Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Η μοναχική ζωή δείκτης τελειώσεως

Καθηγητής Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Με την εμφάνιση του μοναχισμού παρουσιάστηκε μια ιδιαίτερη μορφή ζωής στην Εκκλησία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκε και νέα ηθική. Η Εκκλησία δεν έχει ιδιαίτερη ηθική για τους κοσμικούς και ιδιαίτερη για τους μοναχούς, ούτε διαφοροποιεί τις δύο αυτές κατηγορίες των πιστών ως προς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο Θεό. Η χριστιανική ζωή είναι κοινή για όλους. Όλοι οι Χριστιανοί έχουν ως κοινό γνώρισμα «το από Χρίστου και είναι και ονομάζεσθαι»(1). Η υπόσταση δηλαδή και το όνομά τους ανάγονται στο Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστιανός είναι γνήσιος και αληθινός, όταν στηρίζει τη ζωή και τη διαγωγή του στο Χριστό. Η προσπάθεια όμως αυτή δυσχεραίνεται μέσα στον κόσμο.

Αυτό που είναι δύσκολο στον κόσμο επιχειρείται με ιδιαίτερη φροντίδα στο μοναχισμό. Ο μοναχός επιδιώκει στην πνευματική του ζωή ότι οφείλει να επιδιώκει και οποιοσδήποτε πιστός να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού. Οι βασικές αρχές του μοναχισμού συμπίπτουν ουσιαστικά με τις βασικές αρχές της ζωής όλων των πιστών. Αυτό γίνεται εμφανέστερο στην ιστορία της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες, όταν δεν είχε ακόμα εμφανισθεί ο μοναχικός θεσμός.

Στην παράδοση της Εκκλησίας είναι προφανής η προτίμηση της παρθενίας ή της αγνότητας απέναντι στο γάμο. Η θέση αυτή δεν στρέφεται βέβαια εναντίον του γάμου, που αναγνωρίζεται ως μέγα μυστήριο(2), αλλά επισημαίνει τις δυσκολίες που συνεπάγεται σε πρακτικό επίπεδο για την πνευματική ζωή. Γι΄ αυτό εξαρχής υπήρχαν πολλοί Χριστιανοί, που απέφευγαν τη σύναψη γάμου. Έτσι ο απολογητής Αθηναγόρας, που έζησε κατά το δεύτερο αιώνα, γράφει: «Εύροις δ΄ αν πολλούς των παρ΄ ημίν άνδρας και γυναίκας καταγηράσκοντας αγάμους ελπίδι του μάλλον συνέσεσθαι τω Θεώ»(3).

Εξάλλου η χριστιανική ζωή συνδέθηκε εξαρχής με την αυταπάρνηση και τη θυσία: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι»(4). Ο Χριστός ζητά από τον άνθρωπο την πλήρη αυτοπροσφορά του: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος»(5).

Τέλος η επίδοση στην έντονη και αδιάλειπτη προσευχή, η υπακοή στους ποιμένες της Εκκλησίας, η αγάπη και η υποταγή στους άλλους, όπως και όλες γενικά οι βασικές αρετές του μοναχισμού, καλλιεργούνταν εξαρχής από τα μέλη της Εκκλησίας.

Βέβαια ο μοναχός και ο έγγαμος ζουν δύο διαφορετικές μορφές ζωής. Αυτό όμως δεν αλλάζει την κοινή ευθύνη τους απέναντι στο Θεό και τις εντολές του. Ο καθένας έχει κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα μέσα στο ενιαίο και αδιαίρετο σώμα της Εκκλησίας του Χριστού(6). Κάθε μορφή ζωής, είτε η έγγαμη είτε η μοναχική, υπόκειται εξίσου στο απόλυτο θέλημα του Θεού. Γι΄ αυτό δεν επιτρέπεται να εκλαμβάνεται οποιαδήποτε μορφή ζωής ως πρόσχημα για παραθεώρηση ή επιλεκτική ανταπόκριση στην κλήση του Χριστού και την τήρηση των εντολών του. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται άσκηση και αγωνιστική διάθεση.

Ιδιαίτερα κατηγορηματικός στο σημείο αυτό είναι ο Ιερός Χρυσόστομος, που λέει: «Απατάς πολύ τον εαυτό σου και σφάλλεις, αν νομίζεις ότι άλλα απαιτούνται από τον κοσμικό και άλλα από το μοναχό· γιατί η διαφορά μεταξύ τους έγκειται στη σύναψη η τη μη σύναψη γάμου, ενώ σε όλα τα άλλα έχουν τις ίδιες ευθύνες Γιατί όλοι πρέπει να ανεβούν στο ίδιο ύψος· και αυτό που ανέτρεψε όλη την οικουμένη είναι το ὀτι νομίζουμε πως μόνο ο μοναχός πρέπει να ζει με ακρίβεια, ενώ οι υπόλοιποι επιτρέπεται να ζουν με ραθυμία»(7). Αναφερόμενος μάλιστα στην τήρηση συγκεκριμένων εντολών του Ευαγγελίου παρατηρεί: Όποιος οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς λόγο, άσχετα αν είναι κοσμικός ή μοναχός, έρχεται με τον ίδιο τρόπο σε αντίθεση προς το Θεό. Και όποιος βλέπει γυναίκα με πονηρή επιθυμία, οποιαδήποτε ιδιότητα και αν έχει, δημιουργεί την ίδια ένοχη. Εδώ μάλιστα σημειώνει ότι ο κοσμικός που πέφτει στο σφάλμα αυτό είναι πιο ασύγγνωστος. Και γενικώτερα, παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, δίνοντας ο Χριστός τις εντολές του δεν διακρίνει κατηγορίες ανθρώπων «ούτε βιωτικού (κοσμικού) ούτε μονάζοντος όνομα τίθησιν, αλλ΄ από της των ανθρώπων διανοίας ούτος εισενήνεκται ο διορισμός»(8).

Οι εντολές του Χριστού απαιτούν απ΄ όλους τους πιστούς ακρίβεια ζωής, την οποία συχνά περιορίζουμε στους μοναχούς. Η απαίτηση κοσμιότητας και σωφροσύνης, η κατάκριση του πλούτου και η σύσταση της ολιγάρκειας(9), η αποφυγή της αργολογίας και η υπόδειξη της ανιδιοτελούς αγάπης δεν απευθύνονται μόνο στους μοναχούς, αλλά σε όλους τους πιστούς.

Τέλος η απόρριψη του κοσμικού φρονήματος δεν αποτελεί καθήκον μόνο των μοναχών, αλλά όλων των Χριστιανών. Οι πιστοί δεν πρέπει να έχουν κοσμικό φρόνημα, αλλά να ζουν ως πάροικοι και παρεπίδημοι, έχοντας το νου τους στο Θεό. Η πατρίδα τους δεν βρίσκεται στη γη, αλλά στην ουράνια βασιλεία· «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν»(10). Η Εκκλησία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κοινωνία εξόδου. Ο κόσμος είναι ο τόπος της πρόσκαιρης διαμονής της. Προορισμός της είναι η βασιλεία του Θεού. Όπως οι Ισραηλίτες που ελευθερώθηκαν από την Αίγυπτο βάδισαν προς την Ιερουσαλήμ με πολλές δυσκολίες και δοκιμασίες, έτσι και οι Χριστιανοί που ελευθερώνονται από τη δουλεία της αμαρτίας βαδίζουν με πολλές δυσκολίες και δοκιμασίες προς την ουράνια βασιλεία. Η έξοδος αυτή από τον κόσμο δεν βιώθηκε πρωτίστως τοπικά αλλά τροπικά. Όπως η αποστροφή από τον Θεό και η στροφή προς τον κόσμο δεν πραγματοποιήθηκε «τόπω» αλλά «τρόπω», γιατί ο Θεός ήταν και παραμένει πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, έτσι και η αποστροφή από τον κόσμο και η επιστροφή προς το Θεό εκλαμβάνονται πρωτίστως τροπικά και όχι τοπικά. Αυτό αποτυπώνεται ιδιαίτερα στη ζωή των Χριστιανών των πρώτων αιώνων. Ευρισκόμενοι μέσα στον κόσμο είχαν σαφή συνείδηση ότι δεν προέρχονται από αυτόν, ούτε ανήκουν σ΄ αυτόν «εν τω κόσμω αλλ΄ ουκ εκ του κόσμου». Και όσοι ακόμα ζούσαν με παρθενία και ακτημοσύνη, πράγματα που αποτέλεσαν αργότερα θεμελιώδεις αρχές της μοναχικής ζωής, δεν μακρύνονταν από την κοινωνία των ανθρώπων ούτε κατέφευγαν στα όρη.

Η τοπική μάκρυνση από τον κόσμο γίνεται για να διευκολύνει την τροπική μάκρυνση. Η πείρα διδάσκει ότι η σωτηρία του ανθρώπου μέσα στον κόσμο είναι δυσκολότερη. Όπως σημειώνει ο Μέγας Βασίλειος, η διαβίωση μεταξύ ανθρώπων που αδιαφορούν για την ακριβή τήρηση των εντολών του Θεού είναι βλαβερή. Η ανταπόκριση στην πρόσκληση του Χριστού, να λάβει ο άνθρωπος το σταυρό του και να τον ακολουθήσει, είναι δυσκολώτερη, αν όχι αδύνατη, μέσα στα πλαίσια της κοσμικής ζωής. Βλέποντας κάποιος το πλήθος των ανομούντων όχι μόνο δεν συνειδητοποιεί τα αμαρτήματά του και δεν μετανοεί, αλλά και φαντάζεται ότι κατόρθωσε κάτι, γιατί συγκρίνει τον εαυτό του με τους χειρότερους. Έπειτα οι θόρυβοι και οι ασχολίες της κοσμικής ζωής αποσπούν τον άνθρωπο από τη μνήμη του Θεού, και όχι μόνο δεν επιτρέπουν να αισθανθεί τη χαρά της κοινωνίας με το Θεό, αλλά και οδηγούν σε καταφρόνηση και λήθη του θείου θελήματος(11).

Αυτά δεν σημαίνουν ότι η φυγή από τον κόσμο εξασφαλίζει τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά ότι είναι θετικός και βοηθητικός παράγοντας. Όταν όμως ο άνθρωπος προσηλώνεται ολοκληρωτικά στο Θεό και το θέλημά του, τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει τη σωτηρία του. Ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει χαρακτηριστικά τα έξης: «Ουδέν κώλυμα γίνεται προς αρετήν τω νήφειν βουλομένω αλλ΄ έξεστι και χλαμύδα και ζώνην περικειμένω και γυναίκα έχοντα και παίδων επιμελούμενον και οικετών φροντίζοντα και αρχήν εγκεχειρισμένον της αρετής πολλήν ποιείσθαι την επιμέλειαν»(12). Και ο όσιος Συμεών ο νέος Θεολόγος παρατηρεί: «Ούτε μέση πόλις εμποδίζει ημάς εις το κατεργάζεσθαι τας έντολάς του Θεού, εάν σπουδαίοι ώμεν και διεγηγερμένοι, ούτε ησυχία ωφελεί ή αναχώρησις κόσμου, εάν ραθυμώμεν και αμελώμεν»(13). Σε άλλη περίπτωση πάλι λέει ότι είναι δυνατό σε όλους, όχι μόνο στους μοναχούς αλλά και στους λαϊκούς, «το αεί και διηνεκώς μετανοείν και κλαίειν και δέεσθαι του Θεού, και δια των τοιούτων πράξεων και τας λοιπάς πάσας αρετάς κτήσασθαι»(14).

Ο χριστιανικός μοναχισμός συνδέθηκε εξαρχής με την ησυχία. Αυτή εκλαμβάνεται πρωτίστως ως εσωτερική κατάσταση. Η εξωτερική ησυχία αναζητείται για την ευκολώτερη και τελειότερη πραγματοποίηση της εσωτερικής. Η ησυχία δεν είναι αδράνεια ή απραξία, αλλά εγρήγορση και ενεργοποίηση στο επίπεδο της πνευματικής ζωής. Είναι έντονη επαγρύπνηση και καθολική προσήλωση στο Θεό. Αποσυρόμενος ο μοναχός σε τόπους εξωτερικής ησυχίας και επισκεπτόμενος εκεί τον εαυτό του, κατορθώνει να τον γνωρίσει καλύτερα, να πολεμήσει ριζικώτερα τα πάθη του και να καθαρίσει πληρέστερα την καρδιά του, για να καταξιωθεί να προσεγγίσει και να δει το Θεό.

Ο πατέρας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά -Κωνσταντίνος- ζούσε ησυχαστική ζωή ως συγκλητικός και μέλος της αυτοκρατορικής αύλης μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Το ουσιώδες γνώρισμα της ζωής αυτής είναι η αποδέσμευση από την εμπαθή προσήλωση στον κόσμο και η πλήρης αναφορά στον Θεό. Γι΄ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι η εν Χριστώ σωτηρία είναι δυνατή σε όλους: «Και ο γεωργός και ο σκυτοτόμος και ο οικοδόμος και ο ράπτης και ο υφαντής, και απλώς πας ο δι΄ οικείων πόνων και της από των χειρών εργασίας ποριζόμενος το ζην, εάν την επιθυμίαν του πλούτου και της δόξης και της τρυφής από της οικείας εκβάλωσι ψυχής, όντως μακάριοι»(15). Με το ίδιο πνεύμα και ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας παρατηρεί ότι δεν είναι ανάγκη να καταφύγει κάποι¬ος στην έρημο, να τραφεί με ασυνήθιστη τροφή, να αλλάξει την περιβολή του, να καταστρέψει την υγεία του ή να επιχειρήσει κάτι άλλο, προκειμένου να μένει αφοσιωμένος στο Θεό(16).

Η μοναχική ζωή με την τοπική μάκρυνση από τον κόσμο και την αναχώρηση στην έρημο άρχισε από τα μέσα περίπου του τρίτου αιώνα. Για τη φυγή των Χριστιανών στην έρημο κατά την περίοδο αυτή συνέβαλαν και οι σκληροί διωγμοί εκ μέρους των Ρωμαίων. Η ανάπτυξη όμως του μοναχισμού, που σημειώνεται από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οφείλεται κυρίως στην άρνηση πολλών πιστών να προσαρμοστούν στην εκκοσμίκευση που άρχισε στους κόλπους της Εκκλησίας, και στην επιθυμία τους να ζήσουν συνεπέστερα τη χριστιανική ζωή. Έτσι εμφανίστηκε ο μοναχισμός ταυτόχρονα σε διάφορες περιοχές της νοτιανατολικής Μεσογείου, στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, το Σινά, τη Συρία, την Κύπρο, για να φθάσει σύντομα στη Μικρά Ασία και τέλος στην Ευρώπη. Κατά τη δεύτερη όμως χιλιετία κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού αναδείχθηκε το Άγιον Όρος.

Η εξέλιξη της πορείας του αγιορείτικου μοναχισμού παρουσιάζεται σε γενικές γραμμές ως επανάληψη της εξελίξεως του ανατολικού μοναχισμού. Σήμερα ο τόπος αυτός με την ερημιτική, την κοινοτική και την κοινοβιακή μοναχική ζωή διατηρεί συνοπτικά όλες τις βασικές μορφές που παρουσίασε ο χριστιανικός μοναχισμός στη μακραίωνη ιστορία του.

Η συνηθέστερη και ασφαλέστερη μορφή μοναχικής ζωής είναι η κοινοβιακή. Αυτήν ακολουθούν τώρα και οι είκοσι ιερές μονές του Αγίου Όρους. Στο κοινόβιο τα πάντα είναι κοινά: η στέγη, η τροφή, η εργασία, η προσευχή, οι κόποι, οι φροντίδες, οι αγώνες, τα κατορθώματα. Αρχηγός και πνευματικός πατέρας των μοναχών του κοινοβίου είναι ο ηγούμενος. Χαρακτηριστική είναι η προτροπή, που σημειώνεται στο Τυπικό του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου προς τον ηγούμενο: «Παραφυλάξεις πάντως το πάντα τα εν τη αδελφότητι κοινά είναι και αμέριστα και μηδέν κατά μέρος του καθ΄ έκαστον εις εξαυθέντησιν μέχρι και ραφίδος σου δε το σώμα και η ψυχή, μη τι γε άλλο, έστωσαν διαμεμερισμένα εν ισότητι αγάπης πάσι τοις πνευματικοίς σου τέκνοις και αδελφοίς και πατράσι». Το κοινόβιο αποτελεί την ιδανική χριστιανική κοινωνία, όπου δεν υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στο δικό μου και το δικό σου, αλλά όλα αποβλέπουν στην καλλιέργεια του κοινού φρονήματος και του αδελφικού πνεύματος. Προέχουσα θέση στο κοινόβιο έχουν η υποταγή κάθε μέλους στον ηγούμενο και την αδελφότητα, η φιλαδελφία, η αλληλεγγύη και η φιλοξενία. Όπως επισημαίνει ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ολόκληρη η κοινωνία των πιστών οφείλει σε τελική ανάλυση να είναι μία Εκκλησία κοινοβιακή(17). Αυτό άλλωστε υπαγορεύει και το κοινοβιακό πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το μοναστικό κοινόβιο αποτελεί τη συνεπέστερη προσπάθεια για την πραγμάτωσή της.

Εξαρτήματα των είκοσι ιερών μονών του Αγίου Όρους είναι τα καθίσματα, τα κελλιά, οι καλύβες, οι σκήτες και τα ησυχαστήρια. Στα εξαρτήματα η μοναχική ζωή έχει περισσότερο ησυχαστικό χαρακτήρα.

Τα καθίσματα συνδέονται άμεσα με τις μονές και χρησιμοποιούνται από μέλη της αδελφότητας για μεγαλύτερη ησυχία. Στα κελλιά και τις καλύβες, που είναι μικρά μοναστικά συγκροτήματα, ζουν ολιγομελείς συνοδείες. Αυτές επιδίδονται στην ησυχαστική ζωή, ασκούν την υπακοή προς το γέρο¬ντά τους και συντηρούνται με γεωργικές εργασίες και εργόχειρα.


Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (+1346)

Μέγας νηπτικός πατήρ και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής στο Άγιον Όρος και τους βαλκανικούς λαούς.Γεννήθηκε στο χωριό Κούκουλο της Σμύρνης το 1280 από θεοσεβείς γονείς. «Τρωθείς θείω έρωτι» αναχωρεί για την Κύπρο και το Σινά, όπου κείρεται μοναχός και λαμβάνει την προσωνυμία του Σιναΐτη. Εκεί οι μοναχοί έμειναν «εκστατικοί εις την άυλον και ασώματον σχεδόν ζωήν οπού επολιτεύετο». Άριστος καλλιγράφος, καλός διακονητής, φιλόπονος μελετητής, «υπερέβαινεν όλους τους εκεί πατέρας εις την πολυμάθειαν» και τη γνώση της Αγίας Γραφής. Αναχωρεί μετά αρκετά έτη στα Ιεροσόλυμα και την Κρήτη. Στη μεγαλόνησο διδάσκεται από τον ενάρετο ασκητή Αρσένιο τα μυστικά της θεωρητικής ζωής.Έρχεται στο Άγιον Όρος και ησυχάζει στη σκήτη του Μαγουλά. Λυπόταν όμως, γιατί όλοι οι εδώ πατέρες «ουδέ ήξευραν τελείως τι θέλει να ειπή νοερά προσευχή ή φυλακή νοός και νήψις». Στους πολλούς και καλούς μαθητές του δίδαξε την εργασία της θεοποιού ευχής. Ο μισόκαλος δαίμονας όμως, μισώντας την αρετή του και την εργασία του, έβαλε ανθρώπους να τον φθονήσουν. Έτσι αναχώρησε σε τόπους ήσυχους, κοντά στη μονή της Σιμωνόπετρας, και «δεν ήθελε ουδέ εις ολίγην ώραν να αποχωρισθή από την θεωρίαν». Επιδρομή Αγαρηνών τον αναγκάζει να εξέλθει του Όρους και να περιπλανηθεί επί πολύ σε διάφορους τόπους. Επιστρέφει στη Μεγίστη Λαύρα και νέες επιδρομές τον οδηγούν στα Παρόρια της Βουλγαρίας, όπου κτίζει μονές και αποκτά πολλούς άξιους μαθητές, που συνεχίζουν το σωτήριο έργο του, στον τόπο αυτό, μετά από πολλές νίκες κατά δαιμόνων, θαυματουργίες υπέρ ασθενών, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.

Ο όσιος Γρηγόριος ήθελε «να σύρη όλους τους χριστιανούς εις την θείαν ανάβασιν με την διδασκαλίαν του, εις τρόπον οπού με το μέσον της πρακτικής αρετής να τους ανεβάση, ωσάν και τον εαυτόν του, εις το ύψος της θεωρίας με την συχνήν δέησιν της νοεράς προσευχής». Στον ίδιο σκοπό επιθυμούσε να συντελέσει και το συγγραφικό του έργο.
Συγγραφέας του μεγάλης αξίας και θαυμασίου βίου του είναι ο επί πολλά έτη αγαπητός μαθητής του Οικουμενικός Πατριάρχης Κάλλιστος ο Α΄. Ο βίος αυτός σύντομα μεταφράσθηκε στη μεσαιωνοβουλγαρική γλώσσα από μαθητή του οσίου Γρηγορίου και γνώρισε μεγάλη διάδοση. Στη σλαβική από τον Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ, στη ρουμανική από τον ιερομόναχο Μελέτιο, στη νεοελληνική από τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στη ρωσική και στη σερβική από τον αρχιμανδρίτη Ιουστίνο Πόποβίτς. Ακολουθία συνέθεσε ο Χ.Μ. Μπούσιας.
 

Ο Γέρων Θεόφιλος, η «αγία ψυχή» (†1870)

 Από το βιβλίο «Αγιορείτες Πατέρες του ΙΘ΄ αιώνος» του Ιερομονάχου Αντωνίου
Ο π. Θεόφιλος, κατά κόσμον Θεοδώρητος, γεννήθηκε το έτος 1777. Ασκούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού, αφιέρωνε όμως πολύ χρόνο στο να εξυπηρετεί τους χριστιανούς, όταν προέκυπταν διαφορές με τους Τούρκους στο δικαστήριο, επειδή γνώριζε τέλεια την τουρκική γλώσσα.
Ο Θεοδώρητος, βλέποντας τη ματαιότητα όλων των επιγείων, ανεχώρησε για το Άγιον Όρος. Εισήλθε στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό) περί το 1800, επί ηγουμενίας Σάββα, όταν εσκόπευαν να αρχίσουν το άνοιγμα των θεμελίων για το κτίσιμο του νέου μοναστηριού στην παραλία.
Από το Ρωσικό ο Θεοδώρητος πήγε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου έζησε έξι χρόνια, ενώ κατά τον καιρό της ελληνικής επαναστάσεως έμενε στην Νέα Σκήτη· εκεί έγινε ρασοφόρος με το όνομα Θεοδόσιος. Το Σχήμα του το έδωσε ο πνευματικός του π. Ιωάσαφ από την Σκήτη της Αγίας Άννης, μετονομάζοντάς τον Θεόφιλο.
Τον τίτλο «αγία ψυχή» του τον έδωσαν όσοι έμεναν στην σκήτη, για την εξαιρετική καλοσύνη και ολοκληρωτική αγάπη του προς πάντας. Κανείς δεν τον αποκαλούσε διαφορετικά, πολλοί μάλιστα ούτε ήξεραν το πραγματικό του όνομα.
 Γνωρίζοντας καλά τα τουρκικά, υπερασπίσθηκε με επιτυχία πολλούς μοναχούς ενώπιον των Τούρκων, ελευθερώνοντας άλλον από τον θάνατο και άλλον από κάποια δυστυχία. Συχνά μάλιστα εκινδύνευσε να συλληφθεί ο ίδιος αντί των αδελφών του, για τους οποίους παρακαλούσε να σωθούν. Βλέποντας την μαρτυρική του διάθεση πολλοί Τούρκοι έλεγαν:
- Γιατί ο μοναχός αυτός υπερασπίζεται τους ενόχους, που αξίζουν την τιμωρία; Και τον προέτρεπαν να απομακρυνθεί από το Άγιον Όρος.
Αλλά ο φιλάδελφος Γέροντας ήταν έτοιμος να προσφέρει και την ζωή του ακόμη για τον πλησίον. Στην Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τους Αγιορείτας και ελευθέρωσε πολλούς από την φυλακή. Επίσης, έσωσε και αρκετά αγόρια από τον τουρκικό εξισλαμισμό, ένα από τα οποία έγινε αργότερα ηγούμενος της Μονής Κουτλουμουσίου.
Από τα μαστιγώματα των Τούρκων είχε μείνει ανάπηρος: το χέρι του ήταν σπασμένο, η σπονδυλική στήλη κυρτωμένη και όλο το σώμα του καταπληγωμένο.
Την εποχή της ελληνικής εξεγέρσεως, από τους ελαχίστους κατοίκους που είχαν μείνει στην σκήτη έλειπαν τα πάντα και ιδιαιτέρως το ψωμί· τροφή τους ήταν τα κάστανα και τα χόρτα. Μια φορά ήλθε κάποιος υπάλληλος του πασά της Θεσσαλονίκης, και η αγία ψυχή του είπε:
- Να ενημερώσεις τον πασά ότι εμείς πεθαίνομε από την πείνα, αλλά και οι στρατιώτες σας δεν έχουν τι να φάνε. Ας στείλει σιτάρι!
Από τότε ο πασάς άρχισε να στέλνει ψωμί!
Όλοι εφοβούντο τους Τούρκους και την αγριότητά τους, αλλά η αγία ψυχή είχε ιδιαίτερο θάρρος και υπερασπιζόταν άφοβα τους πάντας. Πολλές φορές οι Τούρκοι ενήργησαν κατά την επιθυμία του, αλλά μερικές φορές τον ξυλοκόπησαν άγρια. Όταν ο πασάς πληροφορήθηκε ότι στο Άγιον Όρος έμειναν πολλά αγόρια, διέταξε να τα συγκεντρώσουν όλα. Συνέλαβαν τότε περίπου τριακοσίους δοκίμους και λαϊκούς, τους οποίους εξισλάμισαν στην Θεσσαλονίκη. Η αγία ψυχή ήταν εκεί, τους είδε πρίν τελεσθεί ο εξισλαμισμός και είπε στον πασά:
- Γιατί συγκέντρωσες τα αγόρια;
- Ο προφήτης μας Μωάμεθ, απήντησε αυτός, διέταξε αν βρούμε χριστιανό αγόρι, να το πείσουμε με ωραία λόγια να δεχθεί την πίστη μας· και αν το συλλάβουμε, να το εξισλαμίσουμε διά της βίας! Να, πως ο προφήτης μας εμερίμνησε για την εξάπλωση της πίστεώς μας!
- Ο προφήτης σας, σας οδηγεί κατ’ ευθείαν στην κόλαση και εσείς τον υπακούετε! Αντέδρασε ο π. Θεόφιλος.
Ένας Τούρκος θέλησε τότε επί τόπου να τον φονεύσει, αλλά συγκρατήθηκε και είπε:
- Έπρεπε να σε σκοτώσω, αλλά σε λυπόμαστε και σου χαρίζομε την ζωή. Να εγκαταλείψεις όμως το έργο της προστασίας αυτών των νεαρών!
Όταν στην Θεσσαλονίκη φυλάκισαν τους αντιπροσώπους του Αγίου Όρους, μεταξύ αυτών ήσαν και δύο ιερομόναχοι από τη Νέα Σκήτη, ο Ιωάσαφ και ο Γεράσιμος. Η αδελφότητα παρακάλεσε τον π. Θεόφιλο να πάει στην Θεσσαλονίκη και να ικετεύσει για την απελευθέρωσή τους· είχε υποφέρει όμως τόσα δεινά από τους Τούρκους– μια φορά μάλιστα απλώς για να διασκεδάσουν πυροβόλησαν εναντίον του-, ώστε δεν ήθελε να πάει. Γρήγορα συλλογίσθηκε όμως πόσο υποφέρουν οι κρατούμενοι και δεν άντεξε· από συμπόνια ξεκίνησε.
Φθάνοντας, ικέτευσε τον πασά να αφήσει ελεύθερους τους δύο ιερομονάχους. Πήγαν οι Τούρκοι να τους ελευθερώσουν, και την ίδια στιγμή πολλοί άλλοι φυλακισμένοι με δάκρυα παρακαλούσαν να αναλάβει και την δική τους απελευθέρωση. Έπεφταν μπροστά στα πόδια του και, φιλώντας το μέρος όπου στέκονταν, τον αποκαλούσαν «πατέρα» και «ευεργέτη». Η απελπιστική τους θέση και τα πικρά δάκρυα συγκίνησαν βαθειά την αγία ψυχή, ώστε παρ’ όλες τις δυσκολίες ξαναπήγε στον πασά· πάλι ο Κύριος τον βοήθησε και ο πασάς αμέσως άφησε ελεύθερους είκοσι τρείς ανθρώπους.
Κάποτε στο Άγιον Όρος ο Μπιλέ-πασάς ρώτησε ενώπιο άλλων την αγία ψυχή:
- Πώς βλέπετε τον προφήτη μας Μωάμεθ;
- Εμείς δεν έχομε τίποτε μαζί του. Αυτό αφορά εσάς! Είπε εκείνος.
- Και τι πιστεύετε για τον Χριστό;
- Πιστεύομε ότι ακριβώς είναι: ο αληθινός Θεός, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανό και τη γή, τους αγγέλους και τους ανθρώπους, την θάλασσα και όλη την ορατή κτίση.
Σ’ αυτά τα λόγια ο πασάς προσποιήθηκε ότι λιποθύμησε· σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και περίμενε τον βέβαιο θάνατο. Ο εκατόνταρχος της συνοδείας του, που ήταν εκεί έφιππος, έσυρε αμέσως το σπαθί και ήθελε να σφάξει την αγία ψυχή, που στεκόταν φοβισμένη. Εκείνη τη στιγμή όμως ο πασάς άρχισε να ανασηκώνεται. Τον πρόσεξε ο καβαλάρης, πήδησε αμέσως από το άλογό του και τον ρώτησε:
- Τι συνέβη με σένα  και γιατί συμμετέχεις σε τέτοια συζήτηση, αφού δεν αισθάνεσαι καλά;
- Συζήτησα με πολλούς Έλληνες , απήντησε αλλά από κανέναν δεν άκουσα τέτοια λόγια. Αυτός πρέπει να είναι ξεχωριστός άνθρωπος.
Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι με την φυγή των Τούρκων από το Άγιον Όρος όλοι αυτοί, τους οποίους η αγία ψυχή είχε βοηθήσει, θα προσπαθούσαν να του το ανταποδώσουν το συντομότερο· έτσι θα εξασφάλιζε τα πάντα ως το τέλος της ζωής του· όμως δεν έγινε. Όταν λοιπόν τον ρώτησαν γιατί ζει με τέτοια πτωχεία, είπε ότι σχεδόν πουθενά δεν πηγαίνει, επομένως λίγοι τον γνωρίζουν και τον βοηθούν. Επίσης, όσοι απελευθερώθηκαν με την βοήθειά του, όλοι έχουν ήδη πεθάνει.
Ο π. Θεόφιλος είχε καλύβη στη Νέα Σκήτη και ησχολείτο με το εργόχειρο. Αλλά του αφήρεσαν εν τέλει και την καλύβη με τον εξής τρόπο: Όταν η σκήτη  βρισκόταν σε διαμάχη με τα μοναστήρια εξ αιτίας των φόρων, παρακάλεσαν τον πατριάρχη να ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Τότε η αγία ψυχή ήταν πρώτη μεταξύ των γερόντων της Νέας Σκήτης που υπέγραψαν. Το πληροφορήθηκαν αυτό στην Μονή Αγίου Παύλου, πούλησαν την καλύβη του και αυτός έμεινε χωρίς να έχει τίποτε απολύτως. Αλλά στον Γέροντα Μελέτιο του Κελιού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ήλθε φώτισις από τον Κύριο να τον δεχθεί στην κατοικία του και να τον κρατήσει ως Γέροντα του. Η αγία ψυχή ένοιωθε διαρκώς γι’ αυτόν βαθειά ευγνωμοσύνη.
Ο γέρων Θεόφιλος ανεχώρησε για την αιωνιότητα το έτος 1870.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΗΣ ΚΟΛΙΤΣΟΥ, O ΤΥΦΛΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ

15Γέροντα, η καθημερινή ζωή εδώ στο κελλί σας είναι όπως ήταν και παλιά;

Ναί. Εμείς, επειδή κάναμε και λίγα χρόνια στη Σκήτη Μάγκουρα στην πατρίδα μας, γνωρίζαμε το τυπικό. Από τότε δεν αλλάξαμε. Την ημέρα κουραζόμασταν πολύ· δουλεύαμε σαν εργάτες. Αλλά τη νύκτα, λέγαμε· «Στην πατρίδα μας κάναμε τον κανόνα μας και την Ακολουθία. Εδώ στο Περιβόλι της Παναγίας να κοιμόμαστε;». Και παρότι δουλεύαμε κατά τη διάρκεια της ημέρας, σηκωνόμασταν τη νύκτα και κάναμε το καθήκον μας. Κρατούμε, όπως το Μοναστήρι, κι εμείς. Για να γίνεις καλόγερος άλλο δρόμο δεν έχει.

Αυτό είναι το τυπικό. Να κάνεις τον κανόνα σου και την Ακολουθία. Έτσι έχουμε μία ελπίδα ότι θα μας βοηθήσει η θεία Χάρις να κερδίσουμε το σκοπό μας. Ο σκοπός μας δεν ήταν και δεν είναι τίποτε άλλο παρά να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών. Κι όσο αν εμείς είμαστε αδύνατοι, η Παναγία που σκεπάζει όλη την οικουμένη με την αγάπη της θα μας βοηθάει και θα μας επισκέπτεται και ποτέ δεν θα απομακρυνθεί από εμάς. Όταν εμείς είμαστε κοντά στην Παναγία, πώς είναι δυνατόν να μας εγκαταλείψει; Θέλει όμως προσπάθεια και αγώνα.

Και σήμερα πώς είναι η  καθημερινή ζωή στο κελλί;

Τώρα και με τη συνοδεία που μας χάρισε ο Θεός, κρατάμε έτσι όπως από την αρχή, όπως παραλάβαμε από τους Πατέρες μας. 1:30 π.μ. με 2:00 π.μ. τη νύχτα πρέπει να ’χουμε σηκωθεί. Πρώτα στο κελλί κάνουμε τον κανόνα μας. Μετά, στις 3:00 π.μ., έχουμε έναν αδελφό που χτυπάει το σήμαντρο και κατεβαίνουμε στην Εκκλησία. Σάββατο, Κυριακή, εορτές, μας βοήθησε το Μοναστήρι κι έχουμε παπά, έχουμε διάκο, έχουμε κι άλλους πατέρες, πέντε νέοι και τέσσερις γέροι, όλη η συνοδεία. Δόξα τω Θεώ. Καλά, καλά είμαστε.

Είμαστε τυχεροί που οι πατέρες από τη Μονή Βατοπαιδίου μας αγαπάνε πάρα πολύ. Είναι καλοί και σωστοί. Εμείς δεν έχουμε τίποτα. Έχουμε τον Θεό, την Παναγία και το Μοναστήρι. Ό,τι ανάγκη έχουμε, αυτοί είναι οι πνευματικοί μας πατέρες. Και ό,τι έχουμε ανάγκη μας βοηθάνε. Πού να πάμε; Όταν έχουμε μία ανάγκη, πού να τρέξουμε; Στο Μοναστήρι. Πατέρες μας είναι. Και μας βοηθάνε. Να την λέμε την αλήθεια. Ό,τι ανάγκη έχουμε, μας βοηθάνε. Ο Θεός, βέβαια, τα τελευταία χρόνια με δοκιμάζει με τα μάτια μου. Δε βλέπω καθόλου, τυφλώθηκα από το γλαύκωμα. Όσο περνάει ο καιρός γίνομαι και χειρότερα σωματικά. Δόξα τω Θεώ. Δόξα να ’χει ο Κύριος.

Τώρα που είσθε σε τέτοια ηλικία και τυφλός τα βγάζετε πέρα με τα πνευματικά σας καθήκοντα, τον κανόνα σας;

Πολύ καλά, μέχρι σήμερα. Δόξα τω Θεώ.

Γέροντα, κατεβαίνετε στην εκκλησία για τις Ακολουθίες;

Βέβαια. Μέχρι σήμερα δεν έλειπα.Με δυνάμωσε ο Θεός και μέχρι σήμερα δεν έλειπα από την εκκλησία. Δόξα τω Θεώ.

Όλα αυτά τα χρόνια εδώ μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι ζήσατε καλές αλλά και δύσκολες στιγμές. Πνευματικός αγώνας, αλλά και αγώνας για την επιβίωση. Πώς βλέπετε την ζωή σας μέχρι σήμερα;


Πνευματικά περάσαμε καλά, ευχάριστα. Είχαμε παλαιούς Γεροντάδες, πνευματικούς. Και μας συμβούλευαν πάντοτε τον αληθινό δρόμο. Και εμείς, όπως μας έλεγε ο Γέροντας, νομίζαμε ότι ο Κύριος μιλάει με το στόμα του. Υπακούαμε αδιάκριτα και περνάγαμε καλά. Ως προς τα άλλα είχαμε και καλές και κακές στιγμές. Πότε με τους αντάρτες, πότε με τους Γερμανούς· τότε δυστυχούσαμε, δεν είχαμε ψωμί να φάμε. Θυμάμαι, μας έδωσε ένας γέρος δύο λίρες. Κι επειδή δεν είχαμε ψωμί καθόλου, πήγαμε σ’ ένα κελλί Ιβηρίτικο και πήραμε δέκα οκάδες καλαμπόκι με μία λίρα χρυσή. Τόσο δύσκολα ήταν. Έξω πέθανε πολύς κόσμος από πείνα. Έτυχε να περάσω από τη Θεσσαλονίκη επί κατοχής Γερμανών. Και ήταν ένα παιδάκι εκεί που ζητούσε ψωμί. Ο κόσμος έριχνε κοντά του γερμανικά μάρκα, ήθελε να το βοηθήσει. Όμως ψωμί δεν υπήρχε. Μέχρι να το φέρουνε οι βάρκες, πέθανε ο φουκαράς. Πόσο, πόσο λυπήθηκα!  Και πέθανε πολύς κόσμος, όπως λένε. Αλλά στο Άγιον Όρος φύλαξε η Παναγία. Μια φορά χορταράκια, άλλη φορά κάτι άλλο, δεν πέθανε κανένας από πείνα. Αλλά, δύσκολα ήταν, πολύ δύσκολα. Αλλά η Παναγία μας βοήθησε και πάλι μας βοηθάει.

Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια που περάσατε αναπολήσατε σε κάποιες στιγμές την πατρίδα σας;

Βλέπεις, τόσα χρόνια πέρασαν και πολλές φορές τα θυμάμαι· πώς ήρθαμε, πώς κάναμε. Και ευχαριστιόμασταν πάντοτε. Και εκείνες οι ώρες που δυσκολευτήκαμε, που δεν είχαμε, πάλι είμασταν ευχαριστημένοι και δοξάζαμε τον Θεό, καμμιά φορά δεν είπαμε· «άχ, τί κάναμε που φύγαμε από την πατρίδα». Διότι εκείνα τα χρόνια η Ρουμανία ήταν πολύ καλά, πάρα πολύ καλά. Τώρα είναι χειρότερα από κάθε χρόνο. Δεν έχουν ούτε να φάνε, φεύγει ο κόσμος στο εξωτερικό γιατί δεν μπορούν να ζήσουν μέσα στη χώρα. Έ, τί να κάνουμε…

Υπάρχουν πολλοί προσκυνητές που επισκέπτονται το Άγιον Όρος αλλά και εσάς εδώ. Τί νομίζετε ότι τους έλκει στην απομακρυσμένη αυτή Σκήτη; Ποιές οι ανησυχίες τους και τί μηνύματα σας μεταφέρουν από τον κόσμο;

Βλέπεις, επειδή ζούμε στους εσχάτους καιρούς, ο κόσμος ανησυχεί και διψάει, διψάει για την αλήθεια, την αλήθεια του Χριστού. Βλέπει κάποιος ότι η ανθρωπότητα δεν πάει καλά. Η ανθρωπότητα πήρε ένα δρόμο προς τον κατήφορο. Οι κρατούντες τη γή, ενώ θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα κατά Θεόν ζωής, κάνουν παρανομίες στο μεγαλύτερο βαθμό. Και επειδή κάθε ένας που είναι Χριστιανός έχει μέσα του τη θεία Χάρη από το Βάπτισμα, έχει μέσα του Σώμα και Αίμα Χριστού, με το να έχει μεταλάβει ή τώρα ή παλιότερα, δεν τον αφήνει ήσυχο η συνείδησή του όταν βλέπει ότι η ανθρωπότητα πάει αριστερά. Και διψάει. Γι’ αυτό έρχονται στο Άγιον Όρος, για να ακούσουν μια κουβέντα. Τί να κάνουν; Καταλαβαίνουν ότι θα πεθάνουμε και το μέλλον είναι αιώνιο ή θα κολασθούμε ή θα σωθούμε. Και ρωτάνε: «Πώς να σωθούμε μέσα σε αυτήν την κοινωνία που ζούμε;».

Γέροντα, πώς βλέπετε την πορεία και την παρουσία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο με δεδομένο ότι σήμερα βάλλεται ποικιλοτρόπως και πληθαίνουν οι φανεροί και αφανείς εχθροί της. Κατά τη γνώμη σας, πώς πρέπει να ζούν οι Ορθόδοξοι χριστιανοί στην τρίτη χιλιετία και με ποιά πνευματικά όπλα και εφόδια;

Όπως αναφέρει και η Αγία Γραφή, οι εχθροί της Ορθοδοξίας πλήθυναν· ζούμε στους εσχάτους καιρούς. Οι «απόστολοι» του Αντιχρίστου θέλουν να κάνουν το δρόμο του «καθαρό», όπως θέλουν αυτοί. Αλλά, όπως μας έχουν πεί οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όσο καιρό η Ορθοδοξία θα είναι ψηλά, δε θα μπορέσουν να μας νικήσουν. Αυτοί θέλουν να γονατίσει η Ορθοδοξία, ώστε να προετοιμάσουν τη βασιλεία του «βδελύγματος της ερημώσεως» (Ματθ. 24,15). Όσο καιρό η Ορθοδοξία θα δίνει τη μαρτυρία της, με κανένα τρόπο δε θα μπορέσουν να υπερισχύσουν οι ενάντιες δυνάμεις, οι εχθροί του Χριστού.

Γι’ αυτό οι εχθροί της Ορθοδοξίας κάνουν διάφορα πράγματα για να μας διασπάσουν, να μας διαλύσουν. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι, αφού μας αξίωσε ο Θεός και γνωρίζουμε τον αληθινό δρόμο για τη σωτηρία μας, για την απόκτηση της βασιλείας του Θεού, να μή δεχθούμε τις εντολές τους, γνωρίζοντας καλά ότι δεν είναι για την ωφέλειά μας, αλλά είναι για την καταστροφή. Μας χρειάζεται, όμως, υπομονή και σύνεση. Να μή λέμε· δε βαριέσαι το ένα, δε βαριέσαι το άλλο. Τότε δεν είμαστε Χριστιανοί, αλλά κάλπικοι Χριστιανοί. Να παρακαλούμε τον Κύριο να μας φωτίζει και να δείχνουμε σε όλο τον κόσμο ότι είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αυτήν την πορεία που ευλόγησαν οι άγιοι Απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες, ελπίζουμε να ακολουθήσουμε και εμείς και να φθάσομε στο τέλος. Όμως θέλει υπομονή.

Εφόσον χιλιάδες ήρωες της πίστεως μαρτύρησαν τον αληθινό δρόμο του Θεού παραδειγματιζόμαστε κι εμείς ώστε να κάνουμε υπομονή. Όταν γονατίζουμε και κάνουμε μετάνοιες και δε σταματούμε τις προσευχές μας προς τον Θεό, δεν είναι δυνατόν να μή μας βοηθήσει. Ο Κύριος έχει φροντίδα για κάθε έναν από εμάς. Περισσότερο φροντίζει Εκείνος για τη σωτηρία μας παρά εμείς οι ίδιοι. Εμείς είμαστε κατά το πλείστον σκοτισμένοι. Μας πλάνεσε το ακάθαρτο πνεύμα κι έχουμε κακές παθήσεις μέσα μας. Έτσι πολλές φορές ξεχνάμε να βαδίζουμε προς τον Κύριο ο οποίος κάθε ώρα και στιγμή μας καλεί. Και μας λέει·

«Ελάτε, ελάτε προς εμέ· όσο κουρασμένοι και αν είσθε, όσο και αν απομακρύνεσθε από εμένα, πάλι εδώ θα βρείτε τη σωτηρία και την ανάπαυση». Να προσπαθήσουμε για τη σωτηρία μας και ο Θεός να είναι βοηθός μας.

Μπορείτε να μας πείτε κάποιες εμπειρίες που ζήσατε εδώ στο Άγιον Όρος που να δείχνουν την ιδιαίτερη προστασία της Παναγίας και τη θεία βοήθεια;

Εδώ στο περιβόλι της Παναγίας πάντοτε έχουμε τη βοήθειά της κάθε στιγμή της ζωής μας. Εγώ έχω πέσει τέσσερις φορές. Μια φορά ο γιατρός όταν ήρθε είπε: «Ζεί ακόμα; πώς είναι δυνατόν;».Μια άλλη φορά μεταφέραμε πράγματα με πέντε γαιδουράκια από την Καψάλα σε μια μεγάλη ανηφόρα. Κάποια στιγμή έπεσα σε μια παγίδα. Δεν ήξερα τί ήταν. Ευτυχώς που φόραγα παπούτσια. Αλλά ο Θεός ευλόγησε και η παγίδα δεν άνοιξε, δε λειτούργησε. Εάν άνοιγε θα μου έκοβε το πόδι. Αυτό δεν ήταν βοήθεια του Θεού; Ήταν θαύμα της Παναγίας και του αγίου Γεωργίου. Κι άλλα πολλά θαύματα είδα, που μόνο η Παναγία μπορεί να τα ενεργήσει.

ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΣΑΙ ΚΑΙ ΟΛΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ΄ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών.
Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα οταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός εκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του ξέσπασε σε δάκρυα.

“Γιατί Θεέ μου”, άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του ακουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου.

Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία.

“Πως με βρήκατε σε τούτη την ερημιά”; τους ρώτησε.
“Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες”!

Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι.
Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού.

Γιατί στ΄ αλήθεια:
“Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν” (Ρωμ. 8, 28).

Ο μέγας Βιτάλιος ... και οι πόρνες!!!


Ο μέγας Βιτάλιος αρχικά ησύχαζε στη μονή του μονάχου Σερίδωνος. Εκείνο τον καιρό (της πατριαρχίας του αγίου Ιωάννου) ήρθε στην Αλεξάνδρεια. Τη ζωή του εδώ, στην Αλεξάνδρεια, πολύ εύκολα θα μπορούσαν να την κατηγορήσουν οι άνθρωποι, στο Θεό όμως ήταν εξαιρετικά ευάρεστη, όπως τελικά αποδείχθηκε.Όταν ήρθε δηλαδή στην πόλη ο γέροντας – ήταν ήδη πάνω από εξήντα χρόνων – βάλθηκε να καταγράφει με επιμέλεια όλες τις πόρνες των διαφθορείων!

Συνάμα έπιασε δουλειά (κάπου), και συμφώνησε να παίρνει μεροκάματο δώδεκα οβολούς. Με τον έναν άπ’ αυτούς αγόραζε λούπινα και τα έτρωγε μετά τη δύση του ήλιου. Τους υπόλοιπους πήγαινε κάθε νύχτα και τους έδινε σε κάποια πόρνη, λέγοντας της:Πάρε τούτα (τα χρήματα), και φυλάξου αυτή τη νύχτα αμόλυντη για χάρη μου.Και μετά άπ’ αυτό, έμενε όρθιος ολόκληρη τη νύχτα σε μια γωνιά του πορνείου της γυναίκας εκείνης, κάνοντας μετάνοιες, ψελλίζοντας ακατάπαυστα ψαλμούς Και υψώνοντας ικετευτικά τα χέρια στο Θεό γι’ αυτήν. Έφευγε με την αυγή, αφού πρώτα την έβαζε να δεσμευθεί ότι δεν θα φανέρωνε σε κανέναν αυτό (πού είχε γίνει).Κάποιαν πάντως, πού τόλμησε να καταφρονήσει την υπόσχεση της Και ν’ αποκαλύψει το μυστικό, την έκανε ο γέροντας με την προσευχή του να δαιμονιστεί, ώστε να μην τολμήσει πια καμιά από τις άλλες να κάνει γνωστά όσα αφορούσαν τη ζωή του. Γιατί αυτός σ’ ένα μόνο αποσκοπούσε, στη σωτηρία ψυχών, Και προσευχόταν να συγχωρηθεί ή αμαρτία εκείνων πού μιλούσαν εναντίον του (συκοφαντικά)


.Το έργο τούτο του γέροντα έγινε αιτία να σωθούν πολλές. Γιατί βλέποντας οι γυναίκες την ολονύκτια ορθοστασία του Και τη γλώσσα του να υμνολογεί ακατάπαυστα το Θεό Και τη συνεχή προσευχή του για τη μεταστροφή Και τη σωτηρία τους, ξέκοβαν από τις αισχρές τους πράξεις, φρόντιζαν με επιμέλεια για τη σωφροσύνη, Και άλλες παντρεύονταν με νόμιμο σύζυγο, άλλες έμεναν έτσι, μακριά πια από τις αμαρτίες, ενώ άλλες εγκατέλειπαν εντελώς τον κόσμο, προτιμώντας τον μοναχικό βίο. Κανείς πάντως, όσο ζούσε (ο όσιος Βιτάλιος), δεν υποπτεύθηκε τη θεάρεστη κρυφή ζωή του. Γι’ αυτό ακριβώς, όταν κάποτε έβγαινε από το καταγώγιο της πιο διαβόητης πόρνης, τον συναντάει κάποιος ακόλαστος – μπαίνοντας εκείνος για ν’ αγοράσει τη βδελυρότητα -, Και τον χτυπάει μ’ όλη του τη δύναμη στο σαγόνι, λέγοντας:“Ως πότε, θεομπαίχτη, θα συνεχίζεις τις αισχρότητες σου;Σ’ αυτά ο γέροντας απάντησε: Φτωχέ μου, έχεις να δεχθείς τέτοιο χαστούκι, πού όλη σχεδόν ή Αλεξάνδρεια θα μαζευτεί άπ’ τις φωνές σου.

Πέρασε αρκετός καιρός, και ο άγιος εκείνος άνθρωπος αναχώρησε για τον Κύριο. Έμενε τότε σ’ ένα στενόχωρο κελλάκι, πού είχε χτίσει κάπου στη λεγόμενη Ηλιούπολη πόλη της Κάτω Αιγύπτου. Εκεί κάποιοι γείτονες του είχαν παραχωρήσει ένα μικρό παρεκκλήσι, οπού έκανε πολλές λατρευτικές συνάξεις. Όταν λοιπόν κοιμήθηκε, κανείς δεν το πήρε είδηση. Παρευθύς όμως εμφανίζεται ένας απαίσιος Αιθίοπας στον ακόλαστο εκείνο, πού τον είχε ραπίσει, και του καταφέρνει στο πρόσωπο ένα χτύπημα δυνατό και βροντερό – τόσο πολύ, πού ο κρότος ακούστηκε σε πολύ μεγάλη απόσταση – λέγοντας του συνάμα:Άρπαξε τούτο ‘δώ το χαστούκι, πού σου το στέλνει ο μοναχός Βιτάλιος, όπως σου το είχε πει.Αμέσως τότε ο ταλαίπωρος δαιμονίστηκε και άρχισε να κυλιέται (στη γη). Σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου, σχεδόν όλη ή Αλεξάνδρεια μαζεύτηκε γύρω του.Μόλις λοιπόν, μετά από πολλή ώρα, σηκώθηκε, άρχισε να ξεσκίζει τα ρούχα του. Σε μια στιγμή πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε προς το σπιτάκι του αγίου, φωνάζοντας:Ελέησε με, δούλε του Θεού Βιτάλιε, γιατί πολύ αμάρτησα απέναντι στο Θεό και σε σένα!Όπως είδαν όλοι όσοι έτυχε να βρίσκονται εκεί, μόλις έφτασε στο σπιτάκι του γέροντα, το δαιμόνιο τον έριξε χάμω, τον έκανε να σπαράξει και μετά τον άφησε.

Όταν λοιπόν τα είδαν αυτά (οι παρόντες), μπήκαν μέσα και βρήκαν τον όσιο γονατιστό, να έχει παραδώσει στο Θεό την ψυχή του καθώς προσευχόταν. Ύστερα, σκύβοντας στο έδαφος, είδαν κάτι γραμμένο. Να τι έγραφε: Άνθρωποι της Αλεξάνδρειας, μην κρίνετε τίποτα πρόωρα, ώσπου να έρθει ο Κύριος”.Τότε ο δαιμονισμένος άρχισε να εξομολογείται μπροστά σε όλους ότι είχε κάνει εναντίον του δικαίου και ότι προφητικά του είχε πει εκείνος – αυτό πού είχε πάθει τώρα.Αμέσως ενημερώθηκε για όλα ο πατριάρχης, (ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων). Και μόλις ήρθε, μαζί με όλους τους κληρικούς του, Και διάβασε αυτό πού ήταν γραμμένο στο έδαφος, είπε:Παρά λίγο, αν παρασυρόμουν από τα λόγια των συκοφαντών, να έτρωγα εγώ εκείνο το ράπισμα!Τότε συγκεντρώθηκαν Και οι (πρώην) πόρνες, πλήθος, για την κηδεία του τίμιου σώματος, φέρνοντας αρώματα Και λαμπάδες Και θρηνολογώντας άπ’ τα βάθη της καρδιάς τους για τη στέρηση της διδαχής του, από την οποία πήγαζε τόση ωφέλεια. Τότε φανέρωσαν Και τη ζωή του, ότι δηλαδή δεν πήγαινε κοντά τους με πονηρό σκοπό, (αφού) ούτε τα μάτια του σήκωσε ποτέ σε καμιά τους ούτε τα χέρια τους άγγιξε με το χέρι του ούτε, πολύ περισσότερο, ξάπλωσε σε κάποιας το πλευρό

.Μερικοί όμως άρχισαν να τις κατηγορούν για τη σιωπή τους, λέγοντας ότι έτσι είχαν το κρίμα για το σκανδαλισμό πολλών. Εκείνες τότε πρόβαλλαν σαν απολογία την εντολή του αγίου καθώς Και την παιδαγωγική μάστιγα, με την οποία ο δαίμονας χτύπησε την ανυπάκουη.Αυτός πάλι πού είχε δώσει (στον άγιο) το ράπισμα Και το είχε πάρει πίσω, από τότε δεν παρέλειψε ποτέ να πηγαίνει στον τάφο του μακαρίου, πού αναδείχθηκε σε θησαυρό πολλών θαυμάτων, Και να τιμά (κάθε χρόνο) τη μνήμη του με την καθιερωμένη ψαλμωδία.Ύστερα από λίγα χρόνια έγινε Και μοναχός στη μονή του άββά Σερίδωνος. Μάλιστα, για την πολλή του ευλάβεια στον ιερό Βιτάλιο, του έδωσαν το κελί εκείνου. Έτσι έμεινε εκεί ως το θάνατο του, αφοσιωμένος στη ζωή της ησυχίας.Ό πατριάρχης πάλι ευγνωμονούσε ολόψυχα το Θεό, πού τον φύλαξε για να μην πει ή να σκεφτεί κάτι κακό για τη μακάρια Και άοίδιμη εκείνη ψυχή. Άλλα Και πολλοί από τους Αλεξανδρινούς, πού εύκολα κατέκριναν, διορθώθηκαν Και έκοψαν την κακή αυτή συνήθεια. Σε μερικούς μάλιστα ο πατριάρχης έλεγε:Πρέπει να προσέχουμε, αδελφοί,

Και να μην είμαστε εύκολοι στην κατάκριση.

Μάθετε στα παιδιά σας να προσεύχονται και μετά να ομιλούν ξένες γλώσσες και να παίζουν πιάνο! (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Απάντηση σε κάποια θλιμμένη μητέρα, για τα “κακά” παιδιά.

Παραπονείστε, αλίμονο, για τα ίδια σας τα παιδιά! Εκτός από το σχολείο τους, πληρώνατε ιδιαίτερους δασκάλους για να τα διδάξουν να παίζουν πιάνο και να μιλούν γαλλικά. Και τώρα σας έχουν πάρει το κεφάλι με το πιάνο. Και όταν μεταξύ τους μιλάν τα γαλλικά, κοροϊδεύουν.
Νοιώθετε ότι συζητούν άσχημα για το πρόσωπό σας. Κάποιο Σάββατο θελήσατε να πάτε στο κοιμητήριο για να κάνετε τρισάγιο στο μεγαλύτερο γιό σας που σκοτώθηκε στον πόλεμο. Το ανακοινώσατε στα παιδιά σας μα εκείνα δεν ακολούθησαν στο τρισάγιό σας αλλά από το κρεββάτι κάθισαν στο πιάνο και άρχισαν να παίζουν.
-Παιδιά, τους είπατε, σήμερα δεν τραγουδάμε, σήμερα έχουμε το μνημόσυνο του μακαρίτη του Μίρκο.
-Μα να, εμείς του παίζουμε το πένθιμο εμβατήριο! Απάντησαν και γέλασαν δυνατά.
Και εσείς πήγατε μόνη, όπως γράφετε από το ένα νεκροταφείο στο άλλο νεκροταφείο, κλαίοντας και θρηνώντας σε όλο το δρόμο.
Ας είχατε φροντίσει στον καιρό τους, να πάρετε για τα παιδιά σας, ιδιαίτερο παιδαγωγό που θα τα δίδασκε να συμπεριφέρονται κατά το νόμο του Θεού!
Θα είχατε τώρα παιδιά και όχι μαϊμούδες και παπαγάλους. Γιατί και οι μαϊμούδες μαθαίνουν να παίζουν πιάνο και οι παπαγάλοι να μιλούν, αλλά αγωγή κατά το νόμο του Θεού μπορούν να μάθουν μόνο οι υιοί και οι θυγατέρες των ανθρώπων.

Λέγεται ότι κάποτε μια μητέρα, σύζυγος βογιάρου, ήρθε στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και του παραπονέθηκε ότι οι δάσκαλοι δεν μαθαίνουν καλά στα παιδιά της τη γαλλική γλώσσα, ρωτώντας τον τι να κάνει. Τότε ο άγιος εκείνος άνθρωπος της είπε: «εσύ μανούλα μου, μάθε καλλίτερα τα παιδιά σου πώς να προσεύχονται στο Θεό και εκείνα θα μάθουν αργότερα πιο εύκολα τα γαλλικά».
Στα παιδιά λοιπόν, πρέπει να διδάσκουμε πρώτα εκείνο που είναι το πιο σπουδαίο επειδή, ότι μαθαίνουμε στα νιάτα μας, δύσκολα το ξεχνάμε. Δευτερεύοντα πράγματα μπορούμε να μάθουμε και ύστερα, μα και αν ακόμα ξεχαστούν, δεν είναι μεγάλη η ζημία. Αν όμως δεν διδαχτούμε τα σημαντικότερα πράγματα, ή τα διδαχτούμε ελλιπώς, ή τα μάθουμε και ύστερα τα ξεχάσουμε, τότε, οι ήχοι του πιάνου πνίγουν την προσευχή και η γαλλική προφορά χρησιμοποιείται για να κοροϊδέψουμε τους γονείς!

Ο αγαθός Θεός ας είναι βοηθός σας. Τώρα είναι δύσκολο να σας δώσω συμβουλή. Όταν η καρδιά θολώσει, είναι δυσκολότερο να την καθαρίσεις ακόμη και από το πιο θολωμένο χείμαρρο. Υπομείνετε και προσεύχεσθε στον Θεό για τα παιδιά σας. Με την υπομονή, λίγο-λίγο ίσως καταφέρετε να τα φέρετε σε ντροπή και με την προσευχή θα ζητήσετε τη βοήθεια του Παντοδυνάμου να καθαριστεί η καρδιά των παιδιών σας. Μα πριν απ’ όλα, να μετανοήσετε ενώπιόν Του, επειδή πρωτίστως στα παιδιά σας δεν μάθατε το νόμο Του.
Άκουε ουρανέ και ενωτίζου γη, ότι Κύριος ελάλησεν, υιούς εγέννησα και ύψωσα, αυτοί δε με ηθέτησαν (Ησ. 1, 2).
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επισκόπου Αχρίδος 1956, “ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΡΘΟΔΞΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”

Ο άγιος Νεομάρτυς και Ιερομάρτυς Νικήτας (+1808)

Μαρτύρησε στις Σέρρες στις 4 Απριλίου 1808. Κυριακή του Πάσχα.
 Ο Άγιος καταγόταν από την Τραπεζούντα του Πόντου και από γονείς κρυπτοχριστιανούς. Σε ώριμη ηλικία πήγε στο Άγιο Όρος, στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου έγινε μοναχός και προόδευσε πνευματικά.
Συνέπεσε τότε να μετατραπεί η Μονή Αγίου Παντελεήμονος, το Ρωσικό, σε κοινόβιο και παρεκάλεσαν οι πατέρες να πάνε κι άλλοι μοναχοί, για μα επανδρωθεί η Μονή. Μεταξύ των Πατέρων που εστάλησαν από την Σκήτη της Αγίας Άννης, ήταν και ο Άγιος. Εκεί συνέχισε τον πνευματικό του αγώνα, οι δε πατέρες της μονής, εκτιμώντας την καθαρότητα και την πνευματικότητά του, τον έκριναν άξιο και για την ιεροσύνη και χειροτονήθηκε ιερέας.
Επειδή ο άγιος προερχόταν από προγόνους και γονείς κρυπτοχριστιανούς βασανιζόταν από τον λογισμό μήπως είχε ευθύνη για τους γονείς του και τους συγγενείς του. Μήπως έπρεπε να πάει να τους μιλήσει, να θερμάνει την πίστη τους, ώστε να ζήσουν φανερά ως Χριστιανοί, έστω κι αν αυτό θα είχε συνέπειες για τον ίδιο.
Σιγά σιγά του γεννήθηκε ο πόθος για ομολογία και μαρτύριο. Αποκάλυψε τους λογισμούς του στον ηγούμενο και τους άλλους πατέρες αλλά δεν συμφώνησαν μήπως και δειλιάσει μπροστά στα βασανιστήρια και αντί ομολογητής και μάρτυρας γίνει αρνητής.
Επειδή με το πέρασμα του χρόνου ο πόθος του αυτός γινόταν ασίγαστος, απευθύνθηκε στους πατέρες της Σκήτης της Αγίας Άννης, οι οποίοι συμφώνησαν και ύστερα από προετοιμασία έφυγε με τη συνοδία κάποιου αδελφού.
Δεν πρόλαβε, εξαιτίας της σφοδρής επιθυμίας του, να φθάσει στην πατρίδα του αλλά εξεπλήρωσε τον πόθο του στην πόλη των Σερρών. Φιλοξενήθηκε και προετοιμάστηκε στο Μετόχι της Ι. Μ. Εικοσιφοινίσσης .
Μεγάλη Τρίτη πρωί, μετέλαβε, παρακάλεσε τους Πατέρες να κάνουν Παράκληση γι' αυτόν και, ζητώντας συγχώρεση από όλους, βγήκε από το Μετόχι. Κατευθύνθηκε προς το τζαμί της Αγίας Σοφίας. Εκεί συνάντησε ένα μουσουλμάνο μαθητή κάποιου σπουδαίου διδασκάλου του Ισλάμ, ανάπηρο στα πόδια. Ο άγιος από αυτό πήρε αφορμή για την ομολογία και το μαρτύριο. Ρώτησε τον ανάπηρο Τούρκο γιατί δεν φροντίζει για τη θεραπεία του κι εκείνος του απάντησε πως δεν υπάρχει θεραπεία, διότι είναι έτσι εκ γενετής. Ο άγιος του υποσχέθηκε πως, αν πιστέψει στον Χριστό και βαπτισθεί, θα γίνει τελείως καλά. Ο μαθητής φώναξε αμέσως τον δάσκαλό του, στον οποίο ο άγιος ομολόγησε ότι είχε έρθει να κηρύξει την πίστη στον Χριστό, τον αληθινό Θεό. Ο μουσουλμάνος δάσκαλος τον εξέτασε και κάλεσε και άλλους τούρκους αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να αντικρούσει τον άγιο . Τον έφεραν στο δικαστήριο. Αφού ομολόγησε και εκεί με παρρησία και σοφία τον Χριστό, ο δικαστής διέταξε να τον κλείσουν στη φυλακή και να φωνάξουν τον ανώτατο δάσκαλο των μουσουλμάνων. Όταν ήρθε ο πρώτος δάσκαλος μαζί με άλλους μορφωμένους Τούρκους έφεραν μπροστά τους τον άγιο και τον ρώτησαν :
Γιατί, καλόγερε, διδάσκεις τους μουσουλμάνους να αφήσουν την πίστη τους και να πιστέψουν στον Χριστό; Μήπως τρελλάθηκες ;
Ο άγιος τους απάντησε:
Με τη χάρη του Θεού δεν έχασα τα λογικά μου. Μόνο ο ζήλος της αληθινής πίστης με παρακίνησε να κηρύξω και σε σας ν' αφήσετε την πλάνη σας και να πιστέψετε στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Θεό.
Κατόπιν ο άγιος, φωτισμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ανέπτυξε όλο το μυστήριο της θείας Οικονομίας. Ο πρώτος δάσκαλος του έκανε κι άλλες ερωτήσεις στις οποίες ο άγιος απάντησε χωρίς δισταγμό. Τέλος τον ρώτησε ποια γνώμη έχει για τον Μωάμεθ και ο άγιος του απάντησε, εμείς δεν τον έχουμε καθόλου για προφήτη. Μάλιστα ειλικρινά σας λέω, εγώ τον θεωρώ απατεώνα και πραγματικό διάβολο.
Ο δάσκαλος τότε αντέδρασε λέγοντάς του:
Καλόγερε, είσαι απολίτιστος. Εγώ κάνω το παν για να σε ελευθερώσω κι εσύ με τα σκληρά σου λόγια επιδιώκεις τον θάνατο.
Κι εγώ αυτό επιθυμώ, του απάντησε ο άγιος και γι αυτό ήρθα με τη θέλησή μου να θυσιαστώ για την αγάπη του Χριστού. Μόνο που εσάς λυπάμαι και ιδιαίτερα εσένα. Παρόλο που είσαι προκομμένος και ηλικιωμένος δεν γνώρισες την αλήθεια αλλά βρίσκεσαι στο σκοτάδι της πλάνης και διδάσκεις και τους άλλους τα πλανεμένα δόγματα της θρησκείας σας.
Μετά από αυτά όλοι τους έφυγαν ντροπιασμένοι και βράζοντας για εκδίκηση.
Ενημερώθηκε ο πασάς για τη συνάντηση και τη συνομιλία και διέταξε να τον κλείσουν πάλι στη φυλακή. Όσο ήταν στη φυλακή μαθεύτηκε ότι τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Του έκαιγαν με λαμπάδες τα ρουθούνια, του έσφιγγαν το κεφάλι με πυρακτωμένο σιδερένιο στεφάνι, τόσο που πετάχτηκαν έξω οι βολβοί των ματιών του, έμπηγαν ακίδες στα νύχια του, τον κρέμασαν ανάποδα, του έσπρωχναν μεταλλικό σύρμα στα κρύφια μέλη του και το τραβούσαν έξω απότομα, προκαλώντας του αφόρητο πόνο. Ο άγιος τα υπέφερε όλα αμίλητος, με αδαμάντινη υπομονή, παραδομένος στην προσευχή, προσηλωμένος στον Χριστό. Προς το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου ζήτησε να παρουσιαστεί στον Γιουσούφ Μπέη και του ζήτησε ή να τον θανατώσει ή να τον ελευθερώσει να κάνει Ανάσταση με τους αδελφούς του. Τον έριξαν βάναυσα πίσω στη φυλακή.
Τελικά τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου τον οδήγησαν, χτυπώντας τον, να τον απαγχονίσουν στο Τζεριάχ Παζάρ, κοντά στην εκκλησία του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ. Έδεσαν το σκοινί σ' ένα μεγάλο πλάτανο και διέταξαν ένα γύφτο να σκύψει να πατήσει στις πλάτες του ο άγιος και να του περάσουν το σκοινί στο λαιμό. Όμως ο άγιος είπε με πολλή ταπείνωση:
Δεν είμαι άξιος να πατήσω πάνω σε άνθρωπο.
Τότε ανεβάζοντάς τον σε ένα σκαμνί του φόρεσαν τη θηλειά. Έτσι ξημερώνοντας η Κυριακή του Πάσχα τελείωσε τον σκληρό αγώνα του μαρτυρίου του ο γενναίος Νικήτας, κοινωνός των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου.
Μετά τον θάνατό του οι δήμιοι του έβγαλαν όλα τα ρούχα και τον άφησαν γυμνό. Αλλά κάποιοι ευλαβείς Χριστιανοί παρακάλεσαν και τον σκέπασαν με μία ψάθα.
Ουράνιο φως κάλυψε το λείψανο του αγίου ιερομάρτυρος και το είδαν και το βεβαίωναν πολλοί. Το τίμιο λείψανο έμεινε κρεμασμένο ως την Τρίτη της Διακαινησίμου, χωρίς να πάθει καμία αλλοίωση, με το πρόσωπο στραμμένο κατά την ανατολή. Το βράδυ ο πασάς έδωσε άδεια για ταφή. Το ενταφίασαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
Τα θαύματα που σημειώθηκαν από την πρώτη ώρα επιβεβαίωσαν την αγιότητα του μάρτυρος και την παρρησία που είχε μπροστά στον Θεό.

Άγιος Θεωνάς, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (+1541)

Γεννήθηκε μετά τα μέσα του 15ου αιώνα. Η πατρίδα του είναι άγνωστη. Άλλοι αναφέρουν ως τόπο γεννήσεώς του τη Λέσβο και άλλοι τη Βέροια, στην πρώτη μάλιστα και δείχνεται η οικία του.Τους πρώτους ασκητικούς του αγώνες τέλεσε στην αγιορείτικη μονή του Παντοκράτορος, όπου ήταν και εφημέριος. Έζησε και στο Κάθισμα του Οσίου Ονουφρίου. Κατόπιν άφησε τη μονή και έγινε μαθητής του οσίου Ιακώβου, που ασκούνταν τον καιρό εκείνο στην Ιβηριτική Σκήτη, «και έχαιρε, και εσκίρτα, πώς ηξιώθη, να ακούη εκείνας τας θείας οπτασίας, όπου έβλεπε νοερώς, και να έχη διδάσκαλον και γέροντα τοιούτον ουράνιον άνθρωπον». Όταν ο θείος Ιάκωβος βγήκε στον κόσμο να κηρύξει τον λόγο του Θεού, τον ακολούθησε και ο πιστός Θεωνάς. Μετά το μαρτυρικό τέλος του διδασκάλου του γίνεται διάδοχος και προεστώς στους άλλους μαθητές και για λίγο ηγούμενος της μονής του Τιμίου Προδόμου στη Δερβέκιστα Αιτωλίας, το 1520. Ο άγιος Θεωνάς με τους μαθητές του Αγίου Ιακώβου επιστρέφουν στο Άγιον Όρος, αυτή τη φορά στη μονή της Σιμωνόπετρας, και μετά μία τριετία περίπου εξέρχονται του Όρους και μεταβαίνουν στη μονή της Αγίας Αναστασίας, πλησίον της Θεσσαλονίκης, την οποία ο άγιος ανακαινίζει το 1522 και γίνεται ηγούμενός της. Έκτισε σχολείο, νοσοκομείο και ναούς. Τα γύρω από τη μονή παρεκκλήσια της Αγίας Τριάδος, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Τιμίου Προδρόμου, των Αγίων Αποστόλων, Κηρύκου και Ιουλίτης, Αντωνίου, Γεωργίου, Δημητρίου και Προφήτου Ηλιού, κτίσθηκαν επί ηγουμενείας του Αγίου Θεωνά. Στο ασκητήριό του «ησύχασεν εκεί μόνος, μόνω Θεώ προσευχόμενος· και πάλιν συνήρχετο με τους μαθητάς του, παρηγορών αυτούς πολλάκις με την θείαν διδασκαλίαν του». Απέκτησε περί τους 150 μαθητές.

Για τη γνωστή σε όλους αγία του ζωή τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης περί το 1539. Με θεϊκή σοφία ποίμανε τη λογική ποίμνη του Χριστού που του δόθηκε και πολλούς οδήγησε στη σωτηρία.
Το τίμιο λείψανό του βρίσκεται «σώον και ολόκληρον, εν τη ιερά μονή της Αγίας Αναστασίας, ευωδίαν αποπνέον άρρητον, θαύματα προχέον και ιάματα παρέχον τοις μετά πίστεως τη σορώ αυτού προσερχομένοις». Πρώτος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης έγραψε τον βίο του, που περιέχεται στο Νέον Εκλόγιον και συνέθεσε την ακολουθία του. Νεώτερη ακολουθία εποίησε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί ασχολήθηκαν με τον βίο του.
Η μνήμη του τιμάται στις 4 Απριλίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...