Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Χαράλαμπος, ή Άγιος Χαραλάμπης, έζησε κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος, και μαρτύρησε πιθανότατα κατά το 198 μΧ, σε ηλικία 113 ετών.


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος χαραλαμπος
Ο Άγιος Χαράλαμπος ήταν ιερέας στην πόλη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Δίδασκε τον δρόμο της αρετής και κήρυττε την Χριστιανική Πίστη. Ο Σεβήρος ξεκίνησε όμως διωγμό κατά των Χριστιανών, κατά τον οποίον ο έπαρχος Λουκιανός συνέλαβε και δίκασε τον Άγιο Χαράλαμπο επειδή ήταν Χριστιανός.
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος χαραλαμποςΟ Λουκιανός λοιπόν, ζήτησε από τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό και να προσκυνήσει τα είδωλα, μα ο Άγιος του απάντησε ότι ο Χριστός είναι ο πραγματικός Θεός, ο επουράνιος Βασιλέας, που δίνει αιώνια ζωή και μακαριότητα σε όσους τον πιστεύουν. Αντίθετα, οι θεοί που προσκυνούν οι Ρωμαίοι είναι άψυχα είδωλα. Με την επίκληση του ονόματος του Χριστού φεύγουν οι δαίμονες των ειδώλων, και θεραπεύονται οι ανίατες αρρώστιες, πρόσθεσε ο Άγιος.
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος χαραλαμποςΗ απάντησή του εξόργισε τον έπαρχο Λουκιανό. Αφαίρεσαν την ιερατική στολή και έγδαραν όλο το δέρμα του Αγίου. Κατά την διάρκεια των βασανιστηρίων ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχόταν στον Θεό, κι ευχαριστούσε τους βασανιστές του λέγοντας ότι με το μαρτύριο αυτό κερδίζει την αιώνια ζωή. Οι υπηρέτες απορούσαν, πώς γίνεται να φέρεται έτσι ο Άγιος, γιατί δεν τον βλάπτουν τα βασανιστήρια; Μάλιστα οι δυο δήμιοι Πορφύριος και Βάπτος, βλέποντας το θαύμα ότι ο Άγιος Χαραλάμπης δεν πάθαινε τίποτα από τα βασανιστήρια, πίστεψαν στον Χριστό και μαρτύρησαν δια αποκεφαλισμού. Τόσο πολύ θύμωσε ο έπαρχος Λουκιανός, που αποπειράθηκε να χτυπήσει τον Άγιο ο ίδιος. Τα χέρια του Λουκιανού όμως, κοπήκαν στο ύψος των αγκώνων του, και έμειναν κρεμασμένα στο σώμα του Αγίου. Ο ηγεμόνας βλέποντας τα κομμένα χέρια του, έφτυσε τον Άγιο Χαραλάμπη στο πρόσωπο και τότε το πρόσωπο του ηγεμόνα γύρισε προς τα πίσω. Ολόκληρη η πόλη της Μαγνησίας παρακάλεσε τότε τον Άγιο Χαράλαμπο να κάνει καλά τον άρχοντα, και ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχήθηκε στον Θεό και το θαύμα έγινε.
Βλέποντας αυτό το θαύμα, τρεις γυναίκες που παραστέκονταν κι έβλεπαν το βασανιστήριο του Αγίου Χαραλάμπους αλλά και πολύ ακόμη από τους πολίτες της Μαγνησίας, πίστευσαν αμέσως στον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο ηγεμόνας μετά από αυτά τα θαύματα, έπαυσε τον διωγμό των Χριστιανών, ελευθέρωσε τον Άγιο Χαραλάμπη, και έστειλε αγγελιοφόρο στην Ρώμη για να ζητήσει οδηγίες. Πολλοί πίστεψαν στην Χριστιανική Πίστη, εξομολογήθηκαν και βαπτίστηκαν.

Ιερομόναχος Ησύχιος Αγιαννανίτης (1909 - 10 Φεβρουαρίου 1982)

Ο κατά κόσμον Δήμος Αλεξανδρόπουλος του Σπυρίδωνος και της Μαρίας, ο ενάρετος αυτός Αγιαννανίτης Πνευματικός, γεννήθηκε στο χωριό Δράινα της Μεσσηνίας το 1909. Από μικρός διακρινόταν για την επιμέλεια, σοβαρότητα και σεμνότητα του. Στη γειτονική κωμόπολη Μεσσήνη γίνεται ράφτης. Τα χρήματα που κερδίζει τα δίνει στη χήρα μητέρα του κι ελεημοσύνη στους φτωχούς.
Με θεία βοήθεια και υπόδειξη, με την προστασία του τιμίου σταυρού και της Παναγίας, αλλά και με πειρασμούς και πόλεμο δαιμόνων φο­βερό, έφθασε στη σκήτη της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης το 1927, στην Καλύβη του Αγίου Μοδέστου και του Αγίου Χαραλάμπους, στην υπακοή του εναρέτου και προορατικού παπα-Λεόντιου. Ο Ησύχιος μετά δοκιμή και κουρά, το 1928, χειροτονήθηκε διάκονος το 1933 και πρεσβύτερος το 1936, έκτος παπάς της ευλογημένης αυτής συνοδείας. Από το 1954 ήταν Πνευματικός.

Με την υψοποιό ταπείνωση, την ευαγγελική πραότητα, την απαραίτητη διάκριση, γίνεται ασφαλής οδηγός πολλών ψυχών. Παντού και πάντοτε ησύχιος ο Ησύχιος, στοργικός και χριστοφόρος. Με το λεί­ψανο της Αγίας  Άννης περιόδευε τη Μακεδονία κάνοντας αγιασμούς. Θεραπεύονταν ασθενείς και λυνόταν η στείρωση λυπημένων άτεκνων γυναικών. Η Αγία Άννα τον προστάτευε συνέχεια στη ζωή του. Πολλά είναι τα θαύματά της και στην προσωπική του ζωή. Την Παναγία και την Αγία Άννα δεν τις αγαπούσε απλά, αλλά τις λάτρευε. Για την Αγία Άννα έλεγε: «Να την έχετε ευλάβεια, διότι αυτή είναι η προστάτις και ιατρός μας. Είναι ό,τι πολυτιμότερο είχα στη ζωή μου. Αυτόν τον θη­σαυρό αγάπησα και πιστά υπηρέτησα. Αύτη θα σε προστατεύει και θα πρεσβεύει για τη σωτηρία σου».
Το τελευταίο έτος της ζωής του έμεινε κατάκοιτος. Η ασθένεια τον έκανε να τρέμει όλος. Από την ακινησία άνοιξαν πληγές στο σώμα του. Πονούσε, αλλά δεν γόγγυζε, υπόμενε καρτερικά κι ελπιδοφόρα. Τη δοκιμασία δεχόταν ως θεία επίσκεψη. Στους μοναχούς του έλεγε με βεβαιότητα ότι θα λάβουν μεγάλο μισθό από τον Θεό, για την προς αυτόν πρόθυμη διακονία τους. Προείδε το τέλος του. Δέκα μέρες πριν είπε: «Εγώ του Αγίου Χαραλάμπους θα φύγω». Στον εσπερινό της εορτής του αγίου είπε: «Εγώ ετοιμάζομαι για την άλλη ζωή». Ήταν τα στερνά του λόγια αυτά. Έχασε τη φωνή του. Μετά τη δύση του ήλιου εξέπνευσε. 10.2.1982. Μία υπέροχη γαλήνη ήταν ζωγραφισμένη στο ησύχιο πρόσωπό του, λέγουν. Η μετά διήμερο ταφή του δεν έδωσε καμία δυ­σοσμία στο νεκρό σώμα του. Οι ιερείς στην εξόδιο ακολουθία του είπαν την ευχή: «Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφέ και συλλειτουργέ ημών» τρεις φορές. Ένας που τον γνώρισε από κο­ντά έγραψε: «Ο αείμνηστος παπα-Ησύχιος δεν είναι ένα δώρο δικό μας προς τον Θεό, αλλά ένα δώρο του Θεού προς εμάς. Και με τέτοια ακριβά δώρα εκφράζεται η αγάπη του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου προς όλη την ανθρωπότητα. Ευχαριστούμε την Κυρία του Ιερού ημών Τόπου, την Θεοτόκο, για τα μυρίπνοα άνθη που η ίδια καλλιεργεί και προετοιμάζει για την αιωνιότητα. Ευχαριστούμε τον σεβαστό Γέροντα παπα-Ησύχιο, διότι με την παρουσία του στην γη μάς έφερε πιο κοντά στον ουρανό. Και με την οσιακή αποδημία του μας άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά την αγία ζωή του».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Δ.Μ.Γ., Ο ιερομόναχος και Πνευματικός π. Ησύχιος Αγιαννανίτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 7/1982, σσ. 80-94.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1021-1023

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΓΕΩΡΓΗ ΤΟΥ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΟΥ


ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΓΕΩΡΓΗ ΤΟΥ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΟΥ

Ἦταν τὸ ἔτος 1979, δύο χρόνια ἀφότου ἀνέλαβα καθήκοντα ἡγουμένου σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον πολυπαθῆ μοναστήρια τοῦ Ἄθωνα, ὅταν ὁ Γερο-Γεώργης μᾶς ἐπισκέφθηκε τὴν παραμονὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Κεκοπιακώς, περίλυπος καὶ ἀπαρηγόρητος μοῦ ἀνακοίνωσε τὴν αἰτία τῆς στενοχωρίας του. Ὁ καιρὸς ἐμπόδισε τὸ καράβι νὰ φέρη ψάρια γιὰ τὴν πανήγυρι καὶ ἔτσι δὲν θὰ εἶχε νὰ φιλέψη τοὺς πανηγυριστὲς τοῦ Κελλιοῦ καὶ νὰ τιμήση τὸν Ἅγιο. Τότε, τοῦ προσφέραμε ὅσα ψάρια ἔτυχε νὰ ἔχουμε γιὰ τὴν ἑορταστικὴ τράπεζα τῆς μονῆς. Καὶ ἐκεῖνος τὰ δέχθηκε, γονάτισε μπροστὰ στὴν πύλη τῆς μονῆς, εὐχαρίστησε καὶ εὐχήθηκε. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναχώρησή του, καὶ ἐνῶ δὲν εἶχε διασχίσει τὰ ὅρια τῆς μονῆς, κατέφθασε ὁ μ. Γ. καὶ ἔφερε ψάρια, ποὺ εἶχε μόλις πιάσει ἀπὸ τὴν Καληάγρα, γιὰ νὰ τὰ προσφέρη εὐλογία —ἀκριβῶς τόσες μερίδες, ὅσες εἴχαμε δώσει στὸν Γερο-Γεώργη. Ὅταν τὶς ἑπόμενες μέρες ὁ γέροντας ἦρθε πάλι νὰ εὐχαριστήση, ἄναψε κερὶ στὴν Μεταμόρφωση καὶ εὐχήθηκε νὰ μὴ λείψη τίποτε ἀπὸ τὸ Κοινόβιο.
Ἄλλοτε, εἶχε στείλει ὁ ἴδιος ἕναν ἄγνωστο φτωχό, γιὰ νὰ πάρη ἐλεημοσύνη ἀπὸ τὴν μονή. Τότε, ποὺ τὸ μοναστήρι περνοῦσε τὴν πιὸ δύσκολη ἴσως περίοδο τῆς ζωῆς του μετὰ ἀπὸ μεγάλο διάστημα λειψανδρίας καὶ λεηλασίας, ἔτυχε νὰ βρίσκωνται ὄχι πάνω ἀπὸ ἑκατὸ δραχμὲς στὸ ταμεῖο. Ὁ ἐπίτροπος τῆς μονῆς διαμαρτυρήθηκε, ἀλλὰ τελικῶς τὰ χρήματα δόθηκαν μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη θὰ ἑλκύση τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ φτωχὸς ἀναχώρησε, ἕνας ἄγνωστος προσκυνητὴς μὲ ζήτησε στὸ προρταρίκι καὶ παρέδωσε βιαστικὸς ἕνα φάκελο. Περιεῖχε χίλιες ἑκατὸ δραχμές! Ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὸ ποσό, ἀφαίρεσα τὶς ἑκατὸ δραχμὲς καὶ ἔστειλα ἕναν ἀδελφὸ νὰ τρέξη πίσω ἀπὸ τὸν φτωχὸ γιὰ νὰ τοῦ προσφέρη καὶ τοῦτο τὸ περίσσευμα. Συνειδηποποιήσαμε τότε πόσο ταχεῖα εἶναι ἡ ἀνταπόδοση τῆς Παναγίας. Ἀλλά, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Γερο- Γεώργης ἔφθασε τὸ Σάββατο γιὰ νὰ λειτουργηθῆ, χωρὶς νὰ ἔχει πληροφορηθῆ ἀπὸ κάποιον γιὰ τὰ γενόμενα, μὲ πλησίασε ὅλο χαρὰ καὶ μοῦ εἶπε: «Εἶδες, ὅταν δίνη τὸ ἕνα χέρι, ἡ Παναγία προσφέρει πενταπλάσια στὸ ἄλλο.»
Ἡ τελευταία φράση ποὺ μοῦ εἶπε κατὰ τὴν τελευταία ἐπίσκεψή του στὸ μοναστήρι ἦταν «Καλὴ ἀντάμωση. Τώρα δὲν θὰ ξαναϊδωθοῦμε.»

Καλὴ ἀντάμωση στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Μὲ τὴν εὐχή του.
Ἀρχιμανδρίτης Χριστόδουλος Καθηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου

Εορτή του Αγίου Νικηφόρου 09 Φεβρουαρίου


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ νικηφορος 9 φεβρουαρίου

O Άγιος Νικηφόρος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Βαλεριανού (253 - 259 μ.Χ.) και Γαληνού (259 - 268 μ.Χ.), και συνδεόταν στενά με κάποιον ιερέα ονόματι Σαπρίκιο, ο οποίος έτρεφε μεγάλο μίσος κατά του Νικηφόρου γιατί πίστευσε στα λόγια κάποιου συκοφάντη

O Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να του πει τον λόγο και να τον συγχωρέσει, όμως μάταια.
Όταν το 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, συνελήφθησαν πολλοί επίσκοποι και ιερείς μεταξύ των οποίων και ο Σαπρίκιος. Μόλις ο Άγιος διέκρινε μεταξύ των συλληφθέντων και τον Σαπρίκιο... τρέχει και πέφτει στο γόνατά του και τον παρακαλεί με δάκρυα να τον συγχωρήσει. O Σαπρίκιος αρνείται πεισματικά. Μετά το μαστίγωμα που δέχθηκε ο Νικηφόρος τον πλησιάζει και πάλι, ασπάζεται τις πληγές του και του ζητά να του δώσει έστω και την τελευταία στιγμή την ευλογία του.

O Σατρίκιος ανένδοτος, τον απομακρύνει και οδηγείται για αποκεφαλισμό. Η άρνηση και η αδιαλλαξία του Σαπρίκιου, τον καθιστούν ανάξιο στο μάτια του Θεού. Χωρίς πλέον την δύναμη της θείας χάρης, δεν άντεξε τα βασανιστήρια και την ώρα του αποκεφαλισμού λυγίζει και ζητά να θυσιάσει στο είδωλα. Μόλις το άκουσε ο Νικηφόρος, τρέχει και τον παρακαλεί να ανακαλέσει την άρνησή του.

Εκνευρισμένοι τότε οι δήμιοι, αποκεφαλίζουν τον Νικηφόρο και έτσι αξιώνεται εκείνος το στέφανο του μαρτυρίου, ενώ ο Σαπρίκιος το στίγμα της ατιμίας.

Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Αγάπη του Κτίσαντος, καταυγασθείς την ψυχήν, του νόμου της χάριτος, εκπληρωτής ακριβής, εμφρόνως γεγένησαι, όθεν και τον πλησίον, ως σαυτόν αγαπήσας, ήθλησας Νικηφόρε, και τον όφιν καθείλες, εντεύθεν εν ομονοία, ημάς διατήρησαν.



Μοναχός Ησύχιος Κωνσταμονίτης (1906 - 9 Φεβρουαρίου 1979)

Ένας κρυμμένης αρετής μοναχός ήταν και ο μακάριος Ησύχιος Κωνσταμονίτης, ο κατά κόσμον Γεώργιος Ιωάννου Αραμπατζής. Γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας το 1906. Νέος ήλθε στην Ελλάδα κατά την πολύκλαυστη μικρασιατική καταστροφή. 
Στη μονή Κωνσταμονίτου εισήλθε το 1926 ως δόκιμος. Δεν γνώριζε πολύ καλά ελληνικά. Ένα γεροντάκι της μονής του έμαθε την ελληνική γλώσσα. Μετά την κανονική δοκιμασία εκάρη μοναχός το 1928.
Επί πολλά έτη είχε το διακόνημα του πορτάρη της μονής. Εκεί στην είσοδο τον γνωρίσαμε κι εμείς, σοβαρό, σεμνό και λιγομίλητο.
 Καθημερινά σκούπιζε το πορταρίκι και υποδεχόταν τους προσκυνη­τές, μόνο με τ’ απαραίτητα λόγια. Επί 55 έτη ζούσε την ίδια ήσυχη, αδιατάρακτη και ταπεινή ζωή. Συνήθιζε να πηγαίνει στην τράπεζα του κοινοβίου μόνο τις Κυριακές και τις εορτές, μετά από τις αγρυπνίες. Τις άλλες ημέρες έπαιρνε φαγητό στο πορταρίκι κι έτρωγε μόνος του. Μερικοί πατέρες σκανδαλίζονταν με αυτή την ιδιορρυθμία του. Κάποτε εμπιστεύθηκε σ’ έναν ιερομόναχο, που τον ρώτησε σχετικά, λέγοντάς του να μην το ανακοινώσει σε κανένα προ της εκδημίας του, τον λόγο της «ιδιορρυθμίας» του.
Όταν ήλθε στο μοναστήρι και άκουσε τον βίο του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, θέλησε να τον μιμηθεί. Οδηγήθηκε όμως σε ακρότητες που τον πήγανε σε σοβαρή ασθένεια, ώστε δεν μπορούσε να φάει και να κοιμηθεί. Έχασε την ομιλία του και κόντεψε να τρελαθεί. Οι πα­τέρες τον πίεσαν να τρώει και του έδωσαν ένα μοναχό να τον συνο­δεύσει στις αθωνικές μονές, ώστε με την προσκύνηση τιμίων λειψάνων και θαυματουργών εικόνων να γίνει καλά. Στη μονή Βατοπεδίου, προ­σκυνώντας την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου έγινε εντελώς καλά, όπως διηγείται ο ίδιος: «Καθώς προσκυνούσα τη θήκη με την αγία Ζώνη της Κυρίας Θεοτόκου που μας έβγαλε ο προσμονάριος, το κουβούκλιο σαν να κόλλησε πάνω μου! Δηλαδή έσκυψα, φίλησα και καθώς σηκωνόμου­να, η θήκη τέσσερα-πέντε κιλά, ερχότανε μαζί! Τραβούσε ο προσμονάριος, τραβούσε ο Γερο-Δοσίθεος (ο συνοδός του), τίποτα! Εκείνη την ώρα ήρθα στα σύγκαλά μου και μίλησα! Θεραπεύθηκα … Χαρούμενος γύρισα στο μοναστήρι μας. Έγινα μεγαλόσχημος μοναχός. Από Γεώρ­γιον ονόμασαν εμένα Ησύχιον».
Ο μοναχός Ησύχιος υπήρξε πράγματι ησύχιος, σιωπηλός και προσευχόμενος. Κατά τις μακρές ώρες της θείας λατρείας είχε σταθερή ορθοστασία, παρά την ασθένειά του και το γήρας του. Ο πνευματικός του πατέρας του έθεσε μόνιμο κανόνα Δευτέρα, Τετάρτη και Παρα­σκευή να τρώει μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι κι έκανε. Σε κανέναν ποτέ δεν το είπε. Μόνο σ’ έναν, για να μας το κάνει γνωστό μετά την κοίμησή του. Οι άλλοι τον κατέκριναν, αυτός έκρυβε καλά το μυστικό του.
Ένα εσπερινό, ανάβοντας το καντήλι του αγίου Στεφάνου στην είσοδο της μονής έπεσε κάτω και δεν σηκώθηκε ποτέ. Έπαθε καρδι­ακή προσβολή. Ήταν η 9.2.1979. Την επομένη έγινε η κήδευση και η ταφή του.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μανώλη Μελινού, Αγιορείτες Ευλογείτε, Αθήνα 2004, σσ. 295-302.
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ.951-952

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης

O Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης καταγόταν από τα Ευχάϊτα της Γαλατίας και κατοικούσε στην Ηράκλεια του Εύξεινου Πόντου. Στρατιωτικός στο επάγγελμα, διακρίθηκε για την γενναιότητά του και γρήγορα προήχθη στους υψηλότερους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας. Αθλητής γενναιότατος ο Θεόδωρος, ήταν συγχρόνως και υπόδειγμα σεμνότητας όπως αρμόζει σε έναν γνήσιο Χριστιανό.
Όταν το 320 μ.Χ. ο Λικίνιος διέτριβε στη Νικομήδεια, άκουσε περί του Θεοδώρου ότι είναι Χριστιανός και βδελύσσεται τα είδωλα. Αμέσως απέστειλε στην Ηράκλεια ανώτερους αξιωματούχους, για να τον συνοδεύσουν με τιμή στη Νικομήδεια. Αλλά ο Θεόδωρος διεμήνυσε διά των ιδίων απεσταλμένων στον Λικίνιο, ότι για πολλούς λόγους η παρουσία του στην Ηράκλεια ήταν συμφέρουσα και τον προέτρεπε να μεταβεί εκεί. Αποδεχθείς την πρόταση ο Λικίνιος μετέβη στην Ηράκλεια, όπου τον προϋπάντησε με λαμπρότητα ο Θεόδωρος, προς τον οποίο ο Λικίνιος άπλωσε το χέρι, ελπίζοντας ότι διά του Θεοδώρου θα προσείλκυε τους Χριστιανούς στη θρησκεία των ειδώλων. Κάποια ημέρα, ενώπιον του λαού, ο Λικίνιος προέτρεψε τον Θεόδωρο να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Θεόδωρος αρνήθηκε και ζήτησε να του δοθούν τα χρυσά και αργυρά αγαλματίδια των θεών, για να προσφέρει αυτά θυσία στον οίκο του ιδιωτικά και μετά να προσφέρει δημόσια τις θυσίες. Πράγματι, ο Θεόδωρος έλαβε τα αγαλματίδια τα οποία κομμάτιασε και μοίρασε τα χρυσά και αργυρά αυτών στους πτωχούς. Ο εκατόνταρχος Μαξέντιος είδε την κεφαλή της θεάς Αφροδίτης στα χέρια ενός πτωχού και κατέδωσε το γεγονός στον Λικίνιο, ο οποίος θεώρησε τον Θεόδωρο ως εμπαίκτη και καταφρονητή των ειδώλων. Για τον λόγο αυτό τον συνέλαβαν και αμέσως άρχισαν να τον υποβάλλουν σε πολυειδείς τιμωρίες. Τον κτυπούσαν, έκαιγαν και έγδερναν το σώμα του Μάρτυρος. Στην συνέχεια οι δήμιοι τον σταύρωσαν και διαπέρασαν τα πόδια, τα χέρια και τα κρυφά μέλη του διά περόνης, τόξευσαν το πρόσωπό του με τέτοιο τρόπο ώστε να εκχυθούν τα μάτια του και τον άφησαν επάνω στον σταυρό. Ο Λικίνιος, φοβούμενος την οργή του όχλου, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Έτσι ο φόβος παρεχώρησε την θέση του στη χαρά και η λύπη και ο κόπος στην ανάπαυση.

Το σεπτό σκήνωμά του μετετέθη, στις 8 Ιουνίου, από την Ηρακλεία στο προγονικό κτήμα του Αγίου, στα Ευχάιτα, κατά την επιθυμία του Αγίου την οποία εξέφρασε προ της εκτομής αυτού στον γραμματέα του Ούαρο. Η Εκκλησία μας εορτάζει στις 8 Ιουνίου την ανακομιδή των λειψάνων του.


Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογία ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι Θεόδωρε, ὄπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής, ὅθεν σὲ πίστει, ἀεὶ μακαρίζαμεν.

Ιερομόναχος Θεόδωρος Γρηγοριάτης (1885 - 8 Φεβρουαρίου 1964)

Ο κατά κόσμον Θεόδωρος Γεωργίου Κακούνης γεννήθηκε στα χωριό Καστρί της Λακωνίας το 1885. Μαζί με τον δίδυμο αδελφό του Δημήτριο, τον μετέπειτα Καυσοκαλυβίτη μοναχό Ιερόθεο (†1968), νέοι ξενιτεύθηκαν για την Αμερική. Πήγαν να εργασθούν, για να βοηθή­σουν τη φτωχή τους οικογένεια. Μία ημέρα, πηγαίνοντας σ’ ένα θέατρο για να ψυχαγωγηθούν και να ξεκουρασθούν, είδαν ένα φοβερό θέαμα. Χορός δαιμόνων να περιφέρεται γύρω από το κτίριο και να γκρεμίζει στην αμαρτία νέους και νέες. Τρομαγμένοι αναχώρησαν για το Άγιον Όρος, ποθώντας τη σωτηρία της ψυχής τους.
Το 1903 ο Θεόδωρος προσήλθε στην ιερά σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης, στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην ευλαβή συνοδεία των ιερομονάχων Στεφάνου και Θεοδοσίου. Το 1907 εκάρη μο­ναχός. Ημέρα με την ημέρα προόδευσε πνευματικά και καλλιεργούσε επιμελημένα τις ένθεες αρετές. Έγινε δεκτικός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, γιατί είχε μεγάλη ταπείνωση.
 
Το 1912 χειροτονήθηκε διάκονος. Διακονούσε με κάθε ευλάβεια και ιεροπρέπεια. Το 1923 προσήλθε στη μονή Γρηγορίου. Το 1931 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, τελώντας τα θεία μυστήρια με φόβο Θεού. Μετά την κοίμηση του Γέροντός του Στεφάνου, κλήθηκε να διακονήσει στη μονή Γρηγορίου, όπου μόναζαν πολλοί συμπατριώτες του. Ηγούμενος ήταν ο λίαν ενάρετος Γέροντας Αθανάσιος (†1953).
Στα αυστηρό αυτό κοινόβιο έγινε υπόδειγμα υπακοής, υπομονής και ταπεινώσεως. Για την αρετή του, μετά την παραίτηση του ηγουμένου Αθανασίου, εξελέγη ηγούμενος, παρότι στη μονή υπήρχαν παλαιότεροι ιερομόναχοι όπως οι Γεώργιος, Στέφανος, Κωνσταντίνος, Δημήτριος και Διονύσιος. Το 1937 προχειρίσθηκε αρχιμανδρίτης και Πνευματικός κι ενθρονίσθηκε ηγούμενος. Το 1943 παραιτήθηκε της ηγουμενείας.
Ήτο ευλαβής και φιλακόλουθος πάντοτε. Διακόνησε παλαιότερα ως προσφοράρης και ιερορράπτης. Έδειχνε μεγάλη αγάπη στους προσκυ­νητές και αφιέρωνε χρόνο για πνευματικές συζητήσεις μαζί τους.
Στις 8.2.1964 μετά διετή ημιπληγία ανεπαύθη ήσυχα στη μονή του και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ετάφη μετά των άλλων πατέρων στο κοιμητήριο. Στην ηγουμενεία τον διαδέχθηκε ο αρχιμανδρίτης Βησσαρίων (†1974).
Πηγές – Βιβλιογραφία
Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού. Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 170-172. Ιεράς Μονής Γρηγορίου, Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 2003, σσ. 39-40.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 711-712

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Η Εορτή της Αγίας Αγάθης

Η Εορτή της Αγίας Αγάθης

Τη μνήμη της Αγίας Αγάθης τιμά σήμερα, 5 Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας.

Η Αγία Αγάθη, καταγόταν από το Παλέρμο ή την Κατάνη της Σικελίας. Έζησε και μεγαλούργησε στο χρόνια του αυτοκράτορα Δέκιου (249 - 251 μ.Χ.). Η οικογένειά της διέθετε τεράστια περιουσία, η δε Αγία διακρινόταν για τη φυσική της ομορφιά αλλά και για το ήθος, τις αρετές και τη μεγάλη της πίστη.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, μένει ορφανή και μοναδική κληρονόμος της μεγάλης περιουσίας των γονέων της και τότε αναδείχθηκε η υπέροχη προσωπικότητα της Αγάθης. Αγνοώντας τις προσκλήσεις και τις κολακείες του κόσμου, διέθεσε όλη της την περιουσία σε φιλανθρωπικούς σκοπούς βοηθώντας όλους όσους είχαν ανάγκη.
O Θεός όμως έκρινε ότι η Αγία έπρεπε να δοκιμαστεί περισσότερο. O έπαρχος Κιντιανός προσπάθησε χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, να την πείσει να τον παντρευτεί. Η Αγία όμως όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την πίστη της, αλλά θέλησε να μαρτυρήσει γι' αυτήν. Έτσι υπέμεινε με θαυμαστή καρτερικότητα όλα τα βασανιστήρια και μάλιστα δοξολογώντας τον Θεό που την αξίωσε της τιμής του μαρτυρίου.
Παρέδωσε το πνεύμα της το 251 μ.Χ. μετά από φρικτά βασανιστήρια και ενώ βρισκόταν στη φυλακή, λαμβάνοντας έτσι το στέφανο του μαρτυρίου.

Η Σύναξη της Αγίας Μάρτυρος Αγάθης ετελείτο στο Μαρτύριό της, το οποίο βρισκόταν στο έβδομο του Βυζαντίου (Σικελία). Τα ιερά λείψανά της μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο των αυτοκρατόρων Βασιλείου Β' (976 - 1025 μ.Χ.) και Κωνσταντίνου Η' (1025 - 1028 μ.Χ.).

Απολυτίκιο: Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Ρόδον εύοσμον της παρθενίας, νύμφη άφθορος του Ζωοδότου, ανεδέδειξαι Αγαθή πανεύφημε, των αγαθών την πηγήν γαρ ποθήσασα, μαρτυρικώς εν τω κόσμω διέπρεψας, μάρτυς ένδοξε, λιταίς σου θείαις αγάθυνον τους πόθω μεγαλύνοντας τους άθλους σου.

Μοναχός Δαυίδ Διονυσιάτης (1890 - 5 Φεβρουαρίου 1983)

Το ασκητικό μοναστήρι του Διονυσίου στα μικρά κελλιά του έκρυψε και φύλαξε μεγάλους αγωνιστές, καλούς φίλους του Θεού, διαδόχους αγίων. Μια τέτοια οσιακή μορφή, με αγγελική ψυχή, είναι του ταπεινού και πράου, απλού και άκακου, χαριτωμένου και χαρούμενου π. Δαυίδ.
Ο κατά κόσμον Δήμος Φλώρος του Βασιλείου και της Μαρίας γεννήθηκε στο χωριό Κτιστάδες της Άρτας το 1890. «Το πιο σπουδαίο, έλεγε, που του έμαθαν οι γονείς του ήταν ν’ αγαπά πολύ τον Θεό».
Πεντάχρονος είδε τον ουρανό ν’ ανοίγει και ν’ αντικρίζει τ’ αγγελικά τάγματα και τους αγίους του Θεού. Πάλι κάτι είδε όταν ήταν έφηβος.
Άφοβος υπόμενε τις δαιμονικές παγίδες. Με το σημείο του σταυρού και την επίκληση της Παναγίας πάντοτε ελευθερωνόταν. Οι γονείς του όμως δεν τον άφηναν να μονάσει. Έτσι τον νύμφευσαν.
 Από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά και περιουσία. Τ’ άφησε όλα και το 1952 ήλθε στο Περιβόλι της αγαπημένης του Παναγίας να γίνει μοναχός, καθώς έλεγε: «Ήρθα να προσφέρω στον Κύριο τα γεράματά μου, αφού δεν μπόρεσα να δώσω τα νιάτα μου». Έμεινε λίγους μήνες στη μονή Γρηγορίου και μετά κοινοβίασε στη μονή Διονυσίου. Εκάρη μοναχός το 1955.
Παρότι ήλθε μεγάλος στη μονή, είχε νεανικό πόθο για αγώνες ασκητικούς. Συνέχεια ήταν με το «ευλόγησον» και το «να είναι ευλογημένο». Έλεγε ο ίδιος: «Ένοιωθα χαρά και ευχαρίστηση να κάνω το καλό για τους άλλους». Έλεγε με απλότητα συνεχώς το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Είχε αγγελοφάνειες και δαιμονοφάνειες. Ο τίμιος σταυρός, η Παναγία και ο Τίμιος Πρόδρομος τον προστάτευαν. Είχε γεμίσει με σταυρούς το κελλί του. Ήξερε ότι «όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν σου ημίν δέδωκας». Η μακάρια απλότητά του τον έσωζε. Όταν τον ρώτησαν, γιατί δεν τον βλέπουν όλοι τον δαίμονα, απάντησε: «Και σε σας παρουσιάζεται, αλλά δεν τον βλέπετε. Άμα έχει ο άνθρωπος πάθη, κακίες, αμαρτίες, έχει μέσα στην καρδιά και στο μυαλό του τον διάβολο.
Γιατί αυτός κάνει όλα αυτά τα πράγματα και η κακή προαίρεσις του ανθρώπου. Αυτός, μωρέ παιδί μου, παρουσιάζεται μόνο στους πράους και ταπεινούς. Ξέρεις, αυτούς τους φοβάται, αλλά δεν μπορεί να τους κάνει τίποτε, διότι είναι με τον Χριστό».
Άλλοτε πάλι έλεγε σ’ ένα μοναχό, που επίμονα τον ρωτούσε: «Η υπακοή σού χαρίζει ειρήνη, χαρά και πόθο για τον Χριστό και η ελεημοσύνη είναι μεγάλο πράγμα. Μ’ αυτή πας όρθιος στον παράδεισο. Σου συγχωράει όλα τα αμαρτήματα. Στα συγχωράει ο Θεός. Κατάλαβες; Κακό μεγάλο είναι η υπερηφάνεια. Πω, πω πόσο την αποστρέφεται ο Θεός! Όχι σαν τον Φαρισαίο, που έλεγε εγώ δίνω και δίνω …, γιατί το βραβείο το πήρε εκείνος που κτύπαγε τα στήθια …».
Αφιλόδοξος, ακενόδοξος, ακατήγορος, ειρηνικός, νηφάλιος, ησύχιος. Ένα μεγάλο, άκακο, απλό παιδί. Στις 5.2.1983, μέσα στην παγωνιά του χειμώνα, ύστερα από μία επιδημία γρίππης, πέταξε η ψυχή του ψηλά σαν πουλάκι.
Ο ηγούμενος παπα-Χαράλαμπος (†2000) είπε: «Πολλά καλογέρια, που εδιάβαζαν δίπλα στο σκήνωμά του το Ψαλτήρι, παρηγορούντο με δάκρυα κατανύξεως, πράγμα που μαρτυρεί ότι η ψυχή του βρήκε τόπο στην δόξα του Θεού. Αιωνία του η μνήμη».
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Διονυσίου. Δ.Μ.Γ., Γέρων Δαυίδ ο Διονυσιάτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 8/1983, σσ. 89-97 (απ’ όπου και η φωτογραφία).
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1051-105

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Άγιος Πορφύριος: '' Ο Θεός γνωρίζει αλλά δεν προορίζει''

Είναι ασύλληπτη η γνώση του Θεού απ' το δικό μας νου. Είναι άπειρη, περιλαμβάνει όλα τα όντα, ορατά και αόρατα, έσχατα και αρχαία. Τα γνωρίζει ο Θεός όλα με ακρίβεια, σε όλο το βάθος και το πλάτος τους. Ο Κύριος γνωρίζει εμάς, πριν γνωρίσομε εμείς τον εαυτό μας.
Γνωρίζει τις διαθέσεις μας και την παραμικρή μας σκέψη, τους λογισμούς, τις αποφάσεις μας, πριν να τις πάρομε. Αλλά και προ της συλλήψεώς μας και προ καταβολής κόσμου μας γνώριζε καλά. Γι΄αυτό ο Δαβίδ θαυμάζει και φωνάζει: «Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με ...»

 Το Πνεύμα το Άγιον εισχωρεί παντού. Γιαυτό εκείνος που εμφορείται υπό του Αγίου Πνεύματος έχει και αυτός τη γνώση του Θεού. Γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον. Του τα φανερώνει το Άγιον Πνεύμα. Τίποτα δεν είναι άγνωστο στον Θεό απ' τις πράξεις μας, αλλά γράφονται όλα. Γράφονται κι όμως δεν γράφονται. Γεννιούνται και υπάρχουn, αλλά δεν γεννιούνται. Αυτό που ξέρετε εσείς τώρα, το ξέρει ο Θεός προ καταβολής κόσμου. Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στην Ευχή προ της Θείας Μεταλήψεως. Ακούστε: «Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί Σου· επί το βιβλίον δε Σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει».

 Αυτά τα λόγια κάποιοι τα παρεξηγούν και τα μπερδεύουν. «Αφού ο Θεός τα έχει όλα γραμμένα, έχομε μοίρα, λένε, έχομε τύχη, έχομε πεπρωμένο. Άρα ήταν γραμμένο και πεπρωμένο να κάνεις, για παράδειγμα, φόνο· σε είχε προορίσει γι' αυτό ο Θεός». Θα μου πεις: «Αν είναι γραμμένο ότι εγώ επρόκειτο να σκοτώσω εσένα, είμαι εγώ υπεύθυνος ή ανεύθυνος; Αφού και τα «μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει», γιατί να είμαστε υπεύθυνοι οι άνθρωποι; Τώρα πες μου εσύ, που λέεις ότι ο Θεός είναι αγαθός, γιατί το έγραφε και δεν με απέτρεπε να το κάνω;».

 Εδώ είναι το μυστήριο. Ο Θεός εν τη παντοδυναμία Του και παγγνωσία Του γνωρίζει τα πάντα, και τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά δεν είναι Εκείνος υπαίτιος για το κακό. Ο Θεός προγνωρίζει αλλά δεν προορίζει. Για τον Θεό δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιόν Του. Πως το λέει ο απόστολος Παύλος; «Πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ως παντογνώστης γνωρίζει και το αγαθό και το κακό. Συνεργάζεται με το αγαθό ως φύσει αγαθός και είναι ξένος του κακού. Αφού είναι ξένος του κακού, πώς είναι δυνατόν να μας προορίζει γι' αυτό; Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα καλά λίαν και έδωσε σε όλα αγαθό άγιο προορισμό.

 Το κακό είναι πρόβλημα, το οποίο η θρησκεία μας το εξηγεί μ' ένα θαυμάσιο τρόπο, που καλύτερος δεν υπάρχει. Η εξήγηση που του δίνει είναι η εξής:

Μοναχός Σαμουήλ Αγιαννανίτης (1870 - 3 Φεβρουαρίου 1960)

Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Αλέξανδρος Πασπαλεύρης στο Κοντοπούλι της Λήμνου το 1870. Προσήλθε στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, το παλαιό Κυριακό της σκήτης της Αγίας Άννης, το 1894, και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος. Για ένα διάστημα μόνασε στο θε­οβάδιστο όρος Σινά, γιατί αναφέρεται στο μοναχολόγιο της σκήτης ως πρώην Σιναΐτης.
Ο Αγιαννανίτης Γέροντας Χερουβείμ (†1979) αναφέρει χαρακτηριστικά λίγα αλλά σημαντικά περί αυτού:
 «Ήταν πάντα σχεδόν κλεισμέ­νος στην καλύβη του. Ελάχιστες φορές τον είδα, κατά το διάστημα της παραμονής μου στην σκήτη. Εθεωρείτο μεγάλο γεγονός να συναντήσης τον γερο-Σαμουήλ. Πώς εζούσε, τί έτρωγε, τί πρόγραμμα είχε, ήσαν όλα άγνωστα. Απέφευγε τις συναναστροφές με τους άλλους πατέρας. Πολ­λοί τον εθεωρούσαν μεγάλο ασκητή και βιαστή, ενώ άλλοι υποψιάζοντο, μήπως μία τέτοια ζωή τον είχε οδηγήσει στην πλάνη».
Ζούσε πάντοτε μόνος, το έγκλειστο αυτό γεροντάκι, στο φτωχό καλύβι του. Γιατί δεν τον έβλεπαν συχνά; Πώς ακριβώς ζούσε; Τί να έτρωγε; Τί να προσευχόταν; Τί πρόγραμμα άραγε να είχε στην τόσο μυστική ζωή του; Κανένας δεν βρέθηκε να πει κάτι παραπάνω, για τον κρυφό και μέγα αυτόν βιαστή. Πώς τόλμησαν να τον πουν πλανεμένο, αλήθεια; Η «ένδοξη αδοξία», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον μεγάλυνε.
Γέρασε μόνος και δεν είχε καμία βοήθεια. Έτσι τον πήρε κοντά του ένας άλλος μόνος Γέροντας, ο Βικέντιος, από την Καλύβη του Αγίου Δημητρίου, για να τον γηροκομήσει. Ανεπαύθη μακάρια στις 3.2.1960, μνήμη του αγίου Συμεών του Θεοδόχου.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Χερουβείμ αρχιμ., Νοσταλγικές αναμνήσεις από το Περιβόλι της Παναγίας, Ωρωπός Αττικής 1981, σ. 152.
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 629
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...