έξω και το μόνο ττού κατορθώνουν είναι να συντρίβονται, χωρίς καθόλου να προχωροϋν. "Αν όμως, όπως είπα, σκύψουν και ταπεινωθουν κάτω άπό το κύμα, αυτό περνάει χωρίς να τους κάνει κακό. Εξακολουθούν τότε να κολυμπούν όσο θέλουν και τελειώνουν τη δουλειά τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πειρασμούς. "Αν κανείς βαστάσει τον πειρασμό με υπομονή και ταπείνωση, τον ξεπερνάει χωρίς να πάθει κακό. Αν όμως παραμείνει με την καρδιά γεμάτη λύπη και ταραχή και θεωρώντας καθέναν αίτιο του κάκου που του συμβαίνει, κολάζει τον εαυτόν του, φορτώνοντας πάνω του τον πειρασμό. Έτσι όχι μόνο δεν ωφελείται άπ' αυτόν, αλλά και βλάπτεται.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου. 28 Ιουλίου.

Η οσία Ειρήνη έζησε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα και η νεότητά της συνδέεται με τη βασιλική αυλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, την περίοδο πού είχε λήξει η εικονομαχία και
αναστηλωθεί οι ιερές εικόνες μετά το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843).
Ο Φιλάρετος, που ήταν ευνοούμενος και αφοσιωμένος στρατηγός στο Θεόφιλο και τη Θεοδώρα (η οποία ανέλαβε το βασιλικό θρόνο μέχρι την ενηλικίωση του γιού της), είχε στην
Καππαδοκία δύο κόρες, την Καλλίνικη και την Ειρήνη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του Ζωής, την επιμέλεια της ανατροφής τους είχε αναλάβει η αδελφή του και θεία
τους Σοφία, πού αφοσιώθηκε στο έργο αυτό με όλη την ψυχή της.

Στο μοναστήρι Χρυσοβαλάντου
Καθώς πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για να είναι μία από τις υποψήφιες νύφες του αυτοκράτορα, επισκέφτηκε έναν άγιο άνθρωπο τον Ιωαννίκιο. Οποίος την αποκάλεσε με το
όνομα της και την προέτρεψε να μην πάει στην Κωνσταντινούπολη αλλά να πάει στη Μονή Χρυσοβαλάντου που την χρειάζεται.
Ακολουθώντας την πρόρρηση του Γέροντος Ιωαννικίου δεν άργησε να πορευθεί προς τη Μονή. Η ηγουμένη τη δέχθηκε με καλοσύνη και αγάπη• και την έθεσε κάτω από τη δική της
πνευματική επίβλεψη. Η Ειρήνη, παρά την ευγενική καταγωγή της, έχοντας τη χάρη του Θεού, με προθυμία επιδόθηκε και στα πιο ταπεινά και δύσκολα διακονήματα και σύντομα ο
αγώνας της καρποφόρησε.

Αναδεικνύεται ηγουμένη με τρόπο θαυμαστό
Ύστερα από μερικά χρόνια αρρώστησε η ηγουμένη. Επιθυμία της Γερόντισσας ήταν να γίνει ηγουμένη η Ειρήνη. Όταν είπε στις μοναχές την επιθυμία της, η Ειρήνη δεν ήταν
παρούσα. Εκείνες μάλιστα δεν της ανέφεραν τίποτε σχετικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως από τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη της φύγει από το μοναστήρι, για να μη γίνει ηγουμένη.
Οι ηλικιωμένες μοναχές πρότειναν να πάνε όλες μαζί στον Πατριάρχη, στην Κωνσταντινούπολη, για να επιλέξει αυτός οποία τον φωτίσει ο Θεός.
Φτάνοντας στον Πατριάρχη τους είπε: «Εγώ γνωρίζω ότι όλες σας θέλετε την τιμία και σεμνοτάτη Ειρήνη• και η απόφασή σας είναι καλή και θεάρεστη. Ας είναι δοξασμένος ο
Κύριος πού μου φανέρωσε την αρετή αυτής της δούλης του». Έτσι όρισε την Ειρήνη ηγουμένη της Μονής.

Καθοδηγεί τις μοναχές με σύνεση και σοφία
Ως ηγουμένη η Ειρήνη συνέχισε και επέτεινε τους πνευματικούς της αγώνες, συναισθανόμενη την ευθύνη του διακονήματος πού έθεσε στους ώμους της ο Ιησούς Χριστός.
Προσευχόταν και νήστευε ακόμα περισσότερο. Ήταν τόση η επιθυμία της να σωθούν όλες οι μοναχές, πού τόλμησε από αγάπη υπέρμετρη και όχι εγωισμό να ζητήσει από τον
Κύριο να της χορηγήσει το προορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει «τα απόκρυφα πταίσματα πασών των αδελφών... διά να τάς διορθώνη, να μη κολάζωνται». Και ο δωρεοδότης
Ιησούς Χριστός, βλέποντας ότι ο σκοπός της ήταν καλός, της έστειλε άγγελο πού της αποκάλυψε ότι προστάχθηκε από τον Κύριο να στέκεται πάντοτε πλησίον της και να της
φανερώνει κάθε μέρα τα απόκρυφα παραπτώματα όχι μόνο των μοναχών αλλά και των προσκυνητών της Μονής.

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου,τα ρούχα που συσσωρεύεις.....

Μέγας Βασίλειος

Ποιόν αδικώ, λέει ο πλούσιος, προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;

Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου;


Δεν ήρθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Που τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε;


Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Όχι γι' άλλο λόγο παρά για να ανταμοιφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.


Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά;


Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.

Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία;


Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα 'χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.

Διάλογος.........

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΚΑΨΟΚΑΛΥΒΗ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΙΤΗ

Ανταμώνοντας ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον άγιο Μάξιμο και συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο: «Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;» Κι εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει: «Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου πού έγινε σ' έμενα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλι με άμετρη θερμότητα καρδιάς· κι εκεί πού ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μία θερμότητα και φλόγα, ή οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε, άλλα με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε ή καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε ή προσευχή από την καρδιά μου· συγχώρεσε με.»
    Και ο θείος Γρηγόριος του λέει:
«Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του "Κύριε Ιησού Χριστέ", σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;»
Και ο θείος Μάξιμος του είπε: «Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο όποιος είναι μία αγάπη υπερβολική στο Θεό και μία αρπαγή του νου στον Κύριο».
    Και ο άγιος Γρηγόριος του λέει:
«Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά πού είπες;»
Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει: «Δός μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου».
Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:
«Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε· όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα πού θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν' ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;»
    Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε:
«Όχι, δεν μπορεί· γιατί όταν έρθει ή χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο δια μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον ή προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί πλέον να ενεργήσει τις δυνάμεις του, άλλα μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει οπού θέλει, ή σε αυλό αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του· καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη Του. Και τούτο πού λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι όποιοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οί άνθρωποι τους περιπαίζανε και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαΐας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ, και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ. Με τον ίδιο τρόπο και τώρα οί δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, άλλα τις έχουν για πλάνη κι εκείνους πού τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πώς πωρώθηκαν οί άνθρωποι εκείνοι και, σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο πού ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ίωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς, λέγοντας ότι "θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό, και στους δούλους μου και στις δούλες μου". Τη χάρη αυτή ο Κύριος μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του.
    Όταν λοιπόν ή χάρη αύτη του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, άλλα εκείνα πού δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε· και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα όποια, κατά τον θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ.
    Και για να καταλάβεις πώς τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό πού θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά, είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι Έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά, και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο "Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα· και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα πού θέλει».
    Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος:
«Είναι και αλλά, Καψοκαλύβη μου, πού να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;» Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε:
«Αλλά είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχύζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασία στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα· Κι εκείνος πού βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη.
Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αύτη την πλάνη είθε να μας γλιτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.
    Άλλα τα σημεία της χάρης είναι αυτά· όταν πάει στον άνθρωπο ή χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός· του φέρνει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή εύκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί- κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα· και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες· για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πώς μ' ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη όν στο είναι· για την άπειρη Του δύναμη πού συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται ή καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος· τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ., και απολαμβάνει ή ψυχή του μία αγαλλίαση απερίγραπτη.»
    Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα πού του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ. ΤΟΜΟΣ Ε.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Για την ανεξικακία.......

Ένας αγαθώτατος ερημίτης γειτόνευε με κάποιον τεμπέλη Μοναχό, που βαρειόταν να δουλέψει και για να ζήσει πήγαινε κρυφά στην καλύβη του γείτονά του και του έκλεβε τα πράγματα. Ο Ερημίτης το είχε καταλάβει, αλλά δεν έκανε ποτέ του λόγο γι’ αυτό στον ένοχο.
-Για να κάνει τέτοια πράξη, θα έχει πολλή ανάγκη ο Αδελφός, έλεγε συχνά στον εαυτό του ο αγαθός Γέροντας.
Δούλευε όμως σκληρά, για να καταφέρει να ζήσει και μ’ όλο τούτο, υστερείτο, γιατί ο κλέπτης παίρνοντας για κουταμάρα τη σιωπή του είχε εντελώς αποθρασυνθεί και δεν του άφηνε σχεδόν ούτε ψωμί να φάγει.
Έφθασε η ώρα να κοιμηθεί ο Ερημίτης κι οι Αδελφοί της σκήτης μαζεύτηκαν γύρω του να πάρουν την ευχή του. Ανάμεσά τους ο ετοιμοθάνατος είδε εκείνον που τόσα χρόνια τον είχε κάνει να υποφέρει με τις κλεψιές του. Του έγνεψε να πάει κοντά του, και , όταν εκείνος πλησίασε, πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά του κι άρχισε να τα φιλεί.
-Ευχαριστώ τα χέρια αυτά, έλεγε, που έγιναν αφορμή να βρω σήμερα τον Παράδεισο.
Αν μάθεις πως κάποιος σε μισεί και σε κακολογεί – λέγει ένας από τους Πατέρες- μη του κρατάς κακία. Αν μπορείς μάλιστα στείλε του ένα δώρο. Έτσι θα έχεις το θάρρος να πεις στον Χριστό την ώρα της Κρίσης
-Άφες μου, Δέσποτα, τα οφειλήματά μου, καθώς και εγώ αφήκα τα οφειλήματα του πλησίον μου.

Κάποιος ερημίτης είχε ένα νεαρό μαθητή δύστροπο κι ανυπότακτο. Με κανένα τρόπο δεν εννοούσε ν’ ακούσει τις συμβουλές του Γέροντος του και να διορθωθεί. Ο Όσιος μακροθυμούσε, ελπίζοντας πως με τον καιρό θα φρονίμευε.
Μια μέρα ο υποτακτικός κλείδωσε το κελλαρικό που φύλαγαν τα λίγα τρόφιμά τους και κατέβηκε στην πόλη, χωρίς να πει σε κανένα τίποτα κι έμεινε δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Γέροντας του έμεινε νηστικός, αφού δεν έβρισκε τι να φάει. Κάποτε, τέλος πάντων, τον πήρε είδηση ένας γείτονάς του και του πήγε λίγες μαγειρεμένες φακές.
-Σαν ν’ άργησε πολύ ο υποτακτικός σου, είπε ο γείτονας.
Και ο αγαθώτατος Γέροντας, μ’ όλη του την ανεξικακία
-Ε, όταν ευκαιρήσει ο αδελφός, θα έλθει πάλι, αποκρίθηκε.



Ένας από τους Γέροντες δίνει την ακόλουθη αξιοπρόσεκτη συμβουλή:
Αν μεταξύ σού και κάποιου άλλου ειπωθούν λόγια δυσάρεστα κι εκείνος, ύστερα από λίγο, αρνηθεί αυτά που είπε, συ μη επιμένεις να του λέγεις, ναι τα είπες, γιατί σίγουρα θα παρεκτραπεί πάλι και θα σου απαντήσει:
-Ναι, τα είπα. Και με τούτο τι;
Και έτσι θα μεγαλώσει η φιλονικία. Λησμόνησε λοιπόν τα πικρά λόγια για να έλθει μεταξύ σας ομόνοια και ειρήνη.

Βίος του Αγίου Παντελεήμονος 27 Ιουλίου.

Γέννηση και παιδική ηλικία
 

Γονείς του ήταν ο Ευστόργιος και η Ευβούλη, ένα από τα πλούσια αντρόγυνα της Νικομήδειας, καθόσον ο άντρας ήταν μέλος της Συγκλήτου. Ήταν όμως ο Ευστόργιος 
ειδωλολάτρης. Αντίθετα η γυναίκα του Ευβούλη άνηκε στη χριστιανική κοινότητα της Νικομήδειας. Από αυτό λοιπόν το αντρόγυνο του ειδωλολάτρη Ευστόργιου και της πιστής 
χριστιανής Ευβούλης γεννήθηκε ο Παντολέων. Όπως ήταν φυσικό, η μεν μητέρα του από πολύ ενωρίς έσπειρε στην εύπλαστη ψυχή και στο νου του παιδιού της τα σπέρματα 
της χριστιανικής πίστης και ζωής, ο δε πατέρας προσπάθησε να του εμφυσήσει τη λατρεία των ειδώλων. Η μητέρα του τον άφησε ορφανό, αφού έφυγε ενωρίς από την παρούσα 
ζωή.

Εγκύκλια και ιατρικά μόρφωση
Ο Παντολέων μαθήτευσε κοντά στον Ευφρόσυνο, πού ήταν ο πιο διακεκριμένος γιατρός της Νικομήδειας και προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας βλέποντας 
τα σπάνια προσόντα του νεαρού Παντολέοντα, υπέδειξε στον Ευφρόσυνο να του διδάξει την ιατρικήν πάσαν, προκειμένου αργότερα να τον προσλάβει ως γιατρό εις τα βασίλεια.

Οι διωγμοί - Η γνωριμία με τον Ερμόλαο
Στην αυγή του 4ου αιώνα ο Διοκλητιανός εξαπέλυσε τον σφοδρότερο ίσως διωγμό εναντίον του Χριστιανισμού. Μέσα σ’ αυτό το φοβερό από κάθε άποψη κλίμα άσκησε την ιατρική 
του τέχνη ο νεαρός ακόμα ιατρός Παντολέων. Θλιβόταν πραγματικά η ψυχή του καθώς έβλεπε να διώκονται τόσο ανελέητα οι χριστιανοί. Και η χάρη του Θεού οδήγησε τα βήματά 
του στη γνωριμία με τρία πρόσωπα, πού επρόκειτο να ασκήσουν σημαντική επίδραση επάνω του.
Παρόλον ότι ο Παντολέων δεν εγνώριζε την ύπαρξη του Ερμόλαου, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τον ιερέα του Υψίστου. Διότι ο ιερέας είχε υπόψη του τα σχετικά με τον ταλαντούχο 
νέο γιατρό, πού προοριζόταν και για γιατρός των ανακτόρων. Του είχε κάνει εντύπωση η σεμνότητα του και η αγάπη προς τους έχοντες ανάγκη συνανθρώπους του. Έτσι, όταν μία 
μέρα έτυχε εκείνον να περνάει έξω από το σπίτι στο οποίο κρυβόταν, χωρίς να διστάσει, κινούμενος από θεία έμπνευση, έστειλε και προσκάλεσε τον Παντολέοντα να επισκεφθεί 
όσους κρύβονταν μαζί με τον ίδιο στην οικία εκείνη.
Τα γεμάτα αγάπη και χριστιανική σοφία λόγια του Ερμόλαου δεν άργησαν να ηχήσουν λυτρωτικά στην καρδιά του Παντολέοντα. Τόσο την πρώτη αυτή φορά όσο και κατά τις 
επισκέψεις πού ακολούθησαν, ο Ερμόλαος κατήχησε τον Παντολέοντα στη χριστιανική πίστη. 

Βαπτίζεται χριστιανός. Αργότερα και ο πατέρας του
Ο Παντολέων ζήτησε το θειο Βάπτισμα και ο Ερμόλαος αφού άκουσε από το στόμα του την ομολογία πίστεως, προχώρησε στη βάπτισή του. Μη θέλοντας μάλιστα να τον συνδέει 
τίποτα με τα παλαιά, άλλαξε και το όνομά του και αντί Παντολέων ονομάστηκε έκτοτε Παντελεήμων. Κοντά στους τρεις ιερείς, πού παρέμεναν κρυμμένοι, έμεινε μετά τη βάπτισή του
ο Παντελεήμων για επτά ημέρες. Την όγδοη επέστρεψε στο πατρικό σπίτι, νέος πλέον άνθρωπος κατά την ψυχή.
Και ενώ η βάπτιση του κρατήθηκε για ένα διάστημα μυστική από τους εθνικούς, ακόμα και από τον ίδιο τον πατέρα του, ο Παντελεήμων φλεγόταν από τον ιερό πόθο να γίνει και 
τοις άλλοις του μυστηρίου διδάσκαλος. Φυσικά, πρώτιστα ενδιαφέρθηκε για τον πατέρα του Ευστόργιο. Ο Παντελεήμων προσευχόταν και δόξαζε τον Θεό, καθώς διαπίστωνε ότι 
διορθωνόταν σταδιακά «η πατρική πλάνη», ψυχραινόταν η πίστη του Ευστόργιου προς τα είδωλα, αραίωναν οι θυσίες στους ψεύτικους θεούς. Ο πατέρας του Παντελεήμονα 
δέχεται το χριστιανικό βάπτισμα, χάρη στην προσπάθεια του γιου του. Και πολύ σύντομα κλήθηκε να συναντήσει τη γυναίκα του στον ουρανό.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (Старец Амвросий Оптинский


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ
    Ένας μανιώδης καπνιστής από την Αγια Πετρούπολη, ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς Μαγιόρωφ, άρχισε κάποτε να αισθάνεται τις επιζήμιες συνέπειες του καπνίσματος στην υγεία του.
    ΟΙ πολλές συμβουλές και παραινέσεις των φίλων του αποδείχθηκαν μάταιες.
Τελικά το έτος 1888 ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς κατέφυγε στην Βοήθεια του στάρετς Αμβρόσιου και με επιστολή του ζήτησε να του υποδείξει τον τρόπο που θα καταπολεμήσει το πάθος του.
   Σε γράμμα του με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1888 ο όσιος Αμβρόσιος απάντησε στον Αλέξιο Μαγιόρωφ τα έξης:
«Γράφεις ότι δεν μπορείς να κόψης το κάπνισμα!
Αυτό που εΙναι αδύνατο για τον άνθρωπο, είναι δυνατό με τη βοήθεια του Θεού.
Το μόνο που χρειάζεται εΙναι να αποφασίσεις με σταθερότητα να απαλλαγής άπ' αυτό, αφού αναγνωρίζεις την ζημία που προξενεί στην ψυχή και στο σώμα σου.
Διότι ο καπνός εξασθενίζει την ψυχή, αυξάνει και δυναμώνει τα πάθη, σκοτίζει το νου και καταστρέφει σιγά-σιγά τη σωματική υγειά με έναν αργό θάνατο.
Ταυτόχρονα οι πνευματικές ασθένειες της οξυθυμίας και μελαγχολίας εμφανίζονται στην ψυχή σαν συνέπεια του καπνίσματος.
Σε συμβουλεύω να χρησιμοποίησης πνευματική θεραπεία για την καταπολεμήσει του πάθους σου.
Να κάνης λεπτομερή εξομολόγηση όλων των αμαρτιών που διέπραξες από την ηλικία των επτά χρόνων
έως σήμερα και να μεταλάβεις τα Άχραντα Μυστήρια.
Κάθε μέρα να διαβάζεις όρθιος ένα η περισσότερα κεφάλαια του Ευαγγελίου.
Μόλις αρχίζει να εμφανίζεται ή αποθάρρυνσης και ή απελπισία, να διαβάζεις και πάλι μέχρι να περάσει.
"Αν ξαναεμφανισθεί, άρχισε πάλι την μελέτη του Ευαγγελίου. 'Ή, αν θέλεις,
πήγαινε σε κάποιον απομονωμένο χώρο και κάνε τριάντα τρεις εδαφιαίες μετάνοιες σε ανάμνηση της
επίγειας ζωής του Κύριου και προς τιμή της Αγίας Τριάδος».
    Μόλις έλαβε το γράμμα ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς το διάβασε και « άναψε ένα τσιγάρο», όπως εξηγεί
ο ίδιος σε ιδιόγραφο σημείωμα του.

« Άρχισα να το καπνίζω, αλλά ένιωσα ξαφνικά ένα φοβερό πονοκέφαλο και μια απέχθεια προς το καπνό του τσιγάρου. Εκείνο το βράδυ δεν κάπνισα.
Την επόμενη ημέρα τέσσερις φορές άρχισα να καπνίζω μηχανικά και από συνήθεια.
Δεν μπορούσα όμως να καταπιώ τον καπνό, γιατι με έπιανε δυνατός πονοκέφαλος. Έτσι έκοψα το
κάπνισμα με ευκολία.
Τα δυο προηγούμενα χρόνια δεν είχα μπορέσει να απαλλαγώ από το κάπνισμα, όσο κι αν είχα πιέσει τον εαυτό μου.
Παρ` όλο που η υγεία μου επιδεινώθηκε σοβαρά, συνέχισα να καπνίζω γύρω στα 75 τσιγάρα την ημέρα.
Όταν λοιπόν άρχισα να αισθάνομαι άρρωστος και ανίκανος να ξεριζώσω το πάθος μου, ακολούθησα τις συμβουλές
των φίλων μου και κατέφυγα στο στάρετς Αμβρόσιο.
Με ειλικρινή μετάνοια του ζήτησα να προσευχηθεί για μένα.
Αργότερα, όταν πήγα να τον ευχαριστήσω, ο πατήρ Αμβρόσιος άγγιξε με το ραβδί του το κεφάλι μου που πονούσε και από εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνομαι πια κανενός είδους πονοκέφαλο.


Εκδόσεις αγιορείτικη μαρτυρία.
Τριμηνιαία έκδοση Ιεράς Μόνης Ξηροποτάμου.
Τεύχος 6.

Οι δηλώσεις του FBI για τον Πατριάρχη Σερβίας Παύλο.

«ΝΑ ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΑ ΣΤΗ ΓΗ!»

«Μόνον Σύ, Κύριε, γνωρίζεις τι χρειάζεται εις ημάς» (ή προσευχή του Πατριάρχου Σερβίας κ. Παύλου).
 
Από το αδύναμο αγοράκι, δια το οποίον άναβαν κερί νομίζοντες ότι απέθανε και το οποίον εις το μάθημα των θρησκευτικών βαθμολογείτο δια του 2, έγινε εις των μεγαλυτέρων πνευματικών της εποχής του.

Μετά από 22 ώρας αεροπορικού ταξιδιού επιστρέφων εκ της Αυστραλίας μεταβαίνει κατ' ευθείαν εις την αγρυπνία εις τον Μητροπολιτικό Ναόν του Βελιγραδίου, έπειτα επί δύο ώρας επιδιορθώνει το ταλαιπωρημένο ράσο του, δια να ξεκινήσει, το πρωί κατά τας 6 μετά την τέλεση της θείας Λειτουργίας, δια την Μόσχα, οπού ό Ρώσος Πατριάρχης Αλέξιος Β' θα τον ερώτηση, εάν εν τω μεταξύ , πρόφθασε να επισκεφθεί την Ν. Ζηλανδία.

Ευρισκόμενος εις την Αμερική εις την αποστολή δια την επιστροφή και επανένωση των αποσχισθεισών επαρχιών της Ορθοδόξου Σερβικής Εκκλησίας εις την Αμερική με την μητρική Εκκλησία της Σερβίας, το θέρος του 1992, προτού αναχώρηση από το Λος Άντζελες δια το Σικάγο, ή Αγιότης ό Πατριάρχης των Σέρβων Παύλος σήκωσε το ράσο , του και εισήλθεν εις τα νερά του Ειρηνικού. Παρέμεινε εις την στάση αυτήν επ' ολίγον ατενίζων εις το βάθος και το ύψος του ορίζοντος, οφθαλμοφανώς προσευχόμενος• έσκυψε και από τον βυθόν έλαβε δύο λευκά πετραδάκια, τα φίλησε και τα έβαλε εις την τσέπη του.

Έπειτα σημείωσε το σχήμα του Σταυρού εις το σώμα του και έπορεύθη προς το αυτοκίνητο, το οποίον τον ανέμενε εις μικράν απόστασιν. Εις εκ των πρακτόρων του FΒΙ, οί όποιοι τον επέβλεπαν, πλησίασε, γονάτισε και ησπάσθη την χείρα του Σέρβου Πατριάρχου αναφωνών:
 «Να, ένας άγιος πού περπατά στη γη»!

Τα ίδια λόγια την εποχή εκείνη θα ήδύναντο να ακουσθούν και εις την Σερβία υπό των ανθρώπων, οι όποιοι παρακολουθούν τας τελετουργίας του, αλλά και υπό όσων τον συναντούν εις τας οδούς του Βελιγραδίου, καθώς με το «μπαστουνάκι» του μετέβαινε εις την αγορά η εις κάποιον σύναξιν ή εις κάποιον αλλην έργασίαν.

Μακράν και δύσκολο όδόν διήλθε ό Γκόικο Στόιτσεβιτς, μετέπειτα μοναχός και ακολούθως επίσκοπος Παύλος, έως ότου τον ονομάσουν ζώντα ακόμη εις την γήν «αγιον».

Έγεννήθη την ήμέραν του εορτασμού της Απότομης της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, 11 Σεπτεμβρίου (παλαιόν ημερολόγιο) το 1914 εις το χωρίον Κούτσαντασι της Σλαβονίας (σήμερον ή περιοχή αύτη ανήκει εις την Κροατία οί Σέρβοι εδιώχθησαν εκείθεν το 1995 κατά τον πρόσφατο πόλεμον), οπού μετανάστευσαν οί γονείς του από την Νότιον Σερβία. Πολύ νέος ακόμη έμεινε ορφανός, πράγμα το οποίον δυσκόλευσε την ζωήν του ακόμη περισσότερον.

«Πολύ ενωρίς έμεινα χωρίς γονείς», λέγει ο ίδιος, «ό πατήρ μου ειργάζετο εις την Αμερική, εκεί έπαθε φυματίωσιν και επέστρεψε εις το σπίτι μόνον πλέον, δια να αποθάνει. Ή μήτηρ μου ήλθε ν εις δεύτερον γάμο μετά εν έτος, ενώ ό αδελφός μου και εγώ μείναμε με την γιαγιά και την θείαν. και ή μήτηρ μου μετ' ολίγον απέθανε. Δια τούτο ή έννοια της μητρός εις έμέ είναι συνδεδεμένη με την θείαν. Ήσθανόμην την άπειρον άγάπην της, εκείνη μου αναπλήρωσε την μητέρα, ώστε εγώ και τώρα σκέπτομαι ότι όταν αποθάνω, πρωτίστως θα συναντήσω την θείαν και υστέρα τους υπολοίπους».

Ως παιδί ήτο, όπως διηγείται ό ίδιος, τόσον πολύ ασθενικός, ώστε κάποτε τού άναψαν και κερί πιστεύοντες ότι πέθανε! Ή θεία αντελήφθη ότι ό Γκόικο δεν ήτο δια αγροτικός εργασίας και απεφασίσθη να τον στείλουν εις τον θείον, δια να απόκτηση μόρφωσιν.

Αργότερον διηγείτο περί της εποχής αυτής: «Εις τα περίχωρα της πόλεως Τούζλα επεβιώσαμεν χάρις εις μίαν αγελάδα, την οποίαν είμεθα υποχρεωμένοι, εις βάρος σχεδόν του σχολείου και της μελέτης, να οδηγούμε εις την βοσκή. Ό θείος ήτο αυστηρός, αλλά δίκαιος. Όλα τα παιδιά του, μαζί και εγώ, μας μόρφωσε. Όλοι τελειώσαμε το Πανεπιστήμιο, μερικοί αποκτήσαμε και διδακτορικό».

«Προτού αρχίσω το γυμνάσιο, με έστειλαν εις την μονήν Οραχόβιτσα, δια να προετοιμασθώ εκεί ολίγον... εκεί παρέμεινα επί ένα μήνα αλλά δεν ηδυνάμην να εννοώ τα πολλά εις τας Ακολουθίας. Είχα όμως την αίσθησιν των περασμένων αιώνων και των προγόνων, οί όποιοι προσηύχοντο εις τον χώρον αυτόν δια έμέ αύται αί προσευχαί ήσαν παρούσαι, όπως και οι αναστεναγμοί και αί χαραί των και τούτο εχαράχθη τόσον πολύ εις την μνήμην μου, δεν εφαντάσθη, όμως, τότε ότι το μέλλον μου θα ήτο συνδεδεμένο με την Έκκλησίαν».
Τίποτε εις τον νεαρό Γκόικο δεν εμαρτύρει το εκκλησιαστικό μέλλον του, ούτε καν ό βαθμός του εις το μάθημα των θρησκευτικών! Αν και μεγάλωνε εις θρησκευόμενη οικογένεια και ητο άριστος μαθητής, εις το μάθημα τούτο είχε βαθμό 2!

«Ό καθηγητής μας ητο κοντός, Σέρβος από την Ουγγαρία. Είχα ποικιλίαν διδασκάλων επί τόσα έτη, αλλά δι' έμέ εκείνος έμεινε ό καλύτερος παιδαγωγός και διδάσκαλος. Μία διδακτική ύλη, όπως είναι ή Δογματική, όλη εις ερωτήσεις και απαντήσεις, ήτο δυσκόλως κατανοητή εις την ηλικία εκείνη, Όμως, εκείνος την δίδασκε τόσον καλώς, ώστε να μη έχομεν δυσκολίας. Ήτο καλός, αλλά πάρα πολύ αυστηρός άνθρωπος. Όταν με σήκωνε εις το μάθημα, εγώ τα είχα τελείως χαμένα, δεν ημπορούσα τίποτε να ειπώ, κάτι ψέλλιζα από εδώ και από εκεί και εκείνος στρεφόμενος εις έμέ έλεγε: κάθισε»! Όταν εκείνος ερωτά κάτι δυσκολότερων, εγώ τότε ευρίσκω την ευκαιρία να βελτιώσω την εντύπωση. Συνήθως λέγει: «Όποιος γνωρίζει, θα πάρη 2». Αν γνωρίζω, σηκώνω το χέρι και διορθώνω τον βαθμό μου. Αργότερον, όταν μεγάλωσα, έγινα περισσότερον ανεξάρτητος, δεν είχα πλέον «τρακ», αν και περισσότερον μου άρεσαν τα μαθήματα, δια τα οποία δεν απαιτείτο πολλή μνήμη, όπως είναι τά μαθηματικά και ή φυσική. Υπερίσχυσε ή επίδρασης των συγγενών μου, ώστε να εγγραφώ εις Ιερατική Σχολή, αν και παρέμεινε το ενδιαφέρον μου δια την φυσική, με την οποίαν θα ησχολούμην Αργότερον, ιδιαιτέρως κατά τον ελεύθερον μου χρόνον».

Την Θεολογική Σχολή ό Πατριάρχης τελείωσε στο Βελιγράδιον. Ό Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τον ευρίσκει εις την γενέτειρα του Σλαβονίαν, από οπού, όπως και πολλοί άλλοι Σέρβοι, ηναγκάσθησαν να καταφύγουν εις την Σερβία. Εκ νέου ευρέθη εις το Βελιγράδιον, τώρα όμως πλέον ως πρόσφυξ. Δια να εχη τα προς τον ζην, ηναγκάσθη να δεχθεί να αναλάβει βαρείας εργασίας εις οικοδόμος.

Ό ίδιος διηγείται: «Όταν το 1941 κατέφυγα εις το Βελιγράδιον, ηργαζόμην εις τας οικοδόμος, εις τας αποβάθρας φορτοεκφορτώσεως των λιμένων... Εκείθεν και ή παραμόρφωσης του αντίχειρας μου. Δεν ηδυνάμην να αντέξω αύτάς τας εργασίας. Την άνοιξη του 1942 ό συμμαθητής μου Ιερομόναχος Ελισαίος (Πόηοβντς) με ώδήγησεν εις την ίεράν μονην της Αγίας Τριάδος εις την Όβτσαρα Ή μονή είχε καλά οικονομικά και ήδύνατο να συντήρηση και έμέ. Μου ανέθεσαν ελαφρότερες εργασίας. Έπειτα ηργαζόμην ως κατηχητής και παιδαγωγός εις την Μπάνια Κοβίλιατσα, εις το ίδρυμα των παιδιών προσφύγων από την Βοσνία. Μίαν ζεστή ήμέραν του Αυγούστου το 1944 ημείς οί παιδαγωγοί ωδηγήσαμεν τα παιδιά εις τον ποταμόν Δρίνα Εδείξαμεν εις αυτά το σημείον μέχρι του οποίου θα ήδύναντο να προχωρήσουν εντός του πόταμου, όμως τα παιδιά είναι παιδιά! Βλέπω, λοιπόν, ένα παιδί να απομακρύνεται και να βυθίζεται εις τα νερά πατά εις τον βυθόν, εμφανίζεται εις την επιφάνεια, προσπαθεί να εισπνεύσει, άλλα δεν ημπορεί να ελθη προς την όχθη. Ζεστός και κάθιδρος όπως ήμουν, όρμισα προς το παιδί και το έβγαλα έξω. Αμέσως το δίπλωσα στα γόνατα μου και του «τις έβρεξα» λέγοντας του: «Βρε, παιδάκι μου, από την Βοσνία εσώθης, ή μάνα και ό πατέρας σου έφονεύθησαν και εσύ τώρα θέλεις να πνιγείς εμπρός μου. Που είναι ό νους σου;». Αμέσως μετά ταύτα ασθένησα, είχα ψηλό πυρετό, επήγα δια εξετάσεις και μου είπαν: Φυματίωσης!».
Ή βαρεία ασθένεια, ή οποία εκείνη την εποχή δεν άφηνε καμμιάν ελπίδα σωτηρίας. 0ι Ιατροί εις τον Γκόικο είπαν ότι του έμειναν μόνον τρεις μήνες ζωής. Τον ανέλαβαν οί μοναχοί εις την Ίεράν Μονην Βούγιαν, αλλά του συνέστησαν να μη εισέρχεται εις τον ναό κατά την ώραν των ακολουθιών και της θείας Λειτουργίας, να μη τρώγει μαζί με την αδελφότητα και να αποφεύγει οποιανδήποτε επαφή με τους άλλους, ώστε να μη τους μεταδώσει το νόσημα Όσον οί μοναχοί τελείωναν τας Ακολουθίας, τότε εκείνος εισήρχετο εις τον ναόν και προσηύχετο λουόμενος εις τα δάκρυα

Εις την ίεράν Μονην ήρχοντο στρατιώται διαφόρων στρατών. Ήλεγχαν και το κελί του Γκόικο. Αν και προφανώς εξηντλημένος και άρρωστος, εις όλους ητο ύποπτος. Όταν, όμως, επληροφορούντο ότι έπασχε από φυματίωσιν, έφευγαν κλείνοντας ταχέως την θύραν.

Ό Γκόικο δεν έχασε το ηθικόν του. Με προσευχήν πολέμησε την ασθένειαν. Και τότε, ως εκ θαύματος, ήρχισαν να εμφανίζονται τα σημεία της θεραπείας. τούτο ήτο ευκαιρία, μόνος εις το κελί του, να αναλογίζεται τα του μέλλοντος. Προηγουμένως είχε πρόγραμμα την ζωήν του εγγάμου ιερέως. Τώρα, όμως, μετά από την παρέλευσιν της νόσου, κατάλαβε ότι το πρόγραμμα δεν μπορούσε πλέον δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Βλέπων εκ του πλησίον την ζωήν των μοναχών ηθέλησε και ό ίδιος να κόρη μοναχός.

Ως δείγμα της ευγνωμοσύνης του προς την Ίεράν Μονην οπού εθεραπεύθη, ό ήδη δόκιμος μοναχός Ρόϊκο, με το μαχαιρίδιον σκάλισε εις το ξύλον τον Σταυρόν και την σταύρωσιν του Κυρίου. Εις την οπίσθια όψιν του Σταυρού χάραξε τα λόγια (σλαβονιστί): «Εις την μονην Βούγιαν δια την θεραπεία μου προσφέρω ό δούλος του Θεού Γκόίκο». Αυτός ό Σταυρός σήμερον είναι από τα συχνότερο ενθυμούμενα κειμήλια του θησαυροφυλακίου της Μονής.
'Ύστερα από τα έτη της ζωής του ως δοκίμου εις την Ίεράν Μονην Βούγιαν εκάρη μοναχός εις την Ίεράν Μονην του Ευαγγελισμού το 1948. Του εδόθη το όνομα Παύλος. Το όνομα, το οποίον με κάθε τρόπον θα προσπαθήσει να τίμηση ακολουθών την άποστολικήν όδόν και τα λόγια εκείνου, από το οποίον το έλαβε —του Αποστόλου Παύλου.

Από το 1949 έως το 1955, εις την εποχή του μεγάλου αγώνος της κομμουνιστικής εξουσίας εναντίον ήδη της βαθέως δοκιμαζόμενης Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ανήκει εις την αδελφότητα της μονής Ράτσια.

Συναξαριστής 26 Ιουλίου

Ο βίος της Αγίας Παρασκευής


Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στην Ρώμη το 117μ.Χ. Οι γονείς της ήταν Έλληνες. Ο πατέρας της, Αγάθων, και η μητέρα της, Πολιτεία, όντας χριστιανοί, όταν γεννήθηκε η Αγία την βάπτισαν και της έδωσαν το όνομα Παρασκευή. Την μεγάλωσαν σύμφωνα με την χριστιανική πίστη και την σπούδασαν αφού είχαν την οικονομική δυνατότητα μιας και ήταν πλούσιοι.
Όταν ήταν σε ηλικία είκοσι ετών οι γονείς της πέθαναν. Τότε η Αγία έδωσε την περιουσία της στους φτωχούς, στην εκκλησία και σε ένα ίδρυμα, στο οποίο έμεναν χριστιανές κοπέλες που είχαν αφιερωθεί στον Ιησού Χριστό. Εκεί έμεινε για λίγα χρόνια η Αγία Παρασκευή, βοηθώντας στην διάδοση της χριστιανικής πίστης, όπως έκαναν και οι υπόλοιπες συγκάτοικοι της.
Κάποια στιγμή εγκατέλειψε το ίδρυμα αυτό και ξεκίνησε να κηρύττει τον Χριστιανισμό σε διάφορες πόλεις και χωριά της Ιταλίας. Κατά την διάρκεια αυτών των περιοδειών της, έπεισε πολλούς να βαπτιστούν Χριστιανοί. Αυτό ήταν κάτι που ενόχλησε κάποιους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ανέφεραν την δράση της Αγίας Παρασκευής στον, επίσης ειδωλολάτρη, Αντωνίνο, αυτοκράτορα εκείνη την εποχή της Ρώμης.
Με εντολή του Αντωνίνου, συνέλαβαν την Αγία Παρασκευή και την οδήγησαν μπροστά του. Θέλοντας αυτός να την κάνει να απαρνηθεί την χριστιανική πίστη, την υποβάλει στο μαρτύριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας από το οποίο, με την χάρη του Ιησού Χριστού, η Αγία βγήκε σώα. Ακολούθησαν άλλα μαρτύρια, τα οποία η Αγία υπέμενε δοξολογώντας τον Χριστό. Το τελευταίο βασανιστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η Αγία ήταν ένα καζάνι στο οποίο έβραζε πίσσα και λάδι. Εκεί έβαλαν την Αγία Παρασκευή η οποία όμως, με την βοήθεια του Θεού, δεν έπαθε τίποτα. Βλέποντας το αυτό ο Αντωνίνος, την προέτρεψε να ρίξει πάνω του πίσσα για να διαπιστώσει ο ίδιος αν καίει. Η πίσσα αυτή τύφλωσε τον αυτοκράτορα ο οποίος πίστεψε τότε στην αληθινή θρησκεία και ζήτησε από την Αγία Παρασκευή να τον βαπτίσει χριστιανό. Εκείνη όχι μόνο τον βάπτισε, αλλά και του θεράπευσε, με την χάρη του Θεού, τα μάτια. Η χάρη να θεραπεύσει τα μάτια, δόθηκε από τον Θεό στην Αγία Παρασκευή και γι’ αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε αλλά και μέχρι τις μέρες μας.
Η Αγία Παρασκευή συνέχισε μετά την βάπτιση του Αντωνίνου, να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός από την Ιταλία. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο ναός της, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας. Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Το σώμα της έθαψαν κρυφά κάποιοι χριστιανοί. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια.
Την μνήμη της Αγίας Παρασκευής εορτάζουμε στις 26 Ιουλίου.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ- Mount Athos

Παπά Κοδράτος ο Καρακαλλινός.


Πώς σώθηκε ένας απελπισμένος


Την εποχή που ζούσε ο παπα-Κοδράτος στην Ι.Μ. Καρακάλλου επεσκέφθη το Άγιον Όρος ένας λαϊκός προσκυνητής που ήθελε να εξομολογηθεί τις μεγάλες του αμαρτίες. Πήγε στις Καρυές, στον π.Αβέρκιο που έφτιαχνε κομπολόγια, και ζητούσε επίμονα εξομολόγο.
Ο π.Αβέρκιος θεώρησε καλό να τον στείλει στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου που βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Ήταν καλός πνευματικός, αλλά αυστηρός στους κανόνες, που τους έβαζε χωρίς επιείκεια.
Ο άνθρωπος πήγε στο Κουτλουμούσι και εξομολογήθηκε. Επέστρεψε όμως «κάλαμος συντετριμμένος». Χωρίς καμμία διάθεση. Γεμάτος θλίψη και αθυμία.
-Τι έκανες; Εξομολογήθηκες; τον ρώτησε ο π.Αβέρκιος.
-                           Ναι πάτερ, αλλά…
Ο π. Αβέρκιος τον κοίταξε. Ήταν θλιμμένος, κάτωχρος, με μια λύπη που δεν είναι κατά Θεόν, αλλά την φέρνει ο διάβολος για να παγιδεύσει θανατηφόρα τις ψυχές.
-Τι έχεις; Πες μου. Τι σου συμβαίνει;
-Πάτερ, δεν υπάρχει πια για μένα ζωή. Δεν πρέπει να ζω. Θα ήταν προτιμότερο να πνιγώ, είπε με φαρμακερό πόνο.
-Μα γιατί; Δεν εξομολογήθηκες;
-Εξομολογήθηκα, αλλά ο πνευματικός μου είπε πως οι αμαρτίες μου είναι πολύ βαρειές. Δεν ξέρω. Πώς να στο πω; Μ’ έχει φέρει σε απόγνωση.
Όταν άκουσε αυτά ο π.Αβέρκιος και είδε το πνεύμα της λύπης και της απελπισίας να απλώνει ύπουλα το πέπλο του πάνω από την ψυχή του ταλαίπωρου εκείνου ανθρώπου, πιάνει και γράφει ένα γράμμα στον Σεβασμιώτατο Μελιτουπόλεως Ιερόθεο, που ασκήτευε τότε στον Μυλοπόταμο. Εκείνος θα μπορούσε να βοηθήσει, να βρει διέξοδο για την ψυχή αυτή.
Έδωσε το γράμμα στα χέρια του προσκυνητού και , του είπε δυο αδελφικά, ενθαρρυντικά λόγια και του έδειξε τα μονοπάτια που θα τον οδηγούσαν στο ερημικό κελλί του Σεβασμιωτάτου.
Ο Δεσπότης ήταν στον κήπο, όταν πήγε ο προσκυνητής. Φορούσε έναν απλό σκούφο και σκάλιζε.
-Τι θέλεις, αδελφέ μου; είπε στον απελπισμένο άνθρωπο που έφθασε με το γράμμα στο χέρι.
-Θέλω εξομολόγηση Σεβασμιώτατε.
-Άκου, παιδί μου. Εγώ δεν εξομολογώ. Όμως θα σε στείλω σ’ έναν εκλεκτό πνευματικό στην Ι. Μονή Καρακάλλου. Τον λένε παπα-Κοδράτο.
Παίρνει μολύβι και χαρτί, γράφει μια επιστολή στον παπα-Κοδράτο και τον στέλνει στον έμπειρο ιατρό των ψυχών.
Περπάτησε εκείνος στο ανηφορικό μονοπάτι που βγάζει στο Μοναστήρι και σε λίγο έφθασε. Οι πατέρες τον εφίλεψαν, όπως κάνουν σε κάθε επισκέπτη, με πολλή αγάπη και χαρά. Μετά ειδοποίησαν τον Γέροντα.
-Να έρθει στο Ηγουμενείο, παρήγγειλε εκείνος. Εκεί τον δέχθηκε σαν να τον εγνώριζε χρόνια. Με αγάπη. Σαν πατέρας. Κι ο άνθρωπος βιαζόταν να βγάλει το βάρος που τον επίεζε καταθλιπτικά μ’ έναν φόβο πρωτογνώριστο, σχηματισμένο ίσως από την πρώτη δραματική εξομολόγησή του. Έμοιαζε με κυνηγημένο πουλί που είχε μεγάλες πληγές, αλλά πιο μεγάλη αγωνία. Ο διάβολος τον έχει δέσει. Όμως δεν θα χαιρόταν. Η ψυχή του βρισκόταν τώρα πια στα χέρια του Χριστού, στα χέρια του παπα-Κοδράτου, που διέθεταν την τέχνη και την δύναμη να σπάσουν τα δεσμά των αμαρτιών και της απογνώσεως. Ήταν στα χέρια του ιατρού που θα έκανε την εγχείρηση και θα θεράπευε τον τραυματία με την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Ο προσκυνητής αντίκρυζε στο πρόσωπο του πνευματικού τον άνθρωπο του Θεού και σκιρτούσε από χαρά.
«Είναι κάτι φυσικό-γράφει ο άγιος Ιωάννης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος- να βλέπει ο άρρωστος τον ιατρό και να αισθάνεται χαρά. Έστω κι αν δεν λάβει καμμία ωφέλεια από αυτόν. Απόκτησε λοιπόν και συ, ω θαυμάσιε-λέει προς τον ποιμένα- έμπλαστρα, κολλύρια, ποτά, σπόγγους, αναισθητικά, φλεβοτόμα, καυτήρες, αλοιφές, υπνωτικά, μαχαίρια, επιδέσμους. Αν δεν έχουμε αυτά, πως θα φανεί η επιστήμη μας;» (Λόγος προς ποιμένα).
Ο παπα-Κοδράτος ήταν εξοπλισμένος με όλα αυτά τα πνευματικά όργανα που αποτελούν την αληθινή επιστήμη του ποιμένος.
Ο άρρωστος προσκυνητής επιθυμούσε να γίνει σύντομα η επέμβασις. Ο παπα-Κοδράτος δεν βιαζόταν. Κάθησε κοντά του. Προσπάθησε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα γνωριμίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον εξομολογούμενο, παρ’ όλο που εκείνος βιάσθηκε να του συστηθεί:
-         Είμαι ένας αμαρτωλός, πάτερ.
-         -Καλά. Μα εγώ σε βλέπω σαν άγγελο του Θεού. Πες μου, έχεις παιδιά; Πότε ήρθες στο Άγιον Όρος; Τι δουλειά κάνεις;
Συζήτησαν αρκετά, ώσπου η ποθητή προετοιμασία έγινε. Μετά έβαλε «ευλογητός».
-         Έλα παιδί μου, του είπε. Βλέπεις αυτή την εικόνα του Χριστού; Μη κρύψεις τίποτε. Όλα τα ξέρει ο Κύριος. Όλα τα βλέπει. Όλα τα ακούει. Κι εγώ είμαι ομοιοπαθής με σένα άνθρωπος. Θάρρος λοιπόν.
Αβίαστα και φυσικά άδειασε και ξεχύθηκε όλο το φαρμάκι κι όλος ο πόνος της καρδιάς του ανθρώπου. Με συντριβή. Χωρίς αμφιβολία για το έλεος του Θεού που τον έβλεπε ολοζώντανο στην μορφή και στο πετραχήλι του γέροντος πνευματικού. Εξομολογήθηκε καθαρά. Μετανόησε ειλικρινά. Έκλαψε. Η ψυχή του, ο λόγος του, η στάσις του, όλα μιλούσαν σαν να απήγγελναν τον 50ο ψαλμό του Δαβίδ, τον ψαλμό της μετανοίας : «Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός».
Τι άλλο ζητεί ο φιλάνθρωπος Θεός από τον άνθρωπο; Μετάνοια. επιστροφή. Αυτός είναι ο μοναδικός για τον Παράδεισο. Ο δρόμος που περπάτησε ο τελώνης, η πόρνη, ο ληστής. Αυτόν τον δρόμο άνοιξε ο Κύριος και στην πληγωμένη αυτή ψυχή με την υπεύθυνη πατρική παρουσία του σοφού Του οικονόμου στο ιερό μυστήριο της αφέσεως.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Ο παπα-Κοδράτος όταν άκουσε τον εξομολογούμενο, όταν, ως συνήθως, δάκρυσε μαζί του, κι όταν πια τον συμβούλευσε σκύβοντας επάνω στα τραύματά του με ευσπλαχία, του είπε:
-Είδε ο Θεός, παιδί μου, την μετάνοιά σου και τα δάκρυά σου. Άκου λοιπόν. Σήμερα είναι Μ. Πέμπτη. Όλοι οι πατέρες νηστεύουν για να κοινωνήσουν. Κάθησε κι εσύ εδώ αυτές τις ημέρες. Στο καθαρό και άγιο περιβάλλον της Μονής θα δεις καλύτερα τον εαυτό σου. Θα προσευχηθείς μαζί μας, θα νηστέψεις. Και θα κοινωνήσεις. Θα λειτουργήσω εγώ και θα σε κοινωνήσω. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι. Μηκέτι αμάρτανε».
Η αγαλλίασις του ανθρώπου, μετά το τέλος της εξομολογήσεως, ήταν απερίγραπτη. Όλα τριγύρω έλαμπαν με το φως της ειρήνης, της συγγνώμης, του ελέους του Θεού. Είχε σωθεί. Και η χαρά του παπα-Κοδράτου, που έγινε για άλλη μία φορά σωσίβιο σ’ ένα ναυάγιο της ζωής, ήταν όμοια μ’ εκείνη την χαρά που δοκιμάζει ο Χριστός όταν βρίσκει ένα «απολωλός», όμοια μ’ εκείνο το πανηγύρι που γίνεται στον Ουρανό «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».
«Κοδράτος ο Καρακαλληνός»
Σύγχρονες αγιορείτικες μορφές

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Συναξαριστής 24 Ιουλίου

Η ΑΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, η Μεγαλομάρτυς
Η Αγία Χριστίνα γεννήθηκε στην πόλη Τύρο και ήταν κόρη του στρατηγού Ουρβανού (200 μ. Χ.). Ο πατέρας και η μητέρα της ήταν ειδωλολάτρες, αλλά τη Χριστίνα έφερε στο χριστιανισμό μια ευσεβής γυναίκα. Όταν έμαθε αυτό ο πατέρας της, εξοργισμένος την έκλεισε σε κάποιο εξοχικό πύργο και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να την μεταπείσει στην ειδωλολατρία. Όμως όλες οι προσπάθειές του προσέκρουσαν πάνω στο ασάλευτο τείχος της πίστης της Χριστίνας και έπεφταν στο κενό. Τότε απελπισμένος τη φυλάκισε, αλλά το ίδιο βράδυ ο ίδιος πέθανε. Έπειτα την ανέλαβε ο έπαρχος Δίων, που αφού και αυτός δεν κατόρθωσε να δαμάσει την πίστη της Χριστίνας, τη βασάνισε σκληρά και έσχισε τις σάρκες της με μαχαίρια και τροχούς. Το Δίωνα διαδέχθηκε ο έπαρχος Ιουλιανός, που και αυτός τη βασάνισε χειρότερα. Την έριξε μέσα σε φαρμακερά και θανατηφόρα θηρία και κατόπιν μέσα στη φωτιά. Αλλά από όλα αυτά η Χριστίνα έμεινε άθικτη και μας θυμίζει το λόγο του Απ. Παύλου: "οι δια πίστεως ... έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας"1. Αυτοί, δηλαδή οι Άγιοι, επειδή είχαν μεγάλη πίστη, έφραξαν στόματα λιονταριών, έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς, διέφυγαν τα θανατηφόρα λεπίδια των μαχαιριών. Βλέποντας αυτό το θαύμα οι θεατές, χιλιάδες πίστεψαν στον Χριστό. Τελικά η Χριστίνα πήρε το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού τη φόνευσαν κτυπώντας την με λόγχες στην καρδιά και τα πλευρά.
1. Προς Εβραίους, ία' 33-34.

Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Του πατρός σου την πλάνην λιπούσα πάνσεμνε, της εύσεβείας εδέξω την θείαν έλλαμψιν, και νενύμφευσαι Χριστώ ως καλλιπάρθενος- όθεν ηγώνισαι στερρώς, και καθείλες τον εχθρόν, Χριστίνα Μεγαλομάρτυς. Και νυν απαύστως δυσώπει, ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών.

Ο πατήρ Δανιήλ ο θαυμαστός

Γέρων Δανιήλ

Στην εποχή του Χατζη - Γεώργη περίπου ζούσε και ο θαυμαστός Πατήρ Δανιήλ, ο οποίος έκανε και αυτός θαύματα από αρχάριος ακόμη στην Καλογερική. Εκείνη την εποχή είχε εντυπωσιάσει πολύ τους ευλαβείς προσκυνητάς και είχαν δημοσιεύσει μάλιστα ορισμένα θαύματα του σε θρησκευτικά περιοδικά ευλαβείς Ρώσοι. Αυτά τα λίγα λοιπόν που έμαθα για τον Άγιο Πατέρα και ωφελήθηκα πολύ, θέλω να τα γράψω για να ωφεληθούν και άλλες ψυχές. Όπως πληροφορήθηκα η καταγωγή του ήταν από την Ελλάδα και ήρθε στο Άγιον Όρος γύρω στην Ελληνική Επανάσταση κατά το 1821. Ο ευλαβής νέος μετά από το προσκύνημα του στην Παναγία την "Πορταΐτισσα" της Ι. Μονής Ιβήρων πέρασε και από την Μεγίστη Λαύρα, προσκύνησε και τον Άγιο Αθανάσιο και έκανε θερμή προσευχή να τον οδηγήσει η Παναγία βα βρεί ενάρετο Γέροντα, για να υποταχθεί, να γίνει Μοναχός. Πήρε λοιπόν τον δρόμο μετά ξένοιαστος και προχωρούσε με εμπιστοσύνη στον Θεό. Όταν πέρασε και την Κερασιά και προχωρούσε για την Αγία Άννα, πήρε άλλο μονοπάτι και βγήκε στο κελλί του Αγίου Αρτεμίου. Ο Γέροντας εκεί ήταν πολύ ευλαβής και μεγάλος αγωνιστής, προικισμένος με πολλές αρετές γι'αυτό και τον ανέπαυσε.
Οι άλλοι Πατέρες από τα γύρω Κελλιά, που έβλεπαν τον νεαρό δόκιμο να αγωνίζεται ίσια με τον Γέροντα του, ανησυχούσαν κάπως και έλεγαν στον Γέροντα να τον προσέχει λίγο και να τον οικονομάιε, γιατί είναι νέος και έπεσε απότομα στην άσκηση. Αλλά ο Γέροντας έλεγε:
- Μην ανησυχείτε γιατί ξέρω τι άνθρωπο έχω.
Μέσα σε λίγο διάστημα ο νέος έγινε Μοναχός και ονομάσθηκε Δανιήλ. Έφθασε δε σε πνευματικά μέτρα, γιατί ήταν αγνός όχι μόνο στο σώμα και στη ψυχή αλλά και στο νου, διότι πάντα είχε καλούς λογισμούς και στην καρδιά του την καθαρή κατοικούσε ο Χριστός.
Κάποτε, λοιπόν, είχαν ανάψει τον φούρνο, για να ψήσουν ψωμί και να κάνουν παξιμάδι. Εκεί που σκόρπιζε τα αναμμένα κάρβουνα με το σεντράκι (μακρύ ξύλο, που έχει στην άκρη ένα γυριστό σίδερο), για να πυρωθεί όλος ο φούρνος εξ ίσου, από την πολλή φωτιά κάηκε το ξύλο, και έμεινε το σίδερο μέσα στο αναμμένο φούρνο. Ο Πατήρ το είπε αμέσως στον Γέροντα του, για να μην καθυστερήσει ο φούρνος και ο Γέροντας του απαντάει:
- Τι με κοιτάς; Κάνε το Σταυρό σου και έμπα μέσα στον φούρνο να το βγάλεις να ,μην καθυστερούμε.
  • Ο Πατήρ Δανιήλ έκανε το Σταυρό του και μπήκε μέσα στο αναμμένο. Έπιασε το κοκκινισμένο σίδερο με τα χέρια του, χωρίς να κάνει ούτε το παραμικρό έγκαυμα και χωρίς να καεί μια τρίχα απο τα γένια του! Το σπουδαιότερο δε απ'όλα ήταν, που ούτε καν του πέρασε λογισμός οτι το έκανε!
Άλλη φορά πάλι, ένας γέροντας απο τα γειτονικά κελλιά, τα "Βλάχικα" είχε αρρωστήσει και στην πάθηση του εύρισκε λίγη ανακούφιση απο τα αγγουράκια τα λίγο πικρά. Όταν είχε έρθει ο χειμώνας, του ξαναπαρουσιάσθηκαν πάλι οι πόνοι από την ίδια αρρώστια και κατέβηκε στον Άγιο Παύλο, μήπωες βρει στο μοναστήρι έστω τουρσί από αγγουράκια να δοκιμάσει για τους πόνους του, αλλά δυστυχώς δεν βρήκε. Έτσι στενοχωρημένος και πονεμένος ανέβαινε τον ανήφορο από την Αγία Άννα για τον Σταυρό. Ενώ ήταν χειμώνας και δεν υπήρχε ούτε τουρσί από αγγουράκια, του παρουσιάζεται ο Πατήρ Δανιήλ ξαφνικά, του αφήνει μπροστά του έξι - επτά αγγουράκια φρέσκα και φεύγει αμέσως! Ο ασθενής Γέροντας θαύμασε και δόξασε τον Θεό και, μόλις έφαγε, θεραπέυτηκε μια για πάντα.. Αυτή τη φορά ο Πατήρ Δανιήλ έφερε αγάπη, ευλογία, από θερμή χώρα πολύ μακρινή! (Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν θερμοκήπια στην Ελλάδα)
Ένας άλλος πάλι Γέροντας απο τα "Βλάχικα" Κελλιά ερχόταν με βαρυχειμωνιά απο την Αγία Άννα για το Κελλί του. Μόλις ξεμύτισε στην κορυφή, τον τύλιξε η χιονοθύελλα και αναγκάστηκε να γυρίσει λίγο πίσω, για να πιάσει μια άκρη σε ένα βράχο, γιατί είχε νυχτώσει και δεν τον έπαιρνε η ώρα να επιστρέψει στην Αγία Άννα. Εκτός τούτου χιόνιζε συνέχεια και φυσούσε αέρας δυνατός. Εκεί λοιπόν που είχε ακουμπήσει στον βράχο και τουρτούριζε για μια στιγμή, την νύχτα, ένωισε κάποιον να τον έχει αγκαλιασμένο και αισθάνθηκε πολύ ζεστά, αφού τον πήρε και γλυκός ύπνος. Τότε βλέπει τον Πατέρα Δανιήλ να τον έχει αγκαλιασμένο με πολλή αγάπη. Το πρωί που φώτισε, ξύπνησε απο το γλυκό του ύπνο και σηκώθηκε να φύγει γιατί είχε σταματήσει η χιονοθύελλα. Τι να ιδή όμως! Παντού ήταν χιόνια, ενώ εκεί στον βράχο είχαν λιώσει απο την θεϊκή εκείνη ζεστασιά που σκόρπισε ο πατήρ Δανιήλ. Το Γεροντάκι θερμάνθηκε και πνευματικά και χαρούμενο πήγε στο Κελλί του δοξάζοντας τον Θεό. Ο δε Πατήρ Δανιήλ θερμαινόταν συνέχεια από την αγάπη του Χριστού. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
(Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα - Γέροντος Παϊσίου - Έκδοση Ιερό Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος - Σουρωτή Θεσσαλονίκης)
www.athonika.blogspot.com

Γέροντας Παΐσιος

  Η Κυριακή είναι Ιερή Ημέρα!


Κανονικά πριν από τον Εσπερινό της γιορτής ή της Κυριακής
σταματάει κάθε εργασία. Καλύτερα είναι να δουλέψη κανείς περισσότερο την προπαραμονή, όταν αυτό μπορή να ρυθμισθή, και να μη δουλέψη μετά τον Εσπερινό της παραμονής. Άλλο είναι να κάνη κανείς σε μια γιορτή ή την Κυριακή ένα ελαφρό πράγμα το απόγευμα, όταν είναι μεγάλη ανάγκη, αλλά και αυτό πάλι με τρόπο.
Παλιά και οι χωρικοί που ήταν έξω στα χωράφια, μόλις άκουγαν την καμπάνα του Εσπερινού, έκαναν τον σταυρό τους και σταματούσαν την δουλειά. Το ίδιο και οι γυναίκες που κάθονταν στην γειτονιά. Σηκώνονταν, έκαναν τον σταυρό τους και άφηναν το πλέξιμο ή ό,τι άλλο έκαναν.

Και ο Θεός τους ευλογούσε. Είχαν την υγεία τους και χαίρονταν... Τώρα κατήργησαν τις γιορτές, απομακρύνθηκαν από τον Θεό και την Εκκλησία και τελικά όσα βγάζουν από την δουλειά τους τα δίνουν στους γιατρούς και στα νοσοκομεία...
Μια φορά ήρθε ένας πατέρας στο Καλύβι και μου λέει: «Το παιδί μου αρρωσταίνει συχνά και οι γιατροί δεν μπορούν να βρουν τι έχει». «Να σταματήσης να δουλεύης Κυριακή και όλα θ’ αλλάξουν», του είπα. Πράγματι σταμάτησε, και το παιδάκι του έγινε καλά.
Πάντα λέω στους λαϊκούς να σταματήσουν να δουλεύουν Κυριακές και γιορτές, για να μην τους βρουν στην ζωή τους συμφορές. Όλοι μπορούν να ρυθμίσουν την δουλειά τους. Όλη η βάση είναι η πνευματική ευαισθησία. Αν υπάρχη ευαισθησία, βρίσκονται λύσεις για όλα.
Και αν λίγο ζημιωθούν από μια λύση, θα πάρουν ευλογία διπλή. Πολλοί όμως δεν το καταλαβαίνουν. Ούτε στην Θεία Λειτουργία πηγαίνουν. Η Θεία Λειτουργία αγιάζει. Αν δεν πάη ο Χριστιανός την Κυριακή στην Εκκλησία, πως θα αγιασθή; Δυστυχώς όμως πάνε σιγά-σιγά οι άνθρωποι να μην αφήσουν ούτε γιορτές ούτε τίποτε. Βλέπεις, ακόμη και τα ονόματα τα αλλάζουν, για να μη θυμούνται τους Αγίους τους.
Το Βασιλική το κάνουν Βίκυ· το Ζωή, Ζωζώ, και έτσι λέει δυο φορές... «ζώο»! Έβαλαν την γιορτή της Μάνας, του Μάη, του Απρίλη... Σε λίγο θα πουν: «Σήμερα είναι η γιορτή της αγκινάρας, την άλλη του κυπαρισσιού, την άλλη τα γενέθλια αυτού που βρήκε την ατομική βόμβα ή το ποδόσφαιρο». Δεν αφήνει όμως ο Θεός...
Κάποτε, ένας ψαράς επήγε σε έναν ευλαβέστατο και άγιο μοναχό στο Άγιο Όρος Κυριακή βράδυ φρέσκα ψάρια για την εορτή πού θα είχε την άλλη ήμέρα, την Δευτέρα. Ο Γέροντας παραξενεύτηκε, και τον ερώτησε:
-Ποτέ τα έπιασες; Εκείνος απάντησε:
-Σήμερα το πρωί. Εiναι φρέσκα-φρέσκα! Τότε ο άγιος έκεiνος τού λέει:
-Παιδί μου, δεν μπορώ να τα αγοράσω. Εiναι αφορισμένα. Γιατί τα έπιασες την Κυριακή.
Ο ψαράς δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Τότε του λέει ο Γέροντας:
Θέλεις να βεβαιωθείς γι' αυτό; Δώσε ένα ψάρι στο γάτο μου. Και θα το ιδεiς. Δεν θα το φάει.Και πράγματι. `Ο γάτος δεν το έφαγε. Βέβαια αυτό δεν ήταν φυσικό. Οι γάτες «τρελαίνονται» για ψάρια. Καί δεν γνωρίζουν, σαν ζώα, καταστάσεις χάριτος. Ο γάτος εκείνος δεν έφαγε το ψάρι, κατά ειδική υπερφυσική ενέργεια τoυ Θεού. Όχι για την ψυχή του. Αλλά για την ψυχή τού ψαρά. Πού από άγνοια δεν σεβόταν την αργία τής Κυριακής. Αυτό, φυσικά, συγκλόνισε τον ψαρά, και στο εξής σεβόταν τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Λειμωνάριον......


Για τον αββά Κοσμά τον ευνούχο.

Μας διηγήθηκε ο αββάς Βασίλειος, ο πρεσβύτερος της μονής των Βυζαντίων, τα εξής: «Όταν ήμουν στη Θεούπολη, στον αββά Γρηγόριο τον πατριάρχη, ήρθε από τα  Ιεροσόλυμα ο αββάς Κοσμάς ο ευνούχος, ο της λαύρας Φαράν, άνδρας καθ’ όλη την αλήθεια μοναχός και ορθόδοξος και με ζήλο πολύ. Είχε επίσης και γνώση των θείων Γραφών όχι ασήμαντη. Όταν έκανε λίγες μέρες εκεί, πέθανε ο γέροντας. Και παράγγειλε ο πατριάρχης, για να τιμήσει το λείψανο, να ταφεί αυτός στο μνήμα όπου ήταν θαμμένος κάποιος επίσκοπος. Μετά δύο ημέρες λοιπόν, πήγα», λέει, «να ασπαστώ τον τάφο του γέροντα. Ξάπλωνε τότε πάνω στον τάφο κάποιος φτωχός παράλυτος, ο οποίος ζητούσε ελεημοσύνη από όσους έμπαιναν στο ναό. Καθώς λοιπόν με είδε ο φτωχός να κάνω τρεις μετάνοιες και να διαβάζω ευχή πρεσβυτέρου, μου λέει: “Κύριε αββά, ήταν πράγματι μεγάλος ο γέροντας που θάψατε εδώ πριν δύο μέρες”. Και του αποκρίθηκα: “Από πού το ξέρεις;” Αυτός μου λέει: “Εγώ ήμουν δώδεκα χρόνια παράλυτος και δι’ αυτού με θεράπευσε ο Κύριος· κι όταν στενοχωριέμαι, έρχεται παρηγορώντας με και μου δίνει ανάπαυση. “Αλλά κι άλλο παράδοξο”, λέει, “πρόκειται ν’ ακούσεις γι’ αυτόν. Από τότε που τον θάψατε, τον ακούω κάθε νύχτα να φωνάζει και να λέει στον επίσκοπο: Μη μ’ ακουμπάς· παρέκει· μη μ’ αγγίζεις, αιρετικέ κι εχθρέ της αλήθειας και της αγίας του Θεού καθολικής Εκκλησίας”. Αυτά άκουσα εγώ από το θεραπευμένο παράλυτο και πήγα και τα είπα όλα στον πατριάρχη· και παρακαλούσα αυτόν τον αγιότατο άνθρωπο να πάρουμε το σώμα του γέροντα και να το αποθέσουμε σ’ άλλο μνημείο. Τότε μας λέει ο πατριάρχης; “Σας βεβαιώνω, παιδιά μου, ότι δεν βλάπτεται σε τίποτε ο αββάς Κοσμάς από τον αιρετικό· αλλά όλο τούτο έγινε, για να γίνει γνωστή σε μας η αρετή του γέροντα και ο ζήλος, πόσον έχει, μετά την απαλλαγή του από την εδώ ζωή.  Αλλά και για να μας φανερωθεί η πίστη του επισκόπου, για να μην τον έχουμε για ορθόδοξο”».
Έλεγε δε κι αυτό σε μας ο ίδιος αββάς Βασίλειος για το γέροντα τούτο, τον αββά Κοσμά: «Τον επισκέφτηκα, όταν ησύχαζε στη λαύρα Φαράν. Και μου λέει ο γέροντας: “Μου ήρθε κάποτε ένας λογισμός που έλεγε: Τί είν’ αυτό που λέει όο Κύριος στους μαθητές του: «Ο έχων ιμάτιον πωλησάτω αυτό και αγορασάτω μάχαιραν. Και αυτοί είπον: Ιδού δύο μάχαιραι»; Και καθώς συλλογιζόμουν για πολύ το ρητό και δεν έβρισκα την απάντηση, βγαίνω από το κελί μου μέσα στο καυτό μεσημέρι, επειδή όφειλα να πάω στη λαύρα των Πυργιών, στον αββά Θεόφιλο και να τον ρωτήσω. Και λοιπόν, όταν έφτασα στην έρημο, κοντά στον Καλαμώνα, βλέπω ένα δράκοντα πολύ υπερμεγέθη να κατεβαίνει από το βουνό προς τον Καλαμώνα. Και ήταν τόσο μεγάλος, ώστε έκανε καμάρα, όταν μετακινιόταν. Κι άξαφνα βρέθηκα να περνώ κάτω από την καμάρα του αβλαβής. Και κατάλαβα», λέει, «ότι ο μεν διάβολος θέλησε να μαράνει το ζήλο μου, οι ευχές όμως του γέροντα με βοήθησαν. “Πήγα λοιπόν”, λέει, “κι είπα το γραφικό στον αββά Θεόφιλο. Και μου είπε ότι η ερμηνεία των δύο μαχαιρών είναι αυτή: η πράξη και η θεω­ρία. “Αν λοιπόν έχει κανείς τις δύο αρετές, είναι τέλειος”».
Αυτόν τον αββά Κοσμά συνάντησα στη λαύρα Φα­ράν. Γιατί έμεινα σ’ αυτή δέκα χρόνια. Και καθώς μου μιλούσε για τη σωτηρία της ψυχής, έτυχε να χρησιμοποιήσει λόγο του αγίου  Αθανασίου, του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Και μου λέει ο γέροντας: “Όταν βρεις λόγο του αγίου Αθανασίου, κι αν δεν έχεις χαρτί, στα ρούχα σου να τον γράψεις”. Τέτοιον πόθο είχε ο γέροντας για τους αγίους Πατέρες μας και διδασκάλους.
Έλεγαν δε και τούτο γι’ αυτόν, ότι τη νύχτα της αγίας Κυριακής καθόταν από το σούρουπο ως το πρωί ψάλλοντας και διαβάζοντας και στο κελί του και στην εκκλησία, χωρίς να καθίσει καθόλου. Κι όταν ανάτελλε ο ήλιος και τελείωνε τον κανόνα, καθόταν διαβάζοντας το άγιο Ευαγγέλιο, μέχρι να σημάνει για την ακολουθία.
(Ιωαν, Μόσχου «Λειμωνάριον», εκδ. Ι.Μ. Σταυρονικήτα, Αγ. Όρος)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...