Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Διήγησις περί τοῦ Σεργίου

korufaia-meri-na-deis-iliovasilema-20

Κάποιος μοναχὸς ποὺ τὸν λέγανε Ἀββακοὺμ μοῦ διηγοῦνταν καὶ μοῦ ἔλεγε·
Στὴν Ταμιάθη, στὴν Αἴγυπτο, βρῆκα ἕνα βιβλίο παλιὸ καὶ ὅταν τὸ ξεφύλλισα ἔπεσα πάνω στὸ κομμάτι αὐτό. Σ’ ἕναν μοναχό, ποὺ τ’ ὄνομά του ἦταν Ἐλπίδιος, κήρυξε πόλεμο ὁ αἴτιος κάθε κακοῦ, ὁ διάβολος, μὲ τὸν δαίμονα τῆς ἀκηδίας, στὸ κελλί του μέσα. Πολὺ βαστοῦσε ὁ πόλεμος καὶ ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ τράβηξε πιὸ μέσα στὴν ἔρημο, ποὺ τὴν λέγανε Ἕλος. Ὅταν πλησίαζε ἐκεῖ, βλέπει ἕναν ἄνθρωπο γυμνό, γέρο πολύ, ποὺ μόλις τὸν ἀντίκρυσε τὄβαλε στὰ πόδια, βαθιὰ μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ μοναχὸς Ἐλπίδιος τὸν πῆρε καταπόδι γιὰ ἀρκετὸ διάστημα καὶ τὸν ἐξόρκιζε· στάθηκε ἐκεῖνος καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται.
Μετὰ τὴν προσευχὴ τοῦ λέει· «Ποιὸς εἶσαι, ἀδελφέ, πῶς ἦρθες ἐδῶ καὶ γιατὶ κόπιασες τόσο;». Τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος καὶ τοῦ εἶπε· «Μὲ πολέμησε, σεβάσμιε Πάτερ, ἡ ἀκηδία στὸ κελί μου μέσα καὶ σηκώθηκα καὶ τράβηξα στὴν ἔρημο. Πορευόμουν καὶ συνάμα προσευχόμουν στὸν φιλάνθρωπο Θεὸ νὰ φύγει ἀπὸ πάνω μου ὁ δαίμονας τῆς ἀκηδίας καὶ συλ- λογιζόμουν καὶ τοῦτο, μήπως βρῶ κανέναν δοῦλο τοῦ Θεοῦ ποὺ νὰ θέλει νὰ προσευχηθεῖ γιὰ μένα. Καὶ νά! παράβλεψε ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεὸς τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ ἔστειλε τὴν ἁγιότητά σου. Σὲ ἱκετεύω λοιπόν, Πάτερ, γιὰ τὸν Θεό, προσευχήσου γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ δέξου με (ἂν δὲν ἀπαξιεῖς) νὰ μείνω μαζί σου».
Ὁ Πατὴρ μὲ ἀσπάζεται καὶ μοῦ ἀποκρίνεται· «Εἶναι ἀδύνατο, παιδί μου, νὰ σὲ δεχτῶ νὰ μείνεις μαζί μου, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς στὸ ἐπιτρέπει».
Τοῦ λέει ὁ ἀββᾶς Ἐλπίδιος· «Κάνε μου τὴ χάρη, γιὰ τὸν Κύριο, σεβαστὲ Πάτερ, καὶ πές μου πῶς ἦρθες ἐδῶ, πόσο καιρὸ ἔχεις καὶ ποιὸ χάρισμα σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός».
Πρόθυμα ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε· «Πῶς ἦρθα ἐδῶ καὶ γιὰ ποιὸν λόγο, εἶναι ἐπειδὴ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ζήτησα νὰ σωθῶ. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ὁδήγησε τὴν ταπείνωσή μου καὶ ἔχω στὸν τόπο αὐτὸν κοντὰ ἑβδομήντα χρόνια καὶ δὲν ἔχω δεῖ ἀνθρώπου πρόσωπο μέχρι τώρα. Δὲν πάει πολὺς καιρὸς καὶ μεγαλοπιάστηκε ἡ καρδιά μου μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ δαίμονα ποὺ μισεῖ τὸ καλό, ὅτι τάχα ἔφτασα σὲ μέγα μέτρο ἀρετῆς, πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Πατέρες ποὺ ἀσκοῦνται στὴν ἔρημο.
Μὲ τὴ θεία πρόνοια μοῦ καρφώθηκε στὸν νοῦ ἄλλη μιὰ σκέψη· νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ δείξει μὲ ποιὸν βρίσκομαι στὴν ἴδια θέση καὶ ἂν ἄραγε ὑπάρχει κάποιος πάνω στὴ γῆ, ποὺ νὰ εἶναι ἰσάξιός μου. Καὶ νὰ ποὺ θερμοπαρακάλεσα τὸν Θεὸ γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες· τὴν ἕβδομη ἡμέρα ἀκούω μιὰ ἀόρατη φωνὴ νὰ μοῦ λέει· “Μὲ τὸ Σέργιο ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια εἶσαι στὴν ἴδια θέση”. Τἄκουσα, καταλυπήθηκα καὶ μονολόγησα· “Ἀλίμονό σου, καϋμένε Πῦρρε. Νὰ ἔχεις τόσα χρόνια ποὺ δουλεύεις στὸν Θεό, τόσο πολύ, τόσο σκληρά, καὶ λογαριάστηκες ὅμοια μ’ ἕναν ἀπὸ τὴν πόλη;”.
Μὲ τὴν ψωροπερηφάνειά μου πίστευα ὅτι ἡ φωνὴ ἔρχεται ἀπὸ τὸν ἐχθρό μου καὶ ἔτσι δυσπιστοῦσα. Γιὰ ἄλλες ἑπτὰ ἡμέρες πέφτω σὲ προσευχὴ καὶ ἀκούω τὴν ἴδια φωνὴ νὰ μοῦ λέει· “Σοῦ εἶπα ὅτι μὲ τὸν Σέργιο ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια ἔχεις τὸν κλῆρο καὶ τὴ μερίδα σου”. Τότε μονολόγησα· “Ἂν ἔτσι φαίνεται καλὸ στὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεό, δὲν θὰ πεθάνω ἂν δὲν δῶ ποιὸς εἶναι καὶ τί τελος πάντων κάνει”.
Μονομιᾶς πῆρα δρόμο, ἔφτασα στὴν Ἀλεξάνδρεια ,καὶ βάλθηκα νὰ ψάχνω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Μοῦ τὸν δείξανε ἀραγμένο σ’ ἕνα καπηλειό, παρέα μὲ κοινὲς νὰ διασκεδάζει καὶ νὰ χαζολογάει· οἱ πόρνες μπαινοβγαίνανε καὶ ὁ  Σέργιος αὐτοπροσώπως ἔκοβε κι ἔραβε καὶ ἔκανε κουμάντο. Μπαίνω στὸ καπηλειὸ καὶ ρωτάω νὰ μάθω ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ πολίτης Σέργιος. Μοῦ ἀποκρίνεται· “Ναι, ἐγὼ εἶμαι”. Τοῦ λέω· “Ἀδελφέ μου, σήμερα θέλω νὰ μοῦ κάνεις τὸ τραπέζι, μαζὶ νὰ φᾶμε”. Μοῦ λέει· “Ὅπως ἀγαπᾶς, ἀββᾶ μου, κάτσε λοιπόν”.
Τότε ὁ Σέργιος προστάζει τὸν κάπελα νὰ φέρει ὅλα ὅσα συνηθίζουν νὰ τρῶνε σ’ αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ἀναγκάστηκα ἐξαιτίας του μετὰ τόσα χρόνια νὰ τὰ φάω γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ μέσα μου σκεφτόμουν κάπως ἔτσι· “Ἂν ἔτσι τὸ θέλησε ὀ Θεὸς καὶ τάχτηκε μαζί μου, δὲν πρέπει μαζί του καὶ ἐγὼ νὰ κάτσω στὸ τραπέζι καὶ νὰ φᾶμε παρέα;”. Φάγαμε καὶ ἤπιαμε καὶ τὸ εὐχαριστηθήκαμε. Σηκωθήκαμε τέλος καὶ βγήκαμε ἔξω μαζί. Τὸν ρωτάω· “Ἔχεις σπίτι;”. Μοῦ λέει· “Ναί”. Τοῦ ξαναλέω· “Πᾶμε σπίτι σου, ἔχω κάτι σημαντικὸ νὰ σοῦ πῶ”. Ἐκεῖνος ἀπὸ μέσα του σκανδαλίστηκε, ὅτι τάχα μ’ ἔβαλε ὁ διάβολος σὲ πειρασμὸ νὰ θέλω νὰ ἁμαρτήσω. Καὶ μὲ καλοκοίταζε καὶ μὲ κατηγοροῦσε μέσα του καὶ ἀποροῦσε πῶς ἡλικιωμένος καὶ μὲ τέτοια ἄσκηση νικήθηκα ἀπὸ τέτοιο πάθος, ὅπως ἀργότερα μοῦ ἐξήγησε.
Πᾶμε λοιπὸν στὸ σπίτι του, προσεύχομαι καὶ καθόμαστε καὶ οἱ δυό.
Ἀφοῦ καλοκαθήσαμε τοῦ λέω· “Γιὰ τὸν Θεό, ἀδελφέ μου, πές μου τὴ ζωή σου καὶ τι καλὸ τελοσπάντων ἔχεις κάνει”. Ἀπόρησε, ἔμεινε ἔκπληκτος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ καὶ μοῦ ἀποκρίνεται· “Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, μὲ βρῆκες σὲ καπηλειὸ παρέα μὲ πόρνες νὰ τρωγωπίνω καὶ νὰ καυχιέμαι –ἐγὼ βλέπεις κάνω κουμάντο καὶ χωρὶς τὴν ἄδειά μου κανεὶς δὲν τὶς ἀγγίζει, πρῶτα σὲ μένα τὸ λέει καὶ ὅποια θέλει τοῦ τὴν δίνω– καὶ ἀκόμα, λές, θέλεις νὰ μάθεις γιὰ τὴ ζωή μου. Μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια τὰ εἶδες. Τί ἄλλο ζητᾶς να μάθεις ἀπὸ μένα;”.
Τὸν θερμοπαρακαλοῦσα καὶ τὸν ἐξόρκιζα νὰ μὴ μοῦ κρύψει ἂν ἔκανε κάποιο καλὸ καὶ τοῦ εἶπα ἀκόμα καὶ γιὰ τὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσα ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἔνιωσε θαυμασμὸ γιὰ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἀναστέναξε μέσα ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια του καὶ μοῦ εἶπε·
“Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, σεβάσμιε Πάτερ, θυμᾶμαι μιὰ φορά, μπαίνω ὅπως τὸ συνηθίζω σ’ ἕνα καπηλειὸ καὶ βλέπω μιὰ γυναίκα ὄμορφη, καθισμένη σὲ ἀργαλειὸ νὰ δουλεύει μὲ παραγγελίες. Τὴν λαχτάρησα καὶ λέω στὴν ταβερνιάρισσα· ‘Ἀπὸ ποῦ ξεφύτρωσε αὐτή;’. Μοῦ λέει ἐκείνη· ‘Ἀπὸ δῶ εἶναι’. Ξαναλέω· ‘Πήγαινε καὶ πές της ὅτι θέλω νὰ κοιμηθῶ μαζί της’. Μοῦ λέει πάλι· ‘Δὲν μοῦ πάει νὰ τῆς πῶ κάτι τέτοιο. Ἂν καὶ τώρα ἔχει ξεπέσει, πάλι, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε, ἀρχόντισσα εἶναι’. Μ’ ἔφαγε ἡ περιέργεια νὰ μάθω πῶς κατάντησε ἔτσι καὶ μοῦ ἐξήγησε ἐκείνη· ‘Ὁ ἄντρας της χρωστοῦσε στὸν ἄρχοντα αὐτῆς τῆς πόλης, τῆς Ἀλεξάνδρειας δηλαδή, ἑκατὸ νομίσματα καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ τὰ δώσει, τὸν ἔπιασε ὁ ἄρχοντας καὶ τὸν ἔριξε στὴ φυλακὴ καὶ πῆρε καὶ τὰ δυό της παιδιὰ καὶ τὰ ἔκανε δούλους. Ἔτσι κι αὐτὴ τριγυρνάει σ’ αὐτὰ τὰ χάλια, δουλεύει μέρα νύχτα μήπως καὶ μπορέσει νὰ τοὺς λευτερώσει’. Τέτοια πράγματα ἄκουσα ἀπὸ τὴν ταβερνιάρισσα καὶ τῆς λέω· ‘Πήγαινε καὶ πές της νὰ ’ρθει μαζί μου κι ἐγὼ θὰ τῆς δώσω τὰ ἑκατὸ νομίσματα’.
Μοῦ ξαναλέει· ‘Δὲν μπορῶ νὰ τῆς πῶ κάτι τέτοιο. Ξέρω ὅτι εἶναι σεμνὴ καὶ ποτὲ δὲν θὰ δεχτεῖ’. Γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ τῆς λέω· ‘Πήγαινε καὶ μίλησέ της, ἴσως πειστεῖ. Ἂν πάλι ὄχι, δὲν θὰ χάσεις τίποτε’. Συμφώνησε μὲ τὰ πολλὰ καὶ πάει καὶ τῆς μιλάει. Παρόλο ποὺ ἀναστέναξε καὶ δάκρυσε, συμφώνησε τελικὰ λέγοντας στὴν ταβερνιάρισσα· ‘Πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι φιλάνθρωπος, θὰ μοῦ συγχωρέσει τὸ ἁμάρτημα, ποὺ δίχως νὰ τὸ θέλω πρόκειται νὰ κάνω, ξέροντας ὅτι μέχρι τώρα δὲν ἔχω γνωρίσει ἄλλον ἄντρα. Μὰ τώρα, καιρὸ πολύ, ἀγωνίζομαι καὶ πολεμάω μέρα καὶ νύχτα νὰ λευτερώσω τὶς τρεῖς ψυχὲς καὶ δὲν τὰ καταφέρνω. Κουράσθηκα πιὰ καὶ δὲν ξέρω τί νὰ κάνω. Θὰ μοῦ ἦταν καλύτερο ἀναγκαστικὰ νὰ παραδοθῶ στὴν ἁμαρτία γιὰ χάρη τους’. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ γυναίκα τῆς ταβέρνας καὶ μοῦ λέει ὅτι συμφώνησε, ἐγὼ πάω καὶ φέρνω τὰ ἑκατὸ νομίσματα. Τὰ μετράω ἕνα ἕνα καὶ τῆς τὰ βάζω στὸ χέρι. Σηκώθηκε μὲ πολλὰ δάκρυα καὶ στεναγμούς, ἀλλὰ μπῆκε στὸ δωμάτιό μου λέγοντας· ‘Κύριε, σὺ ξέρεις τὸν πόνο μου, συχώρα με’. Τὴν ἄκουσα καὶ μοῦ μπήχτηκαν στὴν καρδιὰ τὰ λόγια της. Λέω λοιπὸν ἀπὸ μέσα μου· ‘Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, γιατὶ νὰ μὴν πάω μὲ ὅποια θέλω ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἔχω στὴ δούλεψή μου, νὰ κάνω καὶ τὸ κέφι μου; Ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν ὑπάρχει διαφορὰ σὲ τέτοια ἄνομη καὶ βρώμικη πράξη’. Ἔτσι σκέφτηκα καὶ τὴν ἄφησα νὰ φύγει μὲ τὰ ἑκατὸ νομίσματα. Ἐκείνη πῆγε καὶ τὰ ἔδωσε στὸν ἄρχοντα καὶ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὰ παράνομα χέρια του τὸν ἄντρα της καὶ τὰ παιδιά της”. Ἀκούγοντας τέτοια πράγματα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Σεργίου ἀναφώνησα· “Δόξα σοι ὁ μόνος φιλάνθρωπος Θεός. Στ’ ἀλήθεια, ἀδελφέ μου, δίκαια ἐξομοιώθηκα μαζί σου”. Ἀναστενάζει καὶ μοῦ λέει· “Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ ἄρεσε τόσο, ὅπως λές, στὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ ἐκ Θεοῦ ἦρθες σὲ μένα τὸν πράγματι ἁμαρτωλό, σεβαστὲ Πάτερ, καὶ κάτι ἄλλο, ἀκόμα καλύτερο θυμᾶμαι. Ἦταν κάποτε ἕνας ἄρχοντας, βίαιος, ἁμαρτωλὸς καὶ ξένος μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἦρθε ἐδῶ στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ καθημερινὰ ἔπαιρνε δυὸ-τρεῖς ἀπὸ τὶς γυναῖκες μου. Μιὰ μέρα ἔγινε νὰ περάσει ἔξω ἀπὸ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἐδῶ, καὶ εἶδε μερικὲς ὄμορφες μοναχὲς νὰ κοιτᾶνε πρὸς τὰ ἔξω καὶ φούντωσε ἡ λαχτάρα μέσα του. Ἔβαλε στρατιῶτες νὰ κυκλώσουν τὸ μοναστήρι καὶ μὲ κάθε ἀσφάλεια νὰ φυλάγουν τὶς πόρτες, μήπως ξεφύγει καμιά τους. Μπαίνει μέσα, τὶς μαζεύει ὅλες, τὶς μετράει καὶ τὶς βρίσκει ἑβδομήντα. Μοῦ τὶς παραδίνει καὶ μοῦ παραγγέλλει· ‘Δικές σου, κάντες ὅ,τι θέλεις. Κάθε μέρα, ὅσες καί νὰ σοῦ ζητάω, νὰ μοῦ στέλνεις ὥσπου νὰ συμπληρωθοῦν ἑβδομήντα’. Ἔτσι μοῦ παρήγγειλε ἐκεῖνος ὁ παράνομος ἄρχοντας καὶ ἔφυγε. Βαριαναστέναξα καὶ
μονολόγησα· ‘Ἀλίμονό μου, ὁ ἁμαρτωλός. Πόσο καιρὸ ἔμειναν παρθένες γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, λυώσανε τὰ σώματά τους μὲ τὴ νηστεία, τὴν ἀγρύπνια καὶ μὲ κάθε εἶδος ἀσκήσεως, προκειμένου νὰ τὰ παρουσιάσουν ἄσπιλα στὸν ἐπουράνιο καὶ ἀθάνατο νυμφίο, τὸν Χριστό, τὸν Θεό μας. Τώρα, μὲ τὴ μεσολάβησή μου πρόκειται νὰ χάσουν τόσο κόπο, τέτοιο ἀγώνα, βρωμισμένες ἀπ’ αὐτὸν τὸν αἱμοβόρο καὶ ἀσεβῆ ἄρχοντα; Μὴ γένοιτο νὰ κάνω ἐγὼ ποτὲ κάτι τέτοιο στὶς ἄσπιλες ἀμνάδες καὶ περιστέρες τοῦ Χριστοῦ’. Ἔστιβα τὸ μυαλό μου καὶ δὲν ἔβρισκα μὲ ποιὸ τρόπο νὰ τὶς γλιτώσω ἀπὸ τὸ βρωμερὸ ἀγκάλιασμα τοῦ ἄνομου ἄρχοντα, ἔφτασα σὲ ἀδιέξοδο καὶ θερμοπαρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μοῦ στείλει μιὰ ἰδέα κι ἕναν τρόπο, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ τὶς λυτρώσω ἀπὸ τέτοιο μίασμα. Ὁ Κύριος ποὺ τοὺς πάντες ἐλεεῖ, μὲ λυπήθηκε καὶ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ μοῦ ἔδωσε μιὰ καλὴ ἰδέα. Σηκώνομαι καὶ πηγαίνω στὶς πόρνες τῆς πόλης ποὺ εἶχα στὴ δούλεψή μου, τὶς μοιράζω ὅλο μου τὸ ταπεινὸ βιὸς καὶ τὶς πείθω νὰ δεχτοῦν τὴν κουρὰ καὶ νὰ φορέσουν μοναχικὸ σχῆμα. Τὶς μπάζω στὸ μοναστήρι, τὶς ἀφήνω ἐκεῖ καὶ παίρνω τὶς μοναχὲς καὶ τὶς κρύβω ἀλλοῦ. Κάθε μέρα ἐφοδίαζα τὸν τρισάθλιο ἐκεῖνον ἄρχοντα μὲ τὶς κουρεμένες πόρνες, ὥσπου συμπληρώθηκαν οἱ ἑβδομήντα. Μόλις συμπληρώθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν πορνῶν, πάραυτα ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλη ὁ κακοδαίμονας ἄρχοντας.
Παίρνω τότε τὶς παρθένες μοναχὲς καὶ τὶς πάω στὸ μοναστήρι, ὀφείλοντας νὰ ἀφήσω ἐλεύθερες τὶς πόρνες. Ὅπως ἐκεῖνες μόλις εἶδαν τὶς δοῦλες καὶ νύφες τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας, δὲν θέλησαν νὰ βγοῦν ἀπὸ ἐκεῖ δηλώνοντας· ‘Μιὰ καὶ μᾶς ἔκανε ἄξιες ὁ Θεός, ἔστω καὶ στὰ ψέμματα, νὰ φορέσουμε αὐτὸ τὸ ἅγιο σχῆμα, μὴ γένοιτο νὰ ξαναγυρίσουμε πιὰ στὴ βρωμιὰ ἐκείνη καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς μας’. Παρέμειναν λοιπὸν  ἐκεῖ μὲ τὸ ἅγιο σχῆμα εὐχαριστώντας μὲ μετάνοια εἰλικρινῆ τὸν παντελεήμονα καὶ παντοδύναμο Θεό”.
Αὐτὰ μοῦ διηγήθηκε ὁ Σέργιος καὶ πιὸ πολὺ δόξασα τὸν μοναδικὸ βοηθὸ καὶ σωτήρα Χριστὸ ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀληθινὰ τὸν πιστεύουν. Τοῦ λέω· “Στ’ ἀλήθεια, ἀδελφέ μου, ἂν καὶ πολὺ κοπίασα, τώρα ξέρω ὅτι ὄχι μόνο ἴσος μου εἶσαι, ἀλλὰ καὶ πάνω ἀπὸ μένα μετρᾶς.
Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εὐλόγησέ με νὰ φύγω γιὰ τὸν τόπο μου”. Μοῦ λέει ὁ Σέργιος·
“Νὰ σ’ εὐλογήσω νὰ φύγεις; Μὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἂν –ὅπως λὲς– τάχτηκα μαζί σου, δὲν σ’ ἀφήνω, μαζί σου θὰ ’ρθω”. Καὶ μὲ παρακαλάει νὰ τὸν περιμένω μιὰ-δυὸ μέρες καὶ μοιράζει τὸ βιός του στοὺς φτωχοὺς καὶ μ’ ἀκολουθεῖ. Τρία χρόνια περάσαμε μαζί, τώρα τελειώθηκε ἐν Κυρίῳ πρὶν τέσσερις μέρες. Νομίζω, παιδί μου Ἐλπίδιε, ὅτι καὶ σὺ κατ’ οἰκο νομία Θεοῦ ἦρθες ἐδῶ· ἀφοῦ πάρει ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης τὴν ψυχή μου, νὰ μὲ θάψεις μαζί του. Πήγαινε, σὲ παρακαλῶ στὸ μεταξὺ καὶ μετὰ τρεῖς μέρες ἔλα, ἔχω νὰ σοῦ πῶ κάτι σημαντικό». Ἔφυγα καὶ ὅταν μετὰ τρεῖς μέρες γύρισα, ὅπως μοῦ παρήγγειλε ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Γέροντας, τὸν βρῆκα νὰ ἔχει τελειωθεῖ ἐν Κυρίῳ. Τὸν ἔθαψα δίπλα στον ἀββᾶ Σέργιο, καθὼς μὲ εἶχε προστάξει, εὐχαρίστησα τὸν Θεὸ γιὰ τὰ ἐκπλη κτικὰ θαύματά του καὶ ἔφυγα δοξάζοντας τὸν Κύριο.

Για να κληρονομήσεις τον παράδεισο πρέπει να γίνεις υιός!

stauros_7671Κάποτε ένας Τούρκος δικαστής κάλεσε τον π. Βασίλειο (μετέπειτα γέροντας Ιερώνυμος) στο αρχοντικό του. Όταν έφθασε στο αρχοντικό του δικαστή του είπε:
- Αφέντη παπά, εγώ είμαι Τούρκος, μωαμεθανός. Όμως απ’το μισθό που παίρνω, κρατάω τα απαραίτητα για την οικογένεια μου και τα υπόλοιπα τα ξοδεύω σε ελεημοσύνες.
Βοηθάω χήρες, ορφανά, φτωχούς, προικίζω άπορα κορίτσια που παντρεύονται, βοηθάω αρρώστους. Κρατάω με ακρίβεια τις νηστείες, προσεύχομαι και γενικά προσπαθώ να είμαι συνεπής στην πίστη μου.
Επίσης όταν δικάζω, προσπαθώ να είμαι δίκαιος, δε χαρίζομαι σε κανέναν, όσο μεγάλη θέση κι αν έχει. Τι λες, όλα αυτά που κάνω δεν είναι αρκετά για να κερδίσω τον παράδεισο, που λέτε σεις οι χριστιανοί;

Ο π. Βασίλειος εντυπωσιάστηκε από όσα του είπε ο Τούρκος δικαστής κι ο νους του πήγε αμέσως στον εκατόνταρχο Κορνήλιο (Πράξ. ι΄). Διέκρινε μεταξύ τους δύο βίους παράλληλους.
Κατάλαβε πως πρόκειται για δίκαιο και καλοπροαίρετο άνθρωπο και ίσως η δική του αποστολή να ήταν ίδια με εκείνην του Απόστολου Πέτρου προς τον εκατόνταρχο. Αποφάσισε λοιπόν να δώσει τη μαρτυρία της πίστης του.
-Δεν μου λες, αφέντη, έχεις παιδιά;
-Ναι, έχω.
-Δούλους, έχεις;
-Έχω και δούλους.
-Ποιος εκτελεί καλύτερα τις εντολές σου, τα παιδιά ή οι δούλοι σου;
-Σίγουρα οι δούλοι μου, γιατί τα παιδιά, με το θάρρος που έχουν, πολλές φορές παρακούν και κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ οι δούλοι μου κάνουν πάντα ό,τι τους λέω εγώ.
-Δε μου λες αφέντη, όταν εσύ πεθάνεις ποιος θα σε κληρονομήσει: οι δούλοι σου, που εκτελούν τις εντολές σου πιστά, ή τα παιδιά σου που σε παρακούν;
-Μα τα παιδιά μου βέβαια. Μόνο αυτά έχουν κληρονομικά δικαιώματα, όχι οι δούλοι.
-Ε, λοιπόν, όσα κάνεις αφέντη είναι καλά, αλλά το μόνο που μπορούν να σου κάνουν, είναι να σε κατατάξουν στην κατηγορία των καλών δούλων. Αν όμως θέλεις να κληρονομήσεις τον παράδεισο, τη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να γίνεις υιός. Κι αυτό γίνεται μόνο με το βάπτισμα.

ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΠΟΛΛΟΥΣ Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ


 Γ15ια τον πειρασμό της απελπισίας στην ηγουμένη Ταϊσία:
«Ο Θεός επιτρέπει σ’ αυτόν τον πειρασμό να προσβάλλει τις δυνατότερες φύσεις, αυτούς δηλαδή, που είναι πιο πεπειραμένοι στον πνευματικό πόλεμο.

Ο εχθρός σου τον παρουσιάζει, επειδή βλέπει ότι οι αγώνες σου φθάνουν σ’ ένα τέλος, ότι ετοιμάζεται για σένα στον ουρανό μια ανταμοιβή και θέλει να σε χτυπήσει και να σε ρίξει κάτω μ’ ένα δυνατό τίναγμα και να σου στερήσει έτσι τον στέφανο.

Έχει καταστρέψει πολλούς με την απόγνωση. Να είσαι δυνατή και ανδρεία, να πολεμάς τις μηχανορραφίες του εχθρού. Μην παραδίδεσαι. Να σηκώνεις αυτόν τον σταυρό με ταπείνωση και αντοχή. Να θεωρείς ότι αυτός ο πειρασμός σου παρουσιάζεται, για να μεγαλώσει την ταπεινοφροσύνη σου και ο Κύριος θα σε βοηθήσει.

Αυτός που έχει θεμελιωμένη την ψυχή του πάνω σε βράχο, δεν θα κλονισθεί από τους ανέμους των πειρασμών του εχθρού, καμιά καταιγίδα δεν είναι αρκετά δυνατή να συγκλονίσει τα θεμέλια. Εκείνος όμως, που το σπίτι της ψυχής του είναι χτισμένο στην άμμο, η ψυχή, που δεν έχει σαν θεμέλιο της την Πέτρα Χριστό, εύκολα καταστρέφεται ακόμη και με μια μικρή μπόρα.

Την πνευματική κλίμακα να την ανεβαίνεις, όχι να την κατεβαίνεις. Να ανυψώνεσαι στο πνεύμα και στον νου.

Κλήθηκες, για να οδηγήσεις το μικρό σου ποίμνιο των παρθένων, που τις έχει διαλέξει ο Θεός, για ν’ ακολουθήσουν την μοναχική ζωή. Αυτό το έργο να μην το θεωρείς κατώτερο ή μικρότερο από τις αρετές εκείνες και τα ασκητικά επιτεύγματα, που θα μπορούσες να επιτύχεις με την ησυχία προσπαθώντας να σώσεις μόνο την ψυχή σου.

Τώρα δεν έχεις ειρήνη, επειδή υπηρετείς τον πλησίον σου. Οι αγώνες σου τώρα είναι οι φροντίδες και οι θλίψεις. Είναι φροντίδες και θλίψεις μαρτύρων, γιατί εσύ σταυρώνεσαι για όλους, για χάρη της αγάπης του Θεού και του πλησίον σου. Τι θα μπορούσε να είναι υψηλότερο;»
Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης
 

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Ἡ ταλαιπωρία τοῦ ἀρρώστου καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ...Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου

-Γέροντα, ἄν κάποιος ἔχη μιά βαρειὰ ἀρρώστια καὶ ἀποφασίση νὰ ἀφεθῆ στὸν Θεό, θὰ κάνη καλά;
-Ἅμα δὲν ἔχη ὑποχρεώσεις, ὅ,τι θέλει κάνει. Ἅμα ὅμως ἔχη ὑποχρεώσεις, αὐτὸ θὰ ἐξαρτηθῆ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐγὼ πῆγα στὸν γιατρό «ἄκων καὶ μὴ βουλόμενος»....
Ἄν δὲν πήγαινα γιὰ ἐκείνη τὴν «ἁπλὴ ἐξέταση» ποὺ εἶπε ὁ γιατρός, θὰ ἔκλεινε τελείως τὸ ἔντερο. Ὁπότε θὰ ἔπινα μόνο λίγο ὑγρὰ καὶ μετὰ πάει, θὰ τελείωναν ὅλα. «Μιὰ ἁπλὴ ἐξέταση», μοῦ εἶπε, καὶ μπῆκα σὲ ἕναν τέτοιο κύκλο...
Ἀξονικὲς ἀπὸ ἐδῶ, καρδιολόγος ἀπὸ ἐκεῖ, τώρα τὰ λευκὰ αἱμοσφαίρια κατέβηκαν, τώρα ἀνέβηκαν, κοψίματα, μπαλώματα.... Καὶ τελικὰ τί βγῆκε; Ὅπως πάω, θὰ καθήσω ἐδῶ....


Συνήθως λέμε: «Οἱ ἄρρωστοι πρῶτα νὰ φροντίσουν νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως καὶ σὲ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως θὰ βοηθήση ὁ Θεός». Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ἀνθρωπίνως οἱ ἄνθρωποι ποὺ πάσχουν ἀπὸ κάποια βαρειὰ ἀρρώστια, περνοῦν μεγάλη ταλαιπωρία, ὁλόκληρο μαρτύριο.

Πρέπει νὰ κάνουν ἕνα σωρὸ ἐξετάσεις, ἐγχειρήσεις, μεταγγίσεις, χημειοθεραπεῖες, ἀκτινοβολίες. Τρυπήματα γιὰ τὶς μεταγγίσεις, τρυπήματα γιὰ τοὺς ὀρούς..... Νὰ σπάζουν φλέβες, νὰ τοὺς βάζουν τὴν τροφὴ ἀπὸ τὴν μύτη, νὰ μὴν μποροῦν νὰ κοιμηθοῦν.... Καὶ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀνθρωπίνως. Κατάλαβες; Δὲν εἶναι κάτι ἁπλό, πρόκειται λ.χ. γιὰ μιὰ πληγὴ ποὺ μάζεψε πύον καὶ πρέπει νὰ σπάση, γιὰ νὰ βγῆ τὸ πύον, καὶ μετὰ θὰ γίνουν καλά.
Ἐδῶ τοῦτα εἶναι ὁλόκληρη διαδικασία. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναπαυώμαστε καὶ νὰ λέμε «ἐντάξει, αὐτὸς ὁ ἄρρωστος ἔπεσε σὲ καλοὺς γιατρούς», ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ὁ ἄρρωστος ἰατρικά, πρέπει νὰ περάση μιὰ ὁλόκληρη ταλαιπωρία καὶ νὰ προσεύχεται μὲ πόνο νὰ τοῦ δίνη ὁ Χριστὸς ὑπομονή. Νὰ φωτίζη τούς γιατρούς, γιατὶ οἱ γιατροί μπορεῖ νὰ κάνουν λάθη, ἰδίως ἄν δὲν ἔχουν ταπείνωση.

Βλέπεις, ὅταν χαλάση τὸ σπίτι, ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ. Ἔτσι καὶ ὁ νοικύρης τοῦ σώματος, ἡ ψυχή, δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ, ἄν χαλάση τὸ σπίτι της, τὸ σῶμα. Καὶ τώρα προσπαθοῦν νὰ κρατήσουν τὸν νοικοκύρη μέσα στὸ σπίτι μὲ τὸ σίδηρο, μὲ τὸ ....ἀτσάλι, μὲ βιταμίνες Α,Β,C...., νὰ βοηθήσουν δηλαδὴ τοὺς ἀρρώστους μὲ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ δὲν βοηθιοῦνται ὅλοι καί, μὲ τὴν βοήθεια ποὺ τοὺς προσφέρουν, ἁπλῶς παρατείνεται μᾶλλον ὁ πόνος.

Γιατὶ δὲν φθάνει μόνον ἡ ἐπιστήμη. Χρειάζεται καὶ πίστη καὶ προσευχή. Καμμιὰ φορὰ βλέπω καὶ ἐδῶ στὸ μοναστήρι τὶς ἀδελφές ποὺ εἶναι γιατροὶ νὰ θέλουν περισσότερο μὲ τὴν ἐπιστήμη τους νὰ βοηθήσουν τὸν ἄρρωστο παρὰ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν προσευχή. Ἡ καρδιακὴ ὅμως προσευχὴ θὰ τὶς δώση ἀνώτερο ἰατρικὸ πτυχίο, διότι θὰ σταματοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη.

Ὅταν καλλιεργηθῆ ἡ ἀγάπη μὲ τὸν πόνο γενικὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τότε ἐνεργοῦν οἱ θεῖες δυνάμεις, ἀρκεῖ νὰ ὑπαρχη βαθειὰ ταπείνωση στὴν ψυχή, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανευθῆ καὶ ἀδικήση τὸν Θεὸ νομίζοντας ὅτι εἶναι δικές της αὐτὲς οἱ δυνάμεις.

Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ δὲν θεραπεύονται ἀπὸ γιατροὺς νὰ τὰ θεραπεύση, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχη σοβαρὸς λόγος καὶ ὁ πιστὸς νὰ εἶναι πολὺ πιστὸς καὶ πολὺ δοσμένος στὸν Χριστό.

-Δηλαδή, Γέροντα, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν, νὰ μὴ ζητοῦν ἰατρικὴ βοήθεια;
-Δὲν ἐννοῶ αὐτὸ, βρὲ παιδί! Δὲν λέω «μὴν τοῦ βάζης λ.χ. ὀξυγόνο», γιὰ νὰ σκάση ὁ ἄνθρωπος. Θέλω νὰ πῶ, τί τραβάει ὁ ἄρρωστος, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ἀνθρωπίνως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε προσευχὴ νὰ βοηθάη ὁ Χριστὸς τοὺς ἀρρώστους, γιὰ νὰ μὴν ταλαιπωροῦνται. Ἄν κάτι εἶναι σοβαρό, νὰ παρακαλοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ τὸ πάρη μὲ ἕνα χάδι Του.

Γιατὶ ὁ Χριστός, λίγο ἄν χαϊδέψη τοὺς ἀρρώστους στὸ χέρι, φεύγουν ὅλα καὶ γίνονται καλά! Οὔτε φάρμακα χρειάζονται μετὰ οὔτε φαρμάκια. Κι ἄν τοὺς χαϊδέψη στὸ πρόσωπο, εἶναι ἀκόμη καλύτερα. Ἄν τοὺς ἀγκαλίαση κιόλας, θὰ μαλακώση καὶ ἡ καρδιά τους! Καταλάβατε; Χρειάζεται ὅμως μεγάλη πίστη. Ἄν δὲν ἔχη πίστη ο ἴδιος ὁ ἄρρωστος, δὲν γίνεται καλά.

Λόγοι Αθωνιτών πατέρων: Λόγος περί Οσιακού τέλους



Γέρων Θεόφιλος Λαυριώτης
40.  Πρώην εγγονός του αείμνηστου ησυχαστού Χαρίτωνος υπήρξε και ο Χαρίτων μοναχός, ο Καυσοκαλυβίτης. Ακολούθησε τα ευλογημένα ίχνη του παππού του και επιδόθηκε στην άθληση και τα κατορθώματα της ασκήσεως, νέος όταν ήταν ακόμη. Πολλές φορές έπεφτε σε έκσταση ενώ έτρωγε. Αδιάκοπη νίψη και αδιάλειπτος προσευχή ήταν η ζωή του. Και ο θάνατος του οσιακός και αυτός. Έπεσε κατάκοιτος στο κρεβάτι και στα τελευταία του έβλεπε ουράνια οπτασία. Πάτερ Αθανάσιε, έλεγε στον παραδελφό του, κοίταξε. Που βρέθηκαν τόσο μικρά ολόλευκα παιδάκια; Ω, τι ωραία, κοίτα. Κρατούν λουλούδια στα χεράκια τους. Σε ευχαριστώ Θεέ μου, που με αξίωσες να δω τους αγγέλους σου.


41.  Ο Λαυριώτης γέρων Θεόφιλος φρόντισε για τα μνημόσυνά του και είχε δώσει χρήματα για τα επιμνημόσυνα έξοδα. Προ του θανάτου του μοίρασε όλα τα προσωπικά του είδη στους αδελφούς και πατέρας.


42.  Ένας καλός και ενάρετος ιερομόναχος της ιερά μονής του αγίου Παύλου, απεβίωσε, βρισκόμενος έξω την Μονής σε ένα βραχάκι καθισμένος και ευλογών με το δεξί του χέρι.

Γέρων Αββακούμ
  
  43.  «Χριστέ μου, το μέγα Σου έλεος» Αυτοί ήταν οι τελευταίοι λόγοι του γέροντος Αββακούμ του ανυπόδητου, με τους οποίους λόγους και εκοιμήθη με ειρήνη.

  
  44.  Ένας μοναχός ρώτησε ένα άλλο γέροντα, ηλικίας άνω των 100 χρονών. Τώρα που θα φύγεις από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο τι αισθάνεσαι; Αισθάνομαι τόσο χαρούμενος και ειρηνικός σαν να πηγαίνω σε γάμο είπε.

  
  45.  Ένας μοναχός εκοιμήθη επικαλούμενος τις τελευταίες στιγμές του βίου του το Πανάγιο Πνεύμα, λέγων  το Πνεύμα το Αγιον. Το Πνεύμα το Αγιον. Το Πνεύμα το Αγιον. Το είπε τρεις φορές και ξεψύχησε.

Ερημίτης Φιλάρετος
  
  46.  Οσιακή η ζωή, οσιακό και το τέλος του ερημίτου Φιλάρετου φίλου της αρετής και της ερήμου. Λίγο πριν κοιμήθη, κάλεσε δυο αδελφούς των Δανιηλαίων, Δανιήλ και Ακάκιο και αφού τους είπε πολλά περί της νοεράς προσευχης και την μοναχικής πολιτείας, κατόπιν σηκώθηκε όρθιος και παρακάλεσε να του ψάλουν τον εθνικό ύμνο του Άθωνος, δηλαδή το «Άξιον εστίν». Στάθηκε προσοχή και άκουσε ευφραινόμενος και με δάκρυα ως συνήθως. Μετα τους αγκάλιασε τους ησπάσθη με το εν Χριστώ ασπασμό και τους είπε. Αδέλφια μου, αγγελούδια της Παναγίας, δεν πρόκειται να σας ξαναδώ με τα μάτια του σώματος μου, γιατί με κάλεσε ο Κύριος, με την πρεσβεία της Παναγίας και των αγιορειτών Πατέρων, να με πάρει στα ουράνια θεία Σκηνώματα. Την άλλη μέρα που τον επισκέφτηκαν να τον δουν και να λάβουν την ευχή του, είχε σχηματιστεί μόνος του με σταυρωμένα τα χέρια; Πάνω στο ξύλινο κρεβατάκι του με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται τον φυσικό ύπνο.


Ασκητής Πέτρος
  47.  Όταν ο ενάρετος και ο υπαίθριος ασκητής Πέτρος προαισθάνθηκε το τέλος του, πήγε και αποχαιρέτησε τους πατέρες και αδελφούς της ερήμου. Δεν θα ξαναϊδωθούμε έλεγε στο γέροντα Γεράσιμο τον Υμνογράφο. Ήταν παραμονή του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου όταν επέστρεψε στην σπηλιά, όπου υπάρχει και ναός προς τιμή του αγίου. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι ερημίτες για το πανηγύρι. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Ευχήθηκαν οι πατέρες και οι αδελφοί για την γιορτή του καλό παράδεισο γέρο – Πέτρο με το ασκητικό κέρασμα, είπε το «αμήν» και εκοιμήθει με ειρήνη. Λίγες μέρες πριν είχε μεταβεί στις Καρυές , χαιρέτισε τους πάντες, έδωσε το εργόχειρων του για να εξασφαλίσει χρήματα για τα έξοδα της κηδείας και για σαρανταλείτουργο.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Μοναχός Νεκτάριος Γρηγοριάτης




Το 2003 κυκλοφόρησε ένα χαριτωμένο αγιορείτικο βιβλίο. Περιέχει διδακτικές διηγήσεις, περιστατικά και ιστορίες από την ζωή παλαιτέρων και νεωτέρων Πατέρων του Άθωνος. Τιτλοφορείται: Αγιορείτικα ανέκδοτα και διηγήσεις και όχι μόνο. Συγγραφεύς φέρεται ο μοναχός Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης.
Τα διηγήματά του γραμμένα με απλή και κατανοητή γλώσσα, είναι διδακτικά και ωφέλιμα για κάθε καλοπροαίρετο αναγνώστη. Ανάμεσα σ  ατά τα περιστατικά ευρήκα και την ζωή του π Νεκταρίου Γρηγοριάτου μοναχού, η οποία λόγω της μεγάλης ωφελείας που θα προσφέρη, σκέφθηκα να την καταχωρήσω εδώ σ  ατό το  Γρηγοριάτικο Γεροντικό, εφ  σον κι αυτός συγκαταλέγεται στην χορεία των παλαιοτέρων Γρηγοριατών πατέρων. Παρουσιάζω την περιπετειώδη βιογραφία του, χωρίς ν  λλοιώσω τα ιστορικά της στοιχεία, ενώ η σύνταξις του κειμένου θα φέρη τον προσωπικό χαρακτήρα του γράφοντος. Στην ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου μετέβη, πριν από 100 χρόνια, κάποιος νέος να μονάση. Ασφαλώς τότε ηγούμενος ήτο ο ικανώτατος Γέροντας αρχιμ. π.Συμεών Αγγελίδης, ο εκ Τριπόλεως Πελοποννήσου, ο οποίος εχρημάτισε ηγούμενος από το 1860 μέχρι το 1906.
Γεννήθηκε ο μοναχός αυτός, άγνωστο πότε, στην Πάτρα και το βαπτιστικό του όνομα ήτο Νικόλαος. Σύμφωνα με την τάξι του Αγίου Όρους, δοκιμάσθηκε επί μία τριετία και μετά εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός ονομασθείς Νεκτάριος. Την εποχή εκείνη, λόγω πτωχείας, ίσως είχε ευλογία κάθε μοναχός, ακόμη και κοινοβιάτης, να ασχολήται με κάποιο εργόχειρο για τα προς το ζην αναγκαία. Ίσως ο μοναχός Νεκτάριος να ζούσε εκτός της Μονής σαν εξαρτηματικός και ησχολείτο με κάποιο εργόχειρο για να καλύπτη τα απολύτως αναγκαία της ζωής του. Ήθελε, λοιπόν, ν  γοράση παπούτσια και μερικά άλλα προσωπικά του αντικείμενα.
Ζήτησε ευλογία από τον Γέροντά του να πάη στην Θεσσαλονίκη για να πωλήση το εργόχειρό του. Δεν μας είναι γνωστό τι κατεσκεύαζε. Ο Γέροντάς του του απήντησε:
-Δεν πρέπει να βγης, έξω π. Νεκτάριε. Είσαι νέος μοναχός και ίσως κινδυνεύσης.
-Γέροντα, θα πάω να πωλήσω τα εργόχειρό μου και να ψωνίσω ο, τι προσωπικό μου χρειάζομαι και να επιστρέψω. Ο Γέροντας όμως δεν ευλογούσε την έξοδό του, αλλά και ο μοναχός δεν παραιτείτο από το θέλημά του. Τελικά υπεχώρησε ο Γέροντάς του και του είπε:
-Πήγαινε, αλλά δεν θα καθυστερήσης περισσότερο από τρεις ημέρες. Δηλαδή δύο ημέρες το ταξίδι σου και μία ημέρα για τα ψώνια σου.
Έφυγε ο π. Νεκτάριος κι έφθασε στην Θεσσαλονίκη. Ενώ εβάδιζε κοντά στον Βαρδάρη, ύψωσε το βλέμμα του σ  ένα μπαλκόνι και είδε μία κοπέλλα να τινάζη τις κουβέρτες. Αλλά και η κοπέλλα τον είδε και  επίμονα με το βλέμμα της τον περιεργαζόταν.
Αυτός ενόμισε ότι η κοπέλλα τον εκύτταξε με πονηρό λογισμό. Από εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα του ο πειρασμός. Την επομένη ημέρα ξαναπέρασε πάλι από εκεί μήπως και την ιδή. Το ίδιο έκανε και τις υπόλοιπες ημέρες.
Οι λογισμοί του να εγκαταλείψη τον μοναχικό του Σχήμα για να κερδίση την κοπέλλα, φούντωσαν μέσα του. Δεν χάνει καιρό και θέτει σε εφαρμογή το σατανικό αυτό σχέδιο. Κάποιο απόγευμα έβγαλε τα ράσα του, έκοψε τα γένεια του και συνέχισε σαν λαϊκός πλέον τώρα να συχνάζη σ  εκείνη την εστία του πειρασμού. Δεν άργησε να προχωρήση και σε άλλα μέτρα για να μη χάση…το δόλωμα, που ο διάβολος του είχε βάλει μπροστά του. Ενοίκιασε δωμάτιο κοντά σ  αυτή την γειτονιά και εν συνεχεία έψαχνε να βρη δουλειά. Γνωρίσθηκε με κάποιον, ο οποίος και τον πήρε στην δουλειά του. Μία ημέρα είπε σ  ατόν που ήταν αφεντικό του στην δουλειά:
-Αυτή η κοπέλλα που μένει απέναντί μας, την έχω συμπαθήσει και θέλω να την κάνω γυναίκα μου.
-Τι λες βρε Νίκο; Είναι αλήθεια; Ξέρεις αυτή η κοπέλλα είναι αδελφή ενός πολύ καλού φίλου μου. Θα κάνω το παν να σε γνωρίσω μαζί του.
Πράγματι γνωρίσθηκε ο Νικόλαος με τον αδελφό της κοπέλλας και ένα βράδυ επήγαν μαζί στο σπίτι της. Τους υποδέχθηκε η μητέρα της κοπέλλας και τους προσέφερε ένα κέρασμα.
Επήγε και πάλι και πάλι ο Νικόλαος στο σπίτι της κοπέλλας. Τότε  είπε ο φίλος του στον αδελφό της κοπέλλας:
-Ο νεαρός Νικόλαος που εγνώρισες έχει ερωτευθή την αδελφή σου και θέλει να την κάνη γυναίκα του.
-Αλήθεια, λες βρε Γιώργο;
-Ναι, είναι σοβαρός άνθρωπος.
-Το βλέπω κι εγώ ότι είναι σοβαρός. Θα το ειπώ στην μητέρα μου.
Η μητέρα του, όταν έμαθε το νέο αυτό, απόρησε και τον ερώτησε:
– Βρε παιδί μου, αυτός δεν είναι απ  εδώ, είναι από την Πάτρα. Πως θα δεχθή να φτιάξη οικογένεια μακριά από τους ιδικούς του συγγενείς;
Τελικά συζήτησαν το θέμα όλοι μαζί και οι γονείς τους. Η κοπέλλα τους είπε:
-Εγώ, μητέρα, δεν έχω σκοπό να παντρευτώ ακόμη. Τελικά η κοπέλλα δέχθηκε τις πιεστικές προτάσεις των γονέων της και υποσχέθηκε να υπαντρευθή.
Έτσι μία ημέρα έγιναν οι γάμοι του Νικολάου και της Όλγας. Γρήγορα απέκτησαν και το πρώτο τους παιδί.
Στο Μοναστήρι οι Πατέρες περίμεναν τον μοναχό Νεκτάριο, αλλά ακόμη δεν φαινόταν πουθενά…Ο Ηγούμενος και όλοι οι Πατέρες έμαθαν για τα …κατορθώματά του και έκαναν προσευχή. Παρακαλούσαν τον Θεό να τον συγχωρήση και να λάβη την απόφασι να επιστρέψη.
Ο μοναχός Νικόλαος συνέχιζε κανονικά την κοσμική του ζωή, μη μεριμνώντας για τίποτε άλλο παρά μόνο για την οικγένειά του, το παιδί του και και τις δουλειές του. Κάθε ανάμνησι για το παρελθόν την απέφευγε διότι τον εμπόδιζε στην απόλαυσι της κοσμικής του ζωής.
Κάποια ημέρα, περίοδος καλοκαιριού, επήγε με το παιδί του, ηλικίας τότε οκτώ ετών, στην παραλία για να κάνουν το μπάνιο τους. Μετά το λούσιμο στην θάλασαα, βγήκε έξω να παίξη τόπι με τον παιδάκι του. Σε μια στιγμή του είπε το παιδί του:
-Μπαμπά, τι είναι αυτό το μαύρο πανί που έχεις επάνω σου;
-Δεν φορώ κάποιο μαύρο πανί επάνω μου, παιδί μου!  Δεν βλέπεις ότι είμαι μόνο με το “μαγιώ”;
-Εγώ βλέπω να φορής ένα μαύρο πανί με κόκκινα γράμματα και με κόκκινο σταυρό στο στήθος σου.
Εδώ ο Θεός  άκουσε τις προσευχές του Γεροντός του και των Αδελφών της Μονής του και έδωσε την δυνατότητα στο παιδάκι του να ιδή με τα νοερά καθαρά του μάτια το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο. Είδε να έχει ενδυθή ο πατέρας του με το Αγγελικό Σχήμα. Αυτό σημαίνει ότι το Σχήμα του μοναχού αποτυπώνεται σαν σφραγίδα στο στήθος και στην ζωή του μοναχού. Έτσι, κι αν ακόμη ο μοναχός αρνηθή το Σχήμα του, το Σχήμα όμως δεν τον αρνείται. Τον ακολουθεί και αυτός ενώπιον του Θεού θα σταθή και θα κριθή σαν μοναχός Μεγαλόσχημος.
Ο πατέρας του κατάλαβε αμέσως τι του έλεγε το παιδί του. Σκέφθηκε και μονολόγισε μόνος του: “Ακόμη με θυμάται και μ  γαπ ο Θεός!  Μετά είπε στο παιδί του:
-Φεύγουμε. Ετοιμάσου να πάμε στο σπίτι μας.
Έφθασαν στο σπίτι, αλλά ο Νικόλαος, όπως ήτο στενοχωρημένος, φαινόταν  αγνώριστος από την γυναίκα του.
-Τι έχεις, βρε Νίκο, γιατί είσαι τόσο στενοχωρημένος; Άλλη φορά ήσουν πάντα χαρούμενος και γελαστός. Κάτι σοβαρό σου συμβαίνει. Θέλω να μου το ειπής.
-Ετοίμασε να φάμε και μετά θα σου ειπώ τα πάντα με ειλικρίνεια.
Μετά το φαγητό, έβαλαν το παιδί να κοιμηθή και τότε ο Νικόλαος της απεκάλυψε για πρώτη φορά στην γυναίκα του τα εξής:
-Άκουσέ με, Όλγα. Εγώ, πριν σε γνωρίσω και σε ζητήσω για γάμο ήμουν μοναχός στο Άγιον Όρος. Ήλθα για δουλειές μου στην Θεσσαλονίκη. Σε είδα, σε ερωτεύθηκα. Πέταξα τα ράσα μου και το Σχήμα μου, εγκατέλειψα τις καλογερικές μου υποχρεώσεις και το μοναστήρι μου για να πάρω εσένα. Σήμερα το παιδί μας, με θεία νεύσι, είδε επάνω στο στήθος μου το Αγγελικό μου Σχήμα, το οποίον και κατερύπωσα με αυτή την άσωτη ζωή μου..
-Τι είναι αυτά που λέγεις, βρε Νίκο; Αν είναι αλήθεια αυτά που μου λέγεις, τότε είσαι δολοφόνος…Κατέστρεψες τρία σπίτια: Το δικό μας, της μητέρας μου και επρόσβαλλες το μοναστήρι σου και το Άγιο Σχήμα σου…Σήκω και φύγε αμέσως…Και τα δάκρυά της επήγαιναν ποτάμι. Ήτο άνθρωπος της εκκλησίας..
-Θα φύγω της είπε αυτός και θα γυρίσω στο Μοναστήρι μου. Αν με κρατήσουν θα μείνω για πάντα εκεί και εκεί θα πεθάνω. Εάν δεν με κρατήσουν, θα σκεφθώ που θα πάω..
-Φύγε, αμέσως για το μοναστήρι σου. Μη σκέπτεσαι εμένα και το παιδί μας. Θα φροντίση για εμάς ο Θεός. Φύγε για να μη καταδικασθής αιώνια. Όσο καθυστερής στον κόσμο, τόσο παροργίζεις τον Πανάγαθο Θεό μας. Εάν κάνης έτσι και μετανοήσης ειλικρινά θα σε συγχωρέση ο Θεός και θα σε σώση…
-Σε παρακαλώ, της είπε, μην ειπής τίποτε στο παιδί μας. Όταν μεγαλώση θα μάθη από σένα ποιός είναι και που είναι ο πατέρας του…
Πράγματι, έφθασε στο μοναστήρι του συντετριμμένος σαν τον άσωτο υιό ο Νεκτάριος. Μόλις τον είδε ο Γέροντάς του, τον γνώρισε, τον αγκάλιασε και τον έφερε μέσα στο Μοναστήρι.
Ο Νεκτάριος έπεσε στα πόδια του και με στεναγμούς παρακαλούσε και του έλεγε:
-Γέροντά μου, συγχώρεσέ με. Είμαι ο δεύτερος άσωτος γυιός. Δεν είμαι άξιος να στέκομαι μπροστά σου. Κατεμόλυνα το Σχήμα μου, το οποίο από τα χέρια σου έλαβα. Δεν έχω  μάτια να σ  ντικρύσω. Δέξαι με όχι σαν δούλο σου, όχι σαν γυιό σου, αλλά σαν το σκουλήκι και το σκουπίδι της γης.
Εν τω μεταξύ ήλθαν κι οι άλλοι Αδελφοί και Πατέρες. Άλλοι έκλαιγαν και άλλοι εχαίροντο για την επιστροφή του. Σηκώθηκε ο Γέροντάς τους, παπά Συμεών, τον αγκάλιασε και πήγανε μαζί στο Αρχονταρίκι. Εκεί του εξωμολογήθηκε ο Νεκτάριος όλα τα παθήματά του. Και ο Γέροντάς του του είπε:
-Παιδί μου, όλοι εμείς, εγώ ο Γέροντάς σου και οι Αδελφοί σου σε δεχόμεθα και πάλι στο μοναστήρι. Όμως θα πας να μείνης στην σπηλιά του Οσίου Γρηγορίου, του Κτίτορος της Μονής μας.
Ο Νεκτάριος δέχθηκε την εντολή του π. Συμεών και τον ευχαρίστησε διότι τον δέχθηκαν και πάλι στο μοναστήρι.
Ο Γέροντάς του του έδωσε μία φραντζόλα ψωμί και νερό και τον επήγε ο ίδιος να τον εγκαταστήση μέσα στην σπηλιά. Εκεί επέρασε ο Νεκτάριος ένα μήνα μ  ατό το ψωμί. Όταν πεινούσε έτρωγε και λίγα χόρτα, απ  ατά που φύτρωναν έξω εκεί στα κηπάρια του Καθίσματος της Παναγίας. Είχε βέβαια πολύ αδυνατίσει.
Μετά από ένα μήνα τον επισκέφθηκε και πάλι ο Γέροντάς του και του έφερε νερό και ψωμί. Τον ερώτησε:
-Πως είσαι, πάτερ Νεκτάριε;
-Καλά με τις ευχές σας, Γέροντα. Δόξα σοι ο Θεός, πολύ καλά.
-Θα έλθη καιρός να κατέβης και κάτω στο Μοναστήρι μας, αλλά όχι τώρα.
Τώρα μόνο εσύ θα κάνης νηστεία, αγρυπνία και προσευχή για να δεχθή την μετάνοιά σου ο Θεός.
Μετά από αρκετό καιρό του μετέφερε ο Γέροντάς του μέσα σε μία στάμνα βρεγμένα όσπρια. Του είπε:
-Πάρε αυτή την στάμνα με τα όσπρια, όσα είναι μέσα. Θα βάζης το χέρι σου μόνο μία φορά την ημέρα και όσα βγάζης, θα τα τρως. Πάρε κι αυτά τα δύο πρόσφορα και το νερό σου.
Ήλθε καιρός και πέθανε ο παπά Συμεών και τον διαδέχθηκε ο παπά Ιάκωβος. Συνέχιζε κι αυτός να του πηγαίνη τρόφιμα καό νερό, όπως ο προηγούμενος.
Με τις προσευχές και τα δάκρυα καθαρίσθηκε η ψυχή του π. Νεκταρίου. Ήδη είχε φθάσει και 75 ετών.
Μία ημέρα τον ερώτησε ο Ηγούμενος:
-Πως πας, Αδελφέ;
-Καλά, δόξα σοι ο Θεός, Γέροντα. Και άρχισε να κλαίη ασταμάτητα. Μόλις ησύχασε λίγο, είπε στον Γέροντά του:
-Γέροντα, έρχεται ένα πουλάκι και μου κάνει παρέα.
Ο Γέροντας κατάλαβε ότι ήτο το Άγιο Πνεύμα, αλλά  τον ρώτησε:
–Τι πουλάκι είναι αυτό, Νεκτάριε;
-Να, είναι ένα άσπρο και ωραίο πουλάκι. Έρχεται και με κυττάει. Μου κάνει παρέα και μετά από λίγο φεύγει και πάλι έρχεται.
-Καλά, παιδί μου, συνέχισε την προσευχή σου.
Τελικά ο π. Νεκτάριος έφθασε στην ηλικία των 80 ετών.
Μία ημέρα τον επισκέφθηκε και πάλι ο Γέροντάς του και τον ρώτησε:
-Πως πας, Αδελφέ Νεκτάριε;
-Καλά, Γέροντα. Να το πουλάκι ήλθε και πάλι πολύ κοντά μου. Άπλωσα το χέρι μου να το πιάσω, αλλά αυτό μ  να πήδημα μπήκε μέσα στο στόμα μου και από τότε πάλι δεν έρχεται. Τώρα πως θα το βγάλω από μέσα μου; Και άρχισε να κλαίη.
-Δεν πειράζει. Μην ανησυχής, Νεκτάριε. Τώρα είναι καιρός να γυρίσης στο μοναστήρι μας. Θα μένης στο γηροκομείο και θα σ  χουμε κοντά μας.
-Όχι, του είπε ο π. Νεκτάριος. Καλά είμαι εδώ. Άφησέ με να πεθάνω εδώ στην σπηλιά σε παρακαλώ.
-Όχι, του είπε ο Γέροντάς του, πρέπει να κάνης υπακοή και να κατέβης στην Μονή.
-Και αφού ήτο θέμα υπακοής, κατέβηκε μαζί του στην Μονή ο π. Νεκτάριος και έμενε πλέον στο γηροκομείο. Σε ηλικία 85 ετών εκοιμήθη εν Κυρίω. Έκαμαν την κηδεία του και στα τρία χρόνια έβγαλαν τα οστά του. Τι το εξαίσιο και θαυμάσιο; Τα οστά του ευωδίαζαν. Απ  ατό αντιλαμβάνεται ο καθένας τι καρπούς πνευματικούς ημπορεί να φέρη η υπακοή και η μετάνοια.
Δόξα στον Πανοικτίρμονα Θεό μας, ο Οποίος δέχθηκε την μετάνοια του μοναχού Νεκταρίου και τον επανέφερε όχι μόνο στην μοναχική τάξι, στην οποία ευρισκόταν και παλαιότερα, αλλά και τον αρίθμησε μεταξύ των χορών των αγίων της Εκκλησίας μας.
Αιωνία η μνήμη του οσίου γέροντος Νεκταρίου, ο οποίος ανήλθε εξ άδου κατωτάτου και μας άφησε σαν πνευματική κληρονομία το υπέροχο παράδειγμα της συνεχούς μέχρι θανάτου μετανοίας του.
Κύριε Ιησού Χριστέ πρεσβείαις πάντων των Οσίων Γεροντάδων μας και του αγίου Γέροντός μας π. Γεωργίου αξίωσον και ημάς της αιωνίου μακαριότητος. Αμήν.

Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου
Άγιον Όρος Άθω

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα

 
Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του· και αν πράξεις έτσι, νικάει η ομορφιά του προσώπου σου, αυτό που δίνεις, στην καρδία του, περισσότερο την ανάγκη του σώματος του· την ημέρα που θα ανοίξεις το στόμα σου να κατηγορήσεις κάποιον, θεώρησε τον εαυτό σου νεκρό εκείνη την ημέρα, και όλα σου τα έργα μάταια, και αν ακόμη σου φαίνεται, ότι ειλικρινά και προς οικοδομή σε παρακίνησε ο λογισμός σου να μιλήσεις· γιατί ποια η ανάγκη να καταστρέψει κάποιος το σπίτι του, και να διορθώσει το σπίτι του φίλου του;
Την ημέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος ασθενεί ψυχικά ή σωματικά, εκείνη την ημέρα…
… θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα, και ότι έπαθες για τον Χριστό, και αξιώθηκες την ομολογία Του.
Καθότι και ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δίκαιους. Σκέψου πόσο μεγάλη είναι αυτή αρετή· στ’ αλήθεια μεγάλη αρετή είναι να λυπάται κάποιος για τους κακούς, και να ευεργετεί τους αμαρτωλούς περισσότερο παρά τους δίκαιους· αυτό ο απόστολος Παύλος το αναφέρει ως άξιο θαυμασμού· εάν σε όλα σου τα έργα μπορέσεις να έχεις την συνείδησή σου καθαρή, μην φροντίσεις να εκτελέσεις άλλη αρετή.
Σε όλα σου τα έργα ας προηγηθεί η σωφροσύνη του σώματος σου και η καθαρότητα της συνείδησής σου· διότι χωρίς αυτά τα δύο κάθε άλλη αρετή θεωρείται μάταια για τον Θεό.
Να γνωρίζεις ότι κάθε έργο που κάνεις χωρίς σκέψη και εξέταση υπάρχει μάταιο· καθώς ο Θεός υπολογίζει την αρετή με την διάκριση και όχι με την αδιάκριτη ενέργεια.
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...