Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Οι Γέροντες Ευλόγιος († 11 Απριλίου 1948) και Παχώμιος († 22 Απριλίου 1974) και η πνευματική τους σχέση με τον Χατζή–Γεώργη

Ο Γερο–Ευλόγιος ο υποτακτικός του Χατζή – Γεώργη
Πάνω από τις Καρυές, προς το Βατοπέδι, είναι το Κελλί του Αγίου Γεωργίου «Φανερωμένου». Εκεί ασκήτευαν έξι «Χατζή–Γεωργιάτες» με Γέροντα τον μεγαλύτερο παραδελφό τους, Γερο–Ευλόγιο. Αργότερα δε, είχαν προστεθή άλλοι δύο αδελφοί στην Συνοδία τους, ο Πατήρ Παχώμιος και ο Πατήρ Γεώργιος, και έγιναν εγγόνια του Χατζή – Γεώργη.
Χαίρεται κανείς, όταν βλέπη αυτή την αγία Πατερική συνέχεια και θεία μετάδοση της Καλογερικής, από τους Όσιους Παππούδες στον Όσιο Πατέρα Χατζή – Γεώργη, και από τον Πατέρα στα παιδιά και στα εγγόνια! Αξίζει, φυσικά, να γράψη πολλά γι’ αυτούς, όπως και για τον Γερο–Εύλόγιο. Επειδή όμως έγραψε και ένας Πατέρας από την Σιμωνόμετρα, πατριώτης του, γι’ αυτό εγώ θα περιοριστώ μόνο σ’ ένα περιστατικό από το τέλος της ζωής του, πως πάλευε με τους δαίμονες μέχρι τα βαθιά του γεράματα ο αθλητής του Χριστού Γερο–Ευλόγιος!

Όταν είχε γεράσει πιά ο Γέροντας, αφού είχε περάσει τα εκατό του χρόνια, καθόταν σ’ έναν καναπέ και έλεγε συνέχεια την ευχή. Μια μέρα λοιπόν οι δύο υποτακτικοί του, ο Πατήρ Παχώμιος και ο Πατήρ Γεώργιος, είχαν πάει να μάσουν ελιές, και ο Γέροντας έκλεισε την πόρτα και ακουμπισμένος στον καναπέ έλεγε την ευχή. Για μια στιγμή άκουσε πολύ θόρυβο μέσα στο κελλί του και διέκοψε την ευχή, Όρμησαν τότε επάνω του τριάντα δαίμονες, τον πέταξαν κάτω στο πάτωμα και τον έδειραν γερά. Φυσικά, δεν μπορούσε να σηκωθή πιά το Γεροντάκι μετά από τόσο πολύ ξύλο! Όταν έγινε μεσημέρι, γύρισαν οι Πατέρες από την δουλειά και φώναζαν τον Γέροντα να τους άνοιξη την πόρτα. Αλλά που να ακούση το καϋμένο Γεροντάκι και πως να σηκωθή στην κατάσταση που βρισκόταν; Ο Πατήρ Γεώργιος, ανήσυχος, πέρασε από ένα παραθυράκι, άνοιξε την πόρτα, και προχώρησαν και oι δύο Πατέρες με αγωνία στο κελλί του Γέροντα. Αλλά τι να ιδούν; Τον Γερο–Ευλόγιο πεσμένο στο πάτωμα, χτυπημένο και να τους λέη ψύχραιμα:

—Ακούς! τριάντα δαίμονες μαζεύτηκαν, για να με δείρουν! δεν ήταν ένας και δύο!

Στο κελλί του είχε έναν ξύλινο Σταυρό κρεμασμένο και μπροστά του συνήθως προσευχόταν. Κάποτε, την ώρα που προσευχόταν, ήρθε ένας διάβολος από το παράθυρο, για να πειράξη τον Γέροντα.



Βλέπει ξαφνικά ο Γερο–Ευλόγιος τον Σταυρό να ξεκρεμιέται μόνος του, να πλησιάζη τον διάβολο, και να εξαφανίζεται αμέσως ο έξω από εδώ. Μετά είδε πάλι τον Σταυρό μόνο του να ξανακρεμιέται στην θέση του.

Έτσι αγωνιζόταν ο Γερο–Ευλόγιος μέχρι τα εκατόν οκτώ του χρόνια. Και αφού ωρίμασε πιά πνευματικά και έπρεπε να αναχώρηση απ’ αυτή την ζωή για την αιώνια με τον πνευματικό του πλούτο, έλαβε πληροφορία από τον Θεό να ετοιμασθή και να ετοιμάση και τα Καλογέρια του, δίνοντας τις τελευταίες του συμβουλές μαζί με την ευχή του:

— Εγώ, Καλογέρια μου, φεύγω πιά, πηγαίνω κοντά στον Άγιο Αντώνιο. Αργότερα θα έρθετε κι εσείς εκεί κοντά, στον Παράδεισο. Εσύ, Πάτερ Γεώργιε, θα ζήσης ογδόντα χρόνια.

Ζήτησε μετά και κοινώνησε και ανεπαύθη εν Κυρίω ο ευλογημένος του Θεού Ευλόγιος, στις 11-4-1948.

Ο Πατήρ Γεώργιος λοιπόν, όταν έκλεισε τα ογδόντα, έλεγε:

— Εφέτος θα πεθάνω∙ έτσι μου είπε ο Γέροντας.

Ο γιατρός βλέποντας την δυνατή κράση του, του έλεγε:

— Εσύ θα ζήσης άλλα τριάντα χρόνια.

Μόλις έκλεισε τα ογδόντα ο Πατήρ Γεώργιος, έκλεισε και τα μάτια του, και όλοι θαύμασαν!

Ο Γερο–Παχώμιος· ο υποτακτικός του Γερο–Ευλόγιου και εγγονός του Χατζή–Γεώργη

Όπως και για τον Γερο–Ευλόγιο, έτσι και για τον ευλογημένο υποτακτικό του, τον Πατέρα Παχώμιο, θα αναφέρω και γι’ αυτόν κάτι από το τέλος της ζωής του, και οι ευλαβείς αγωνιστές, που έχουν αγνούς λογισμούς, θα καταλάβουν την εξαγνισμένη ψυχή του Γερο-Παχώμιου!

Τρεις μέρες λοιπόν πριν από τον θάνατο του, ημέρα Πέμπτη, ο Γερο–Παχώμιος κάλεσε τον Πατέρα Γεώργιο και του λέει:

— Κάνε αγάπη, Πάτερ Γεώργιε, και πήγαινε στην Κολετσού να αγοράσης ψάρια για την Πανήγυρη του Αγίου Γεωργίου, που έχουμε την Δευτέρα. Να αγοράσης όμως αυτή την φορά πολλά ψάρια, γιατί θα έχετε δυο Πανηγύρια εσείς. Εγώ θα γιορτάσω στον Ουρανό με τον Άγιο Γεώργιο∙ δεν θα είμαι μαζί σας.

Πηγαίνει αμέσως στην Κολετσού ο Πατήρ Γεώργιος, φέρνει τα ψάρια και τα ετοιμάζει, για να μή χαλάσουν.

Την Παρασκευή ο Γερο–Παχώμιος στέλνει πάλι τον Πατέρα Γεώργιο να καλέση τους Πατέρες για την Πανήγυρη και του λέει:

— Να πής στους Πατέρες να κανονίσουν και τις δουλειές τους, γιατί θα έχουν δυο Πανηγύρια: την κηδεία μου με το μνημόσυνο και την επομένη την μνήμη του Αγίου Γεωργίου.

Ο Πατήρ Γεώργιος το ανήγγειλε στους Πατέρες, όπως του είπε ο Γερο–Παχώμιος. Το Σάββατο το πρωί τον έστειλε να ειδοποιήση τον Παπα – Δημήτρη να έλθη να τον κοινωνήση. Μόλις είδε τον Ιερέα, άρχισε να ψέλνη χαρούμενος Του Δείπνου σου του μυστικού και μόλις κοινώνησε είπε «Δόξα τω Θεώ!» Ασπάσθηκε μετά τους Πατέρες, που βρίσκονταν κοντά του, και έφυγε για τους Ουρανούς η αγιασμένη του ψυχή το έτος 1974, στις 22 Απριλίου.

Την Κυριακή έγινε η κηδεία και το μνημόσυνο με την τράπεζα της μιας Πανήγυρης, και την Δευτέρα γιόρτασαν τον Άγιο Γεώργιο, κι έγινε το δεύτερο Πανηγύρι. Ο Πατήρ Παχώμιος όμως γιόρτασε με τον Άγιο Γεώργιο στον Ουρανό, όπως είπε, και χόρτασε από τα κάλλη του Παραδείσου και μέθυσε από το πνευματικό κρασί της αγάπης του Θεού μαζί με τον Άγιο Γεώργιο.

Ο Καλός Θεός να αξιώση και εμάς να γευθούμε λίγο απ’ αυτό. Αμήν.
Πηγή: Αγιορείτες πατέρες και αγιορείτικα

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΚΑΙ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΑΥΤΟ…

1
Ο Ιερός Καβάσιλας μας λέει: «Ο άρτος που διανέμεται ως αντίδωρο, έχει από πριν αγιασθεί, επειδή προσφέρθηκε στον Θεό..
Όλοι οι εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί τον δέχονται με ευλάβεια μέσα στην δεξιά κυρτή τους παλάμη και ασπάζονται το δεξί χέρι του Ιερέως… που πριν από λίγο ακούμπησε και κομμάτιασε το πανάγιο Σώμα του Σωτήρος Χριστού. Επειδή αγιάσθηκε ολόκληρο, γιαυτό πιστεύεται από την Εκκλησία μας ότι το χέρι του λειτουργού μεταδίδει αυτόν τον αγιασμό σε όσους το αγγίζουν και το ασπάζονται».


Βασικά πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε για το αντίδωρο:
• Πρέπει να μοιράζεται μέσα σε ησυχία και τάξη
• Το παίρνουμε από το χέρι του Ιερέα και όχι από το παγκάρι
• Τοποθετούμε το δεξί μας χέρι πάνω στο αριστερό και με ανοιχτή την παλάμη
• Οι ιεροψάλτες ψάλλουν ύμνους κατά την διάρκεια της διανομής
• Πρέπει να είμαστε νηστικοί για να το φάμε
• Το καταναλώνουμε όλο και δεν το πετάμε πουθενά
• Μην ξεχνάμε ότι δίνεται αντί-δώρου δηλαδή αντί για το μεγάλο δώρο που είναι η Θεία Κοινωνία, αλλά και ως επιπλέον δώρο για αυτούς που κοινώνησαν. Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι ουδεμία σύγκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ του αντιδώρου και της Θ. Κοινωνίας ή να θεωρηθεί το αντίδωρο ως “ισάξιο” της Θ.Κοινωνίας.
Πιο αναλυτικά (του π.Θεολόγου):
α. Το αντίδωρο βγαίνει από τα πρόσφορα, που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θ. Λειτουργία (γι’αυτό και η ονομασία “πρόσφορο”, από το ρήμα προσφέρω). Το πρόσφορο ζυμώνεται με προσευχές και θυμιάματα και σφραγίζεται με τα σύμβολα του Χριστού μας ΙC XC ΝΙΚΑ.
Γι’αυτό ήδη από την παρασκευή του ενέχει ευλογία, δεν είναι κοινός άρτος. Με το που προσφέρεται στο Άγιο Βήμα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο αγιασμό. Τελικά, αμέσως μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, όπου το τμήμα του προσφόρου, που προσκομίσθηκε στο Άγιο Δισκάριο και την Αγία Τράπεζα, έγινε Σώμα και Αίμα Χριστού, παίρνει ο Λειτουργός τα κάνιστρα με το Αντίδωρο ένα-ένα και τα υψώνει εμπρός από την Αγία Τράπεζα λέγοντας “Μέγα το Όνομα της Αγίας Τριάδος”.
Αυτό είναι μιά προσομοίωση της πράξεως που προηγήθηκε στο “τα σα εκ των σων”, όπου ο Λειτουργός ύψωσε και σχημάτισε στον αιθέρα το σχήμα του Τιμίου Σταυρού, δοξολογώντας ευγνωμονικά τον Πλαστουργό μας. Έτσι το Αντίδωρο αποκτά και μιά ακόμη ευλογία. Επίσης ωρισμένοι Ιερείς λέγουν και μιά άλλη σύντομη ευχή (όχι απαραίτητη – η ευλογία κατέρχεται με τη Δοξολόγηση του εν Τριάδι Προσκυνητού και Λατρευτού Θεού μας): “ευλόγησον, Κύριε, τους άρτους τούτους και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας αγίασον”.
Ομοίως, άλλοι Λειτουργοί προσθέτουν έναν Θεομητορικό Ύμνο: “η το Χαίρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε σώζε τους σε μεγαλύνοντας”. Και κάπου συνάντησα έναν ευσεβέστατο Εφημέριο (σε χωριό των Καλαβρύτων) που λειτουργεί καθημερινώς! να λέει “η το Χαιρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε Υπερένδοξε, Απειρόγαμε, Υπερευλογημένη, σώζε τους σε μεγαλύνοντας”. Τούτο, πραγματικά, έχει τη θέση του, διότι το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου. Είναι τμήμα του προσφόρου, απ’όπου προήλθε ο Αμνός του Θεού. Και άκουσα κάποτε ένα παιδάκι που κοινώνησε να προσέρχεται στο Αντίδωρο και να λέει, “μαμά, να πάρουμε τώρα και την Παναγία μας”.
β. Καλό είναι το Αντίδωρο να υπάρχει σε ένα κάνιστρο κοντά σε όσους κοινωνούν, ώστε αμέσως μετά τη Θ. Μετάληψη να λαμβάνουν ένα κομμάτι και να σπογγίζουν τα χείλη και το στόμα τους.
γ. Μερικοί αποζητούν το λεγόμενο “Ύψωμα”. Αυτό είναι Αντίδωρο, αλλά τέτοιο κομμάτι που να διατηρεί τη σφραγίδα του Κυρίου (IC XC ΝΙΚΑ) πάνω του. Και το θεωρούμε πιό τιμητικό. Το προσφέρει ο Ιερεύς σε όσους ήδη είχαν προσκομίσει πρόσφορο γιά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, ή σε όσους τιμώνται (πχ Δήμαρχος του τόπου) ή σε συγγενείς ανθρώπου, του οποίου τελούμε Μνημόσυνο, προς παρηγορίαν τους μεγαλυτέρα.
Τούτο όμως δεν πρέπει να καταλήγει να γίνεται αφορμή ξεσυνέργιας ή παρεξηγήσεων. Ίδια είναι η ευλογία που παίρνουμε. Ακόμη και με τα ψίχουλα που απέμειναν στο κάνιστρο!! Κι’όσο πιό ευλαβική και κατανυκτική και ανώτερη και εύτακτη είναι η ψυχή μας, τόσο πιό πολύ ωφελούμεθα.
δ. Παίρνοντας το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, συγχρόνως και επικοινωνούμε μαζί του. Τον προσεγγίζουμε. Έκείνος λουσμένος στην ιερότητα και τη Θεϊκή Χάρη (και στον ιδρώτα συχνά, έναν ξεχωριστό ιδρώτα κατανύξεως) κι’οι εκκλησιαζόμενοι, που μέχρι τώρα ήταν απέναντι, κάπως απόμακροι, να έρχονται και να τον εγγίζουν, σα να εγγίζουν τον ίδιο το Χριστό μας.
Εκείνη τη στιγμή και ο Ιερέας θα δείξει μιά διακριτική οικειότητα προς κάθε ψυχή της Ενορίας του, θα τους χαιρετήσει με το όνομά τους, θα τους ευχηθεί, θα στείλει χαιρετίσματα σε κάποιον κατάκοιτο της οικογενείας κοκ. Λιτά όμως. Και χωρίς διαχύσεις ή πληθωρικά χαμόγελα ή άσχετα θέματα και καθυστερήσεις. Μέσα στο κλίμα της Λειτουργίας!
ε. Αρκετές φορές από τα πρόσφορα που έφεραν οι πιστοί περίσσεψαν πολλά. Είναι ευλογία αυτό. Δείχνει πόσο οι πιστοί συμμετέχουν στο μεγάλο γεγονός της Θ. Λειτουργίας. Οι Ιερείς κρατούν ωρισμένα, γιά να λειτουργήσουν ενδιαμέσως της εβδομάδος, και τα υπόλοιπα είναι επιτρεπτό να τα διοχετεύσουν σε σπίτια ευσεβών χριστιανών. Σκεφθείτε μάλιστα όταν υπάρχει πανηγύρι, πόσα περισσεύουν!..
Δεν είναι άτοπο να τα παραλάβουν οι πιστοί, αλλά πρέπει να παρατεθούν στο τραπέζι, όπου καθόμαστε κανονικά και κάνουμε προσευχή, τραπέζι οικογενείας, όπου όλα είναι ευλογημένα και ιερά, και έτσι το πρόσφορο, που το λαμβάνουμε ως ψωμί, προσθέτει στην ιερότητα του τραπεζιού μας.
Υπάρχει και η περίπτωση να το φρυγανίσουμε λίγο, ώστε να διατηρηθεί και να το λαμβάνουμε με το τσάϊ μας. Ομοίως και ευλογημένο τμήμα Αντιδώρου μπορούμε να φρυγανίζουμε (γιά να διατηρηθεί πολλές μέρες), ώστε να λαμβάνουμε το πρωί κατά την προσευχή μας.

«Δόξα σοι ο Θεός, που έφυγαν τα πολλά!» ...........

- Όταν , Γέροντα, βλέπω μέσα μου υπολείμματα από εάν πάθος στενοχωριέμαι.

- Πες: «Δόξα σοι ο Θεός, που έφυγαν τα πολλά!». Αν ήμουν εγώ στη θέση σου ,θα έβλεπα τις ολοφάνερες μεγάλες δωρεές του Θεού και «από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός» θα έλεγα το «δόξα σοι ο Θεός». Αν θέλης να ζης ζωή παραδεισένια από αυτήν την ζωή, δες κι εσύ τις ευεργεσίες και τις πλούσιες δωρεές που σου δίνει ο Θεός και άρχισε το «δόξα σοι ο Θεός». Να δοξάζετε τον Θεό ,γιατί σας βοήθησε και προοδεύσατε έστω και λίγο, είτε επειδή εσείς κοπιάσατε, είτε επειδή σας βοήθησαν οι άλλοι. Όταν ο άνθρωπος λέη «δόξα σοι ο Θεός», βοηθάει ο Θεός ,γιατί η ευγνωμοσύνη με το ταπεινό φρόνημα και με τον φιλότιμο αγώνα τραβάει συνέχεια ουράνιες δυνάμεις και ευλογίες θεϊκές.

- Και όταν, Γέροντα, ξέρω ότι θα ξαναπέσω;

- Δεν ξέρεις∙ από φοβία σκέφτεσαι έτσι. Μην έχετε φοβία μήπως ξανακάνετε το ίδιο σφάλμα, γιατί έτσι κλονίζεται η πίστη σας στον Θεό. Μη ντα σκαλίζετε τόσο πολύ. Όταν σας λέη ο λογισμός ότι δεν πρόκειται να διορθωθήτε και διαλύεσθε από την λύπη, χρειάζεται να δώσετε ένα ψεύτικο κουράγιο στον εαυτό σας. «Δόξα σοι ο θεός, να πήτε, σήμερα είμαι καλύτερα από χθες. Δόξα σοι ο Θεός χίλιες φορές…». Αν και φαίνεται ψεύτικο αυτό το κουράγιο, μέσα του όμως κρύβει μια μεγάλη δύναμη, την ελπίδα στον Θεό. Η ελπίδα στον Θεό είναι ο μοχλός που αναποδογυρίζει την απελπισία, ελευθερώνει την ψυχή από την λύπη και το άγχος και τονώνει σιγά-σιγά τις πνευματικές δυνάμεις με την θεία ζωντάνια που δίνει.

- Γέροντα, στενοχωριέμαι γιατί έχω πολλά προβλήματα υγείας.

- Όλα να τα δέχεσαι σαν μεγάλα δώρα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι άδικος. Στον ουρανό θα έχης πολλά να απολαύσης∙ θα έχης σύνταξη μεγάλη, εάν δεν την μειώσης μόνη σου με τον γογγυσμό.


- Πώς, Γέροντα, αφού τώρα δεν νιώθω μέσα μου τον ουρανό;

- Δε νιώθεις τον Ουρανό ,γιατί δεν δοξολογείς τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος κινήται στον χώρο της δοξολογίας, χαίρεται με όλα. Υπάρχουν κοσμικοί άνθρωποι που θα μας κρίνουν εμάς τους μοναχούς. Να δήτε οι Βεδουίνοι τι ταλαιπωριά περνούν, αλλά ευχαριστούν τον Θεό και είναι χαρούμενοι! Το σιτάρι δεν το καθαρίζουν, για να βγάλουν την πέτρα, αλλά το αλέθουν όπως είναι, και το ψωμί τους είναι όλο πέτρα! Και οι τροφές τους, φαίνεται, δεν έχουν τα απαραίτητα συστατικά, ασβέστιο κ.λπ., οπότε τα δόντια τους καταστρέφονται τελείως. Και βλέπεις Βεδουίνους να έχουν μόνον ένα δόντι και να χαίρωνται σαν να είναι το δόντι μαργαριταρένιο. Και άλλος του λείπει ένα δόντι και αισθάνεται μειονεκτικά. Με όλα αυτά που ακούτε, να κινήσθε συνέχεια στην δοξολογία∙ να δοξάζετε μέρα-νύχτα τον Θεό για τις ευεργεσίες Του.

Μου έλεγε κάποιος επίσκοπος ότι σε έναν ναό, την ώρα που ο διάκος διάβαζε το Ευαγγέλιο της θεραπείας των δαιμονισμένων των Γεργεσηνών, ένας άνθρωπος πολύ απλός στεκόταν πίσω από το δεσποτικό και έλεγε συνέχεια «δόξα σοι ο Θεός». Αρχίζει ο διάκος : «Τω καιρώ εκείνω ελθόντι τω Ιησού εις την χώραν των Γεργεσηνών, «δόξα σοι ο θεός» λέει εκείνος, «υπήντησαν αυτώ δύο δαιμονιζόμενοι», «δόξα σοι ο Θεός» ∙ «χαλεποί λίαν», «δόξα σοι ο Θεός »∙ «και ιδού ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων …εις την θάλασσαν», «δόξα σοι ο Θεός». «Κατάλαβα, μου είπε ύστερα ο επίσκοπος ,ότι είχε δίκαιο αυτός ο απλός άνθρωπος που έλεγε «δόξα σοι ο Θεός» γιατί το «δόξα σοι ο Θεός» ρίχνει τους δαίμονες στην θάλασσα» . Και εσείς πάντα να λέτε «δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός», μέχρι να ορμήσει η αγέλη στην θάλασσα…


Η δοξολογία αγιάζει τα πάντα. Με την δοξολογία διαλύεται ο άνθρωπος από ευγνωμοσύνη ,παλαβώνει με την καλή έννοια, πανηγυρίζει τα πάντα. Και όταν ο άνθρωπος ευχαριστή τον Θεό ακόμη και για τα λίγα, έρχεται μετά τόσο πλούσια η ευλογία του Θεού, που δεν μπορεί να την αντέξη∙ και τότε ο διάβολος δεν μπορεί πια να σταθή και φεύγει.

Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ποτέ δέν είδε ένα χαμόγελο όμοιο μέ τό δικό του...

Ή Λειτουργία μόλις είχε τελειώσει. Βγαίνοντας άπό την εκκλησία οι προσκυνητές έσπευσαν προς τό κτίριο του μοναστηρίου, πού στεγάζει τό κελλί  τοΰ περίφημου «στάρετς»* πατέρα Σεραφείμ, πού είχε τή φήμη ότι κάνει θαύ­ματα, θεραπεύει άρρωστους και γνωρίζει τό μέλλον. Γιατί, βασικά, αυτόν είχαν την επιθυμία νά χαιρετήσουν.

Ανάμεσα σ" αυτούς τούς επισκέπτες βρισκόταν ή οικο­γένεια τοϋ συγγραφέα Άκσάκωβ. Ή Νάντια 'Ακσάκωφ, κο­ριτσάκι ακόμη, εκείνη τήν εποχή, θά θυμότανε γιά όλη της τή 2ωή αυτό πού εϊδε στήν «Έρημο τοϋ Σάρωφ» μονα­στήρι χωμένο βαθειά μέσ' οτά απέραντα δάση στήν καρδιά της Ρωσίας. Παραφράζομε ελαφρά τή διήγηση της:

Ένας καλόγερος, γεροντάκι πιά, τούς έδειχνε τό δρό­μο. Σέ λίγο οί προσκυνητές φτάνουνε έτσι μπροστά σέ μιά χαμηλή πόρτα. Ό οδηγός πρόφερε τά συνηθισμένα λόγια: «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ, Υιέ τοϋ Θεού, έλέησον ημάς τούς αμαρτωλούς».
Σιωπή. Τό «αμήν» πού θά τούς έδινε τήν άδεια νά μπουν, δέν ακούστηκε άπό κανένα.
Προσπαθήστε έσεϊς οί άλλοι, είπε ό γέροντας. "Αν­δρες, γυναίκες, παιδιά πρόφεραν ό καθένας μέ τή σειρά του τήν ευχή.
Αν δέν άπαντάη, θά πή πώς δέν είναι μέσα στό κελλί του, είπε ό καλόγερος συμπερασματικά. Θά πήδηξε άπό τό παράθυρο ακούγοντας στήν αυλή τό θόρυβο των άμαΕιών οας. Πάμε νά δοΰμε.
Ακολουθώντας τόν οδηγό τους, οί προσκυνηταί, έστρι­ψαν στή γωνία τοΰ κτιρίου και βρέθηκαν κάτω άπό τό πα­ράθυρο τοϋ κελλιοϋ τοϋ πατρός Σεραφείμ. Κάτω στή γη, διακρίνονταν καθαρά τά ίχνη δύο ποδιών πού φορούσαν «λάπτι».
Τόσκασε, αναστέναξε ό γέρο - καλόγερος, κουνών­τας τό κεφάλι.
Γιά νά τόν δή κανείς, πρέπει νά ψάξη στο βάθος τοϋ δάσους, όπου έχει ένα έρημητήριο.
Δέν έχετε πολλές πιθανότητες νά τόν βρήτε, είπε ό ηγούμενος τοϋ μοναστηριού βλέποντας τήν ομάδα τών επι­σκεπτών. Θά κρύβεται μέσ' στους θάμνους, θά ξαπλώνη μέσ' στα χορτάρι. Έκτος άν απάντηση στό κάλεσμα τών παιδιών. Πάρτε όσο πολλά παιδιά μπορείτε. Αφήστε τα νά τρέξουν μπροστά άπό σας.
«Τό δάσος, διηγείται ή Νάντια Άκσάκωφ γινόταν όλο και πιό πυκνό. Ή ύγρή του σιωπή μάς τύλιγε. Μόλις και μετά βίας βλέπαμε καθαρά κάτω άπό τό θόλο τών πα­νύψηλων ελατιών. Νοιώθαμε κάπως βαρειά μέσα σ' αυτό τό σκοτεινό δάσος. Ευτυχώς μιά αχτίνα ήλιου έλαμψε ανά­μεσα άπό τά φορτωμένα βελόνες κλαδιά. Πήραμε πάλι κου­ράγιο και βαλθήκαμε νά τρέχουμε άπό κεϊ πού πρόβαλε τό φως. Ένα πράσινο ξέφωτο πλημμυρισμένο άπό ήλιο, ανοί­χτηκε μπροστά μας. Έκεϊ τά πόδια ενός έλατου, πού φύ-,τρωνε ξέχωρα άπ' τ' άλλα, ένα γεροντάκι ζαρωμένο, σκυ­φτό ώς τό χώμα' έκοβε γρήγορα μέ τό δρεπάνι του τά με­γάλα βλαστάρια τών χορταριών. Ακούγοντας θόρυβο ανα­σηκώθηκε, έστησε τό αυτί του πρός τή μεριά τοϋ μοναστη­ριού και σάν τόν παγιδευμένο λαγό, ώρμηοε πρός τό δάσος, άλλά γρήγορα λαχανιάζοντας, στάθηκε, κοίταξε φοβισμένα πρός τά πίσω και πέφτοντας μπρούμητα μέσ' στό χορτάρι έγινε άφαντος.
  Πάτερ Σεραφείμ, Πάτερ Σεραφείμ! Είμαστε καμμιό εικοσαριά πού τόν φωνάζαμε έτσι.
Στό άκουσμα τών παιδικών φωνών μας, δέν μπόρεσε νά κρατηθή στόν κρυψώνα του. Τό γέρικο κεφάλι του φά­νηκε πάνω άπό τό χορτάρι. Μέ τό δάκτυλο πάνω στο στό­μα, έμοιαζε νά μας ζητά νά μή προδώσουμε τήν παρουσία του στοάς μεγάλους.
Άφοϋ έκανε πέρα τά χόρτα γιά νά μας άνοιξη ένα πέ­ρασμα, κάθισε και μας έγνεψε νά πλησιάοωμε. Ή μικρή Λί­ζα μόλις μεγαλύτερη άπό ένα μωρό πλησίασε πρώτη και άφοϋ ρίχτηκε στήν αγκαλιά του, ακούμπησε τό δροσερό μαγουλάκι της στόν τραχύ ώμο τοϋ γέροντα.
Θησαυροί μου! Χρυσά μου! μουρμούριζε σφίγγον­τας καθένα άπό πάνω στό αδύνατο στήθος του.
Γεμάτα εμπιστοσύνη, ευτυχισμένα, τόν φιλούσαμε. Άλλα ό νεαρός βοσκός Σιόμα γύρισε πίσω και έτρεξε πρός τό μοναστήρι φωνάζοντας: «Άπ' έδώ! Άπ' έδώ! * Ε­κεί είναι ό πάτερ Σεραφείμ».
Ντραπήκαμε. Οί φωνές μας και τά αγκαλιάσματα μας μας φάνηκαν σάν προδοσία.
Γυρνώντας πάλι πίσω στό μοναστήρι, ή μικρή Λίζα, πού ό γέροντας είχε σφίξει πρώτη στήν αγκαλιά του, πλησίασε τήν αδελφή της και παίρνοντας της τό χέρι, είπε: «Ό πά­τερ Σεραφείμ κάνει πώς είναι γέρος, στήν πραγματικότητα όμως είναι παιδί σάν και μας, έτσι δέν είναι Νάντια;»
Πράγματι, ποτέ, σ' όλη της τή ζωή, γράφει στά γηρατιά της ή Νάντια Άκσάκωφ, δέν συνάντησε βλέμμα μέ τέ­τοια παιδική καθαρότητα σάν τοϋ πατέρα Σεραφείμ. Ποτέ δέν είδε ένα χαμόγελο όμοιο μέ τό δικό του. «"Έτσι γελά ένα νεογέννητο», λένε οί γρηές παραμάννες «όταν παίζη στόν ϋπνο του μέ τους Αγγέλους».

Όλες τις Κυριακές και τις γιορτές ά πάτερ Σεραφείμ, παρακολουθούσε και κοινωνούσε τήν πρωινή λειτουργια ατήν μικρή έκκλησούλα τοϋ νοσοκομείου τοϋ μοναστη­ρίου.
«Πλούσιοι και φτωχοί, συνεχίζει τή διήγηση της ή Νάν­τια Άκσάκωφ, τόν περιμέναμε Ολοι μας νά 6γή στριμωγμέ­νοι γύρω άπό τό νάρθηκα τής εκκλησίας. Μόλις εμφανιζό­ταν, Ολα τά μάτια καρφωνόντουσαν επάνω του».
Αυτή τή φορά ή προσκυνήτρια μάς περιγράφει ένα πα­τέρα Σεραφείμ πολύ πιό διαφορετικό άπ' αυτόν πού είδα­με πριν.
«Ήταν ντυμένος μέ τό παραδοσιακό μοναχικό ένδυμα (μεγάλη μαύρη κάπα) κα'ι φορούσε τά διακριτικά τής ίερω-σύνης του, τό έπιτραχείλι και τά έπιμανίκια (πού οί Ορθό­δοξοι ιερείς γιά νά ίερουργήσουν τά δένουν στους καρ­πούς τους). Ή χαρά τοϋ άνθρωπου πού πήρε μέρος στό ευχαριστιακό δείπνο, έλαμπε στό πρόσωπο του, μέ τό ψη­λό μέτωπο, μέ τά κινούμενα χαρακτηριστικά. Ή λάμψη τής ευφυίας λαμπύριζε μέσα στά μεγάλα του γαλάζια μάτια. Κατέβαινε σιγά - σιγά τά σκαλοπάτια, λίγο κουτσαίνοντας και παρά τήν αναπηρία του αυτή και τήν καμπούρα πού είχε πίοω στόν ώμο, έμοιαζε νάχη και είχε πραγματικά μιά μεγαλόπρεπη ομορφιά».

Μετά τήν Θεία Κοινωνία, ό πατήρ Σεραφείμ, περνούσε συνήθως ανάμεσα άπό τις πυκνές γραμμές τών προσκυνη­τών, μέ τά μάτια χαμηλωμένα, χωρίς νά μιλά σέ κανέναν. Αυτήν τή φορά όμως σταμάτησε.
«Δέν θά ξεχάσω ποτέ, γράφει ή Νάντια, τό εμπνευσμέ­νο βλέμμα του, τό μεταμορφωμένο πρόσωπο του και τόν τόνο τής φωνής του, όταν απευθύνθηκε πρός τό πλήθος. Μιλούσε γιά τόν Άγιο Σταυρό και τή σημασία του γιά τόν πιστό. Τά λόγια του ηχηρά, άπλα, εύγλωττα κυλούσαν χω­ρίς κόπο και έμπαιναν στις ψυχές. Μιλούσε μέ παρρησία κατά τό παράδειγμα τοϋ Χριστού, τοϋ Κυρίου και  Διδασκά­λου του, και Οχι όπως οί Γραμματείς και οί Φαρισοαϊοι».
* * *
Σ' έξη περίπου χιλιόμετρα άπό τό μοναστήρι, μέσα στά βάθη τοϋ δάσους, ό πάτερ Σεραφείμ, είχε ένα έρημητήριο μιά φτωχική «ϊσμπα» καμωμένη άπό κούτσουρα πού τήν ώνόμαζε «ή μακρυνή μου έρημος». Έκεϊ πήγαιναν όλοι οί προσκυνητές νά τόν δοϋνε. "Αλλους, τούς υποδέχονταν κα­θιστός πάνω στό πλατύσκαλο τής πόρτας του, άλλους τούς έβαζε μέσα γιά νά προοευχηθοϋν μαζί μπροστά στήν εικό­να τής Παναγίας.
Άπ' έξω, στόν κορμό ένας αιωνόβιου έλατου, είχε στε­ρεώσει επίσης μιά εικόνα τής Μητέρας τοϋ Θεοϋ. Συχνά οί επισκέπτες τόν έβρισκαν όρθιο μπροστά της, νά κάνη ήρεμα και απαλά πολλές - πολλές φορές τό σημείο τοϋ σταυ­ρού, συνηθισμένος στήν αδιάλειπτη προσευχή του. Τότε, τά γόνατα, λύγιζαν αθέλητα, τά μάτια στρέφονταν πρός τόν ουρανό. Κάτω άπό τόν θόλο μέ τά μεγάλα έλατα όλοι ήσαν δοσμένοι στήν προσευχή. Κάτω άπό τό ξέφωτο τό σιωπη­λό, ένας άγγελος τής ειρήνης πετούσε.

Κάποια μέρα πήγε στήν «μακρυνή έρημο» μιά αδελφή άπό τό μοναστήρι τοϋ Ντιβέγιεβο. Περνούσε μιά περίοδο αγωνίας και άπογοητεύσεως τόσο, πού νά θελήση νά φύγη άπό τό μοναστήρι, όπου ή δουλειά τής μαγείρισσας τής προ­καλούσε απέχθεια. Ό γέροντας έδωσε ευλογία νά έλθη νά τόν δή.
Πλησιάζοντας, όμως, τί άντίκρυσε; Τόν ερημίτη κα­θιστό έξω άπό τό κελλί του μέ μιά πελώρια αρκούδα μπρο­στά στά πόδια του.
Βοήθεια, πάτερ! φώναξε ή φτωχή μοναχή. ^Ηρθε τό τέλος μου!
Εκείνος, έδιωξε τήν αρκούδα και είπε γελαστά:
Όχι, μητερούλα, δέν ήρθε τό τέλος σου ακόμα. Τό τέλος αου είναι μακριά. Αντίθετα, πρόκειται γιά μεγάλη χαρά.

Άφοϋ τήν καθησύχασε, τήν έβαλε νά καθήση πλάι" του πάνω σ' ένα κορμό δένδρου, άλλά ή αρκούδα ξανάρθε και ξάπλωσε πάλι στά πόδια του.Έτρεμα σύγκορμη, διηγείται ή καλόγρηα, ενώ ό πάτερ Σεραφείμ βάλθηκε νά τής δίνη κομμάτια ψωμιού πού έβγα­ζε άπά τό σακκούλι του, τόσο ήρεμα, σάν νά μήν είχε νά κάνη μέ μιά αρκούδα άλλά μ' ένα αρνάκι. Τότε πήρα ξανά κουράγιο. Αυτό πού μοϋ έκανε περισσότερη εντύπωση ή­ταν τό πρόσωπο τοϋ γέροντα. "Ηταν καθαρό, διάφανο και χαρούμενο σάν τό πρόσωπο ενός αγγέλου. Τέλος, όταν αισθάνθηκα εντελώς ασφαλής, μοϋ έδωσε τό υπόλοιπο τοϋ ψωμιού και μοϋ είπε νά δώσω έγώ ή ίδια στήν αρκούδα νά φάη. Έγώ όμως απάντησα: «Όχι πάτερ, θά φάη και τό χέρι μου μαζί». (Συγχρόνως όμως σκεπτόμουνα: Τόσο τό καλλίτερο. Δέν θά είμαι πιά αναγκασμένη νά δουλεύω στή κουζίνα). Ό πάτερ Σεραφείμ χαμογέλασε: «Πίστεψε με, μητερούλα, δέν θά φάη τό χέρι σου». Τότε λοιπόν, πήρα τό ψωμί, και μικρά - μικρά κομματάκια τό έδινα στό ζώο. Ηταν τόση ή ευχαρίστηση πού αισθανόμουνα, ώστε στε­νοχωρήθηκα πολύ Οταν έτελείωσε τό ψωμί.

« "Θυμάσαι μητερούλα, ένα λιοντάρι υπηρετούσε τόν άγιο Γεράσιμο στήν έρημο. Μιά αρκούδα υπηρετεί τό φτω­χό Σεραφείμ. Βλέπεις, τά ζώα μας υπακούουν. Και σύ, χά­νεις τό θάρρος σου. Γιατί; κάνε υπομονή. Θά έχετε χαρά εσείς έκεϊ στό μοναστήρι. Επισκέπτες διάσημοι θάρθοϋν, ζητώντας τά νέα τοϋ φτωχού Σεραφείμ και σύ, χωρίς διστα­γμό θά τούς πής τότε πώς μαζί δώσαμε φαί σέ μιά αρκού­δα. "Αν είχα ένα ψαλίδι θά έκοβα λίγο άπό τό τρίχωμα της, γιά απόδειξη. Σέ ικετεύω, μητερούλα, μήν χάνεις ποτέ τό κουράγιο σου, γιά τίποτε! »

Τότε, μέ όλη τήν απλότητα, τού είπα: «Αν οί αδελφές βλέπανε τήν αρκούδα σας, θά πέθαιναν άπό φόβο». Δέν θά τήν δουν! Και άν κανείς τήν σκότωνε, ώ πόσο θά λυ-πόμουνα! Ούτε και θά τήν σκοτώσουν. Έκτος άπό σένα κανένας άλλος δέν θά τήν δή.
Σκεπτόμουνα ακόμη: «Πώς θά μ' ακούσουνε οί αδελ­φές, όταν θά τούς διηγηθώ αυτό τό θαύμα». Άλλά ό γέ ροντας απαντώντας στις σκέψεις μου: «Πριν περάσουν έντεκα χρόνια μετά τό θάνατο μου, δέν θά πης τίποτε οέ κα­νένα, μητερούλα. Τότε πιά θά ξέρης σέ ποιόν νά το πης».

Η διάκριση και η πείρα του πνευματικού και..... η σωστή επικοινωνία με τον πνευματικό.............Γεροντας Παισιος.


- Γέροντα, στήν εποχή μας, μέ τήν τόση αμαρτία πού υπάρχει στόν κόσμο, δέν είναι δύσκολη μερικές φορές ή θέση του πνευματικού;

- Ναί, είναι δύσκολη. Γι’ αυτό στήν αρχή καλά είναι ό πνευματικός νά προσπαθή νά διορθώνη τά πολύ σοβαρά αμαρτήματα, μέχρι νά φύγη ή πολλή αμαρτία άπό τά πλάσματα τού Θεού καί νά γίνουν πιό δεκτικά. Νά φέρεται μέ επιείκεια, άλλά συγχρόνως μέ τρόπο νά καθοδηγή τόν άνθρωπο έτσι, ώστε νά καταλάβη τά σφάλματα του καί νά ζητήση άπό τόν Θεό συγχώρηση. Είναι απαραίτητο νά τονίζη στον έξομολογούμενο ότι χρειάζεται μετάνοια, αλλαγή ζωής, γιά νά λάβη τό έλεος τού Θεού. Επίσης πολύ βοηθάει νά μιλάη στουςανθρώπους μέ αγάπη γιά τήν μεγάλη αγάπη τού Θεού, ώστε μόνοι τους νά φιλοτιμηθούν, νά αισθανθούν τά λάθη τους καί νά αλλάξουν συνήθειες.

Ένας νέος πνευματικός, μέχρι νά απόκτηση πείρα, είναι καλύτερα νά βοηθάη σέ εύκολες περιπτώσεις. 
 Μπορεί λ.χ. μιά δύσκολη ψυχή νά καθυστερή τήν πνευματική του πρόοδο μέ τά σαμποτάζ πού θά τού κάνη καί νά τού τρώη όλον τόν χρόνο. Αν δέν προσέξη, μέ τήν καλή του διάθεση θά δίνη πάντοτε σημασία στις σκηνές πού θά κάνη μιά τέτοια ψυχή, θά ξοδεύη άσκοπα τις δυνάμεις του καί θά ταλαιπωρήται. Όταν απόκτηση πείρα, θά ξέρη πότε πρέπει νά δώση σημασία καί πότε νά άδιαφορήση. Νά, τώρα εγώ στά γράμματα πού μού στέλνουν ρίχνω μιά ματιά καί, άν είναι κάτι σοβαρό, σ’ εκείνο θά δώσω προσοχή. Είναι καί τού πειρασμού πολλές φορές. Άλλος σού λέει: δυό λεπτά, κάτι θά σού πω έδώ στήν πόρτα καί σέ κρατάει μιά ώρα. Νά είσαι ιδρωμένος, νά σέ χτυπάη έν τω μεταξύ τό ρεύμα, νά τρέμης, καί νά σού λέη ιστορίες, σάν νά μή συμβαίνη τίποτε. Έ, άπό τόν Θεό είναι αυτό; Μετά αρρωσταίνεις, δέν μπορείς νά κάνης προσευχή ούτε γιά τόν κόσμο ούτε γιά τόν εαυτό σου, καί αχρηστεύεσαι γιά μέρες. Έρχεται ύστερα κάποιος πού ό καημένος έχει πραγματική ανάγκη, καί δέν μπορείς νά τόν βοηθήσης. Αυτούς πάλι πού έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα, δέν φθάνει νά τούς ακούσης, νά δής ότι έχουν έναν πόνο και νά τούς πής: Πάρε μιά ασπιρίνη. Ένα λεπτό νά σέ απασχολήσω, λένε μερικοί, γιατί φεύγει τό αυτοκίνητο, καί σού λένε ένα σοβαρό θέμα. Σάν νά έχη κάποιος καρκίνο καί νά λέη στόν γιατρό: Κάνε μιά εγχείρηση, γιατί φεύγω σέ λίγο μέ τό αεροπλάνο!

. Κάθε πάθηση θέλει τόν ανάλογο χρόνο. Νά δής άπό πού ξεκινάει, τί συμπτώματα έχει κ.λπ. Σέ ένα σοβαρό θέμα δέν μπορείς νά δώσης πρόχειρες λύσεις. Ένας δόκιμος μοναχός μέ πλησίασε στήν λιτανεία πού κάνουν στο Αγιον Όρος τήν Διακαινήσιμο εβδομάδα, ακριβώς μόλις πήραμε μιά ανηφόρα, καί ήθελε νά του πώ περί νοεράς προσευχής. Τόσες φορές είχε έρθει στό Καλύβι καί ποτέ δέν ρώτησε γι’ αυτό τό θέμα, καί εκεί, πάνω στήν ανηφόρα, είχε τήν έμπνευση νά ρωτήση γιά ένα τόσο λεπτό θέμα! Ένα λεπτό καί σοβαρό θέμα δέν συζητιέται ούτε στό πόδι ούτε στόν ανήφορο…

Ένας  πνευματικός  άνθρωπος,  όταν  θέλη  νά  βοηθήση  κάποιον,  προσπαθεί  νά  τόν σύνδεση μέ τόν Χριστό καί όχι νά τόν δέση μέ τόν εαυτό του. Στήν συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη  νά  τόν  σύνδεση  μέ  τόν  Χριστό,  καί  ό  άλλος  αγωνίζεται  προσβλέποντας  στόν Χριστό.  Τότε  καί  ό  ένας  καί  ό  άλλος  έχει  τόν  μισθό  του  καί  τά  πράγματα  πάνε  κανονικά. Όταν όμως ό άνθρωπος αγωνίζεται καί κοιτάζη πώς νά ευχαρίστηση αυτόν πού προσπαθεί νά  τόν  σύνδεση  μέ  τόν  Χριστό,  άν  δηλαδή  μιά  ενέργεια  του  θά  στενοχωρήση  ή  θά χαροποίηση  εκείνον,  καί  δέν  κοιτάζη  πώς  ό  Χριστός  βλέπει  αυτήν  τήν  ενέργεια  του,  τότε ούτε  τόν  άνθρωπο  πού  τόν  βοηθάει  ευχαριστεί,  ούτε  τόν  Χριστό,  άλλά  ούτε  ό  ίδιος ωφελείται,  γιατί  δέν  δέχεται  θεϊκή  βοήθεια.  Δηλαδή  ούτε  ό  Χριστός  ούτε  ό  πνευματικός χαίρεται  γι’  αυτό  τό  όποιο  κάνει,  άλλά  ούτε ό  ίδιος  βοηθιέται,  γιά  νά  ξεπεράση  μιά  δυσκολία.  Ας  υποθέσουμε  ότι  ψάλλει  μιά  αδελφή  καί  σκέφτεται: Άραγε ψάλλω  καλά;  Θά χαρή ή Γερόντισσα;. Έ, αυτή δέν βοηθιέται. Ένώ, άν ψάλλη γιά  τόν Χριστό,  τά πράγματα πάνε κανονικά καί καλά θά ψάλη καί τήν Γερόντισσα θά ευχαρίστηση.

- Γέροντα, όταν κανείς δέν καταλάβη σωστά αυτό πού του είπε ό πνευματικός, φταίει;

- Κοίταξε,  άν  δέν  κατάλαβε,  επειδή  είχε  μιά  επιθυμία  καί  ό  νους  του  ήταν  εκεί,  πάλι φταίει. Μερικοί τό θέλημα τό δικό τους τό κάνουν θέλημα του Θεού. Ρωτάει λ.χ. κάποιος τόν πνευματικό του γιά ένα πρόβλημα του καί έχει στόν λογισμό του τήν λύση πού θέλει, πού τόν  αναπαύει.  Ό  πνευματικός  του  λέει  τί πρέπει  νά  κάνη  καί  αυτός  καταλαβαίνει  ότι τού  είπε  νά  κάνη  αυτό  πού  ήθελε,  καί  τό  κάνει  μέ  χαρά,  νομίζοντας  κιόλας  ότι  κάνει υπακοή. Καί άν του πή μετά ό πνευματικός γιατί ενήργησες έτσι;, του λέει: Έτσι δέν μου είπες νά κάνω;. Άλλά καί  μερικές  φορές,  αυτό πού λέει  ό πνευματικός,  δέν  είναι  νά  τό πάρη κανείς κατά  γράμμα.  Μπορεί  νά  είναι  τρόπος  του  λέγειν.

Θά  σάς  πώ  μιά  περίπτώση,  γιά  νά καταλάβετε. Μιά σαρανταπεντάρα καθηγήτρια, πού είχε καί παιδιά, είχε μπλέξει έναν δεκαεξάχρονο μαθητή της. Τό παιδί έφυγε άπό τό σπίτι καί συζούσε μέ τήν καθηγήτρια. Όταν ό πατέρας του ήρθε στο Καλύβι καί μού είπε τόν πόνο του, τού είπα νά κάνη γιά τό θέμα αυτό  ό,τι  τού  πή  ό  πνευματικός  του.  Πήγε  λοιπόν  ό  καημένος  στον  πνευματικό  καί  μετά ήρθε  πάλι  σ’  έμενα.  Έγώ  είχα εκείνη  τήν  ήμερα  τήν  Εξαρχία  τού  Πατριαρχείου,  δέν μπορούσα  νά  συζητήσω  μαζί  του  καί  τού  είπα: Νά  κάνης  ό,τι  σού  είπε  ό  πνευματικός σου.  Αυτός  δέν  έφευγε  – καί  ευτυχώς  πού  δέν  έφυγε  καί  επέμενε.  Κάποια  στιγμή  πού εύκαίρησα,  τόν  είδα  λίγο  καί  μού  είπε:  Γέροντα, αποφάσισα  νά  τήν σκοτώσω αυτήν  τήν γυναίκα, γιατί έτσι μού είπε ό πνευματικός μου. Γιά στάσου, καλέ μου άνθρωπε, τού λέω, τί  ακριβώς  σού  είπε  ό  πνευματικός;. Μού  είπε:  Αυτή  ή  γυναίκα  είναι  γιά  σκότωμα. Καταλάβατε; Ό πνευματικός είπε, τρόπος τού λέγειν, αυτή ή γυναίκα είναι γιά σκότωμα, όχι νά τήν σκοτώση! Άπό τότε δέν λέω σέ κανέναν: νά κάνης ό,τι σού είπε ό πνευματικός, άλλά ρωτάω τί τού είπε ό πνευματικός…

- Μπορεί, Γέροντα, νά ζητάη κάποιος βοήθεια άπό τόν πνευματικό του καί συγχρόνως νά προτείνη καί τήν λύση;

- Έμ τότε, τί βοήθεια ζητάει; Άλλο είναι νά πή ταπεινά σάν λογισμό στον πνευματικό του τί νομίζει ότι θά τόν βοηθήση – αυτό επιβάλλεται – καί άλλο είναι νά έπιμένη ότι ό λογισμός του  αυτός  είναι  σωστός.  Τότε  είναι  πού  δέν  κάνει  ό  άνθρωπος  προκοπή.  Είναι  σάν  νά πηγαίνη  στον  γιατρό  καί  νά  τού  λέη: Αυτό  τό  φάρμακο  νά μού  δώσης.  Ό  άρρωστος οφείλει νά κάνη υπακοή στόν γιατρό δέν θά τού υπόδειξη τί είδους φάρμακα θά του δώση. Δέν  είναι εδώ θέμα  ορέξεως, όπως μέ  τά φαγητά και  τά  γλυκά,  γιά  νά  πή  κανείς: Θέλω μπακλαβά ή θέλω κανταΐφι. Ανάλογα μέ τήν πάθηση ό γιατρός δίνει καί τό φάρμακο.

π. Διονύσιος της Κολιτσού, o τυφλός Γέροντας (2)

Στα χρόνια που είστε στο Άγιον Όρος θα έχετε γνωρίσει πολλούς αγιασμένους ανθρώπους.Εσείς ποιο θεωρείτε το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, όταν η αμαρτία έχει πολλές εκφάνσεις και δημιουργεί σύγχυση στον άνθρωπο σήμερα και τον οδηγεί σε αδιέξοδο; Τι πρέπει να προσέξει κάποιος που επιθυμεί να ζει πνευματικά και να βρίσκεται κοντά στον Θεό; 
Βέβαια υπήρχαν και γνώρισα φυσικά πολλούς αγίους Γέροντες. Αλλά προσέξτε. Όσο ψηλά κι αν είσαι, ο σατανάς πολεμάει με την υπερηφάνεια. Κι αν πεις· «είμαι κάποιος», εκείνη τη στιγμή πέφτεις. Καλύτερος είναι ένας αμαρτωλός ταπεινός παρά ένας «άγιος» που έχει καλά έργα, αλλά είναι υπερήφανος. Διότι για εκείνον κάθε στιγμή υπάρχει κίνδυνος να πέσει, και δύσκολα μετανοεί. Ενώ ο αμαρτωλός ο ταπεινός έχει πολλές ευκαιρίες που μπορεί να μετανοήσει. Έχουμε χιλιάδες χιλιάδων αμαρτωλούς που αγίασαν. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε, ό,τι κι αν κάνουμε μπροστά πνευματικά, να έχουμε ταπείνωση επάνω μας. Αν δεν έχουμε ταπείνωση όλα είναι δύσκολα. Δε θα μπορέσουμε να περάσουμε τα τελώνια του ουρανού που πρέπει να περάσει ο καθένας. Όπως γράφουν οι άγιοι Πατέρες, σε κάθε τελώνιο έλεγαν οι δαίμονες στο Μέγα Αντώνιο· «μας νίκησες, Αντώνιε, μας νίκησες», κι αυτός «Όχι ακόμα, όχι ακόμα». Σε κάθε τελώνιο συνέβαιναν τα ίδια. Διότι είχαν δύναμη κι από ’κεί να τον ρίξουν κάτω, με την υπερηφάνεια. Βλέπεις; Γι’ αυτό ο άγιος, όπως έγραψαν οι άγιοι Πατέρες, όταν έφθασε στον επουράνιο Πατέρα, γύρισε και είπε· «Τώρα, με τη βοήθεια του Θεού, σας νίκησα». Η υπερηφάνεια είναι η χειρότερη αμαρτία. Όσο προχωρημένος κι αν είσαι, αν σε γελάσει ο πειρασμός και πείς «είμαι κάποιος· δεν είμαι σαν εκείνον, σαν τον άλλο», τότε πέφτεις. Κουράζεσαι τζάμπα και βερεσέ. Αν σαν θεμέλιο τα καλά έργα δεν έχουν ταπείνωση, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε με κανένα τρόπο.
Και πώς μπορεί κανείς να αποκτήσει την αρετή της ταπεινοφροσύνης;
Με το να έχει γίνει πεποίθησή του ότι σε κάθε ενέργειά του χρειάζεται ταπεινοφροσύνη. Ό,τι και να κάνει ο άνθρωπος, κι ό,τι αν ζητήσει από τον Κύριό μας, αν δεν ζητάει με ταπεινοφροσύνη δε θα του δώσει. Δε θα τον κερδίσει τον Κύριο, δε θα μπορέσει να ενωθεί μαζί Του. Να γνωρίζεις με την καρδιά σου ότι είσαι ανάξιος. Όχι να λες μόνο λόγια. Μέσα στην καρδιά σου. Να λες, είμαι ανάξιος. Να τα λες και να πιστεύεις…
Γέροντα, σήμερα υπάρχουν στον κόσμο ευλογημένες οικογένειες αλλά και οικογένειες με πολλά και πρωτόγνωρα προβλήματα εντός και εκτός σπιτιού. Πώς πρέπει να πορευτούν οι γονείς και ποια στάση να τηρήσουν απέναντι στα παιδιά τους;
Να προσπαθήσουν να μην απομακρύνονται από τις συμβουλές της Εκκλησίας. Να μή λένε: «Δεν βαριέσαι. Ασε το παιδί να καθίσει στην τηλεόραση. Είναι μικρό». Βλέπεις, η τηλεόραση είναι μία παγίδα του σατανά, για να χαλάσει η ανθρωπότητα από το μικρό. Οι γονείς λένε: «Δεν βαριέσαι· άσε, άσε να κοιτάξει». Αλλά τι βλέπει εκεί πέρα. Οι άρχοντες του κόσμου, αν ήταν σωστοί Χριστιανοί, μπορεί να έδειχναν καλά πράγματα, εικόνες καλές, πώς να πούμε, για να ωφεληθεί ο κόσμος. Αλλά, επειδή οι κρατούντες φαίνεται ότι θέλουν να μας διαστρέψουν, να καταστρέψουν την ανθρωπότητα από τα μικρά παιδιά ακόμα, δείχνουν κακές εικόνες, και φυτρώνει μέσα στις αθώες καρδιές των παιδιών το κακό, αντί να φυτρώνουν καλές αρχές, καλά παραδείγματα. Δύσκολα τώρα να βρείς κόσμο που να μπαίνει στην Εκκλησία. Οι αρχές της Εκκλησίας, ιερείς, διάκοι κι αυτοί, πρέπει να είναι καθαροί. Πώς όμως θα είσαι καθαρός εσύ, αν από μικρό παιδί βλέπεις άσχημες εικόνες; Πρέπει να προσπαθήσουμε πολύ. Οι συμβουλές για τη σωτηρία μας είναι πολύ εύκολες, πάρα πολύ εύκολες. Αλλά εμείς επειδή έχουμε παθήσεις κακές που ενισχύονται κι από τον κόσμο και την τηλεόραση, δε μάθαμε ποιος είναι, για να τον βαδίσουμε, ο δρόμος του Θεού. Ας προσπαθήσουμε… Για τα παιδιά, από τώρα που είναι μικρά, εσείς οι γονείς είσθε υπεύθυνοι για το μέλλον της πνευματικής τους ζωής. Για να ακολουθήσουν την οδό της σωτηρίας πρέπει να αγαπήσουν την Ορθοδοξία, τις συμβουλές της Εκκλησίας. Να μην τα αφήνεις, δηλαδή, να βλέπουν κακές εικόνες στην τηλεόραση. Γιατί τώρα που είναι μικρό το παιδί ό,τι βλέπει τυπώνεται μέσα στην καρδιά του και δεν το ξεχνάει. Αυτό είναι το κακό. Να προσπαθήσετε. Θα έχετε μεγάλο μισθό από τον Κύριο. Θα μπορείτε, όταν μας καλέσει ο Κύριος, όταν φθάσουμε δηλαδή τον Ουράνιο Πατέρα, να πείτε· «Να, Θεέ μου, εγώ και τα παιδιά που μου έδωσες» (βλ. Ησαΐα 8,18). Βλέπεις; Αν θα είναι όμως καλά παιδιά. Αν όμως λες «δε βαριέσαι, τι να πάω στην Εκκλησία, ας λέει ο παπάς»… Αλλά, από μικρό παιδί αν επιμένεις να του μαθαίνεις, έχεις μισθό από τον Κύριο. Βεβαίως είναι δύσκολα. Κάνουν παρέες που δεν είναι σωστές, κατά Θεόν, και ο άνθρωπος χωρίς να το θέλει, γλιστράει. Έ, χρειάζεται υπομονή. Να προσπαθήσουμε, διότι γνωρίζουμε πώς πρέπει να βαδίζουμε. Όταν δε γνωρίζουμε είναι άλλο. Αλλά εμείς οι Ορθόδοξοι γνωρίζουμε και έχουμε όλα τα καλά.
Γέροντα, ποια είναι η γνώμη σας για τη βυζαντινή μουσική στη Θεία Λατρεία;
 Εγώ έμαθα βυζαντινή από έναν πολύ πνευματικό πατέρα, τον πατέρα Ιάκωβο, ενώ εκείνος από τον γνωστό Νεκτάριο Μοναχό το Βλάχο. Η εκκλησιαστική μουσική είναι η μουσική των Αγγέλων. Βλέπετε πολλοί άγιοι δοξάσθηκαν από τον Θεό, αλλά μόνο τους ψάλτες ευλόγησε η Παναγία και τους έδωσε και νόμισμα, όπως φαίνεται στο βίο του οσίου Ιωάννου του Κουκουζέλη και του οσίου Γρηγορίου του Δομεστίκου. Και στον ουρανό ψάλλουν οι Άγγελοι. Η Ορθοδοξία και όλοι οι Χριστιανοί ψάλλουν εις δόξα Θεού. Και τα θέλει ο Κύριος. Διότι η μουσική, βλέπεις, όταν δίνεις σημασία στα λόγια, όταν τα λέει ο ψάλτης έτσι όπως είναι γραμμένα, δεν μπορεί να μην ευχαριστήσει μέσα σου την καρδιά σου και να μην ανυψώσει το μυαλό σου προς το Θεό. Και στη Ρουμανία όταν έφυγα, το 1926, όλα τα Μοναστήρια έψελναν βυζαντινά. Ε, τώρα, όπως ακούμε, άλλαξαν. Χορωδίες πολυφωνικές, τέτοια πράγματα. Αλλά κρατούν ακόμη μερικά Μοναστήρια, κρατούν.
Ο διάβολος ρίχνει μέσα μας χιλιάδες κακές παθήσεις. Όπως σπέρνει ο άνθρωπος σπόρο, έτσι ρίχνει στην καρδιά και το μυαλό μας τις κακίες του. Κι αν εκείνα τα σπόρια του τα δεχόμαστε, τότε φυτρώνουν. Κι αν φυτρώσουν και αρχίσουν να κάνουν ρίζες, αλλοίμονό μας. Δύσκολα κόβονται. Κι αυτό ισχύει για όλες τις παθήσεις.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...