Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Λόγοι Γέροντα Παίσιου.....


 
Η εργασία του πνευματικού στις ψυχές

«Η καλωσύνη βλάπτει τον αμετανόητο»

- Γέροντα, θυμάμαι, μια φορά με είχατε μαλώσει πολύ.

- Αν χρειασθή, πάλι θα σε μαλώσω, για να πάμε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τώρα θα λάβω δρακόντεια μέτρα!... Κοίταξε, έχω τυπικό πρώτα να δώσω στον άλλον να καταλάβη ότι χρειάζεται το μάλωμα και ύστερα να τον μαλώσω. Καλά δεν κάνω;

Εγώ, επειδή μαλώνω τον άλλον, όταν βλέπω να κάνη κάτι βαρύ, γίνομαι κακός. Αλλά τι να κάνω; να αναπαύω καθέναν στο πάθος του, για να είμαι τάχα καλός μαζί του, και μετά να πάμε όλοι μαζί στην κόλαση;

Ποτέ δεν με πειράζει ή συνείδηση, όταν μαλώνω κάποιον ή του κάνω παρατήρηση κι εκείνος στενοχωριέται, γιατί από αγάπη το κάνω, για το καλό του. Βλέπω ότι δεν καταλαβαίνει πόσο πλήγωσε τον Χριστό με αυτό πού έκανε, γι' αυτό τον μαλώνω.


Εγώ πονάω, λειώνω εκείνη την ώρα, αλλά δεν με πειράζει ή συνείδηση, γιατί τον μάλωσα. Μπορώ να πάω να κοινωνήσω ήσυχος, χωρίς να εξομολογηθώ. Νιώθω μέσα μου μια πα- ρηγοριά, μια χαρά. Γιατί για μένα παρηγοριά και χαρά είναι ή σωτηρία της ψυχής.

- Γέροντα, μού περνά ο λογισμός ότι μού μιλάτε παρηγορητικά, ή γιατί δεν σηκώνω την αυστηρότητα ή γιατί μού έχετε πει πολλές φορές να κάνω κάτι και δεν το έκανα, οπότε με αφήνετε.

- Ευλογημένη ψυχή, με την σωτηρία τής ψυχής σου θα παίζω; Ο νέος κάνει πρόβες. Ο μεγάλος έχει κρίση και βαδίζει σταθερά. Να νιώθης σιγουριά. Αν δω κάτι στραβό, είτε από μακριά είτε από κοντά, θα σου το πω.

Εσύ έχε εμπιστοσύνη και ειρήνευε. Α, δεν μ' έχετε καταλάβει έμενα! Έτσι εύκολα θα αναπαύω λογισμούς; Όταν βλέπω ότι ή ψυχή είναι ευαίσθητη ή συγκλονίζεται ολόκληρη από την συναίσθηση τού σφάλματος της, τι να πω; Τότε την παρηγορώ, για να μην πέση στην απελπισία.

Όταν όμως βλέπω πέτρα την καρδιά, τότε μιλώ αυστηρά, για να την ταρακουνήσω. Αν ένας προχωράη προς τον γκρεμό και του λέω: «προχώρα, πολύ καλά πας», δεν εγκληματώ; Το κακό με μερικούς είναι πού δεν πιστεύουν, όταν τούς λες να μην ανησυχούν, και βασανίζονται. Αν δω κάτι κακό, πως δεν θα το πω; Πως να αφήσης τον άλλον να πάη στην κόλαση;

Όταν έχης ευθύνη, θα βάλης και τις φωνές, όταν χρειάζεται. Για μένα πιο καλά είναι να μη μιλάω, αλλά δεν μπορώ, όταν έχω ευθύνη.

Ύστερα να προσέξη κανείς το έξης: Μου κάνεις λ.χ. ένα κακό· εγώ σε συγχωρώ. Μου ξανακάνεις κάποιο άλλο κακό· πάλι σε συγχωρώ.Εγώ είμαι εντάξει, αλλά, εάν εσύ δεν διορθώνεσαι, επειδή σε συγχωρώ, αυτό είναι πολύ βαρύ.

Άλλο εάν δεν μπορής τελείως να διορθωθής. Να προσπαθήσης όμως να διορθωθής, όσο μπορείς. Όχι να αναπαύης τον λογισμό σου και να λες:«Αφού με συγχωρεί, εντάξει τακτοποιήθηκα και δεν βαριέσαι, δεν χρειάζεται στενοχώρια».

Μπορεί κάποιος να σφάλλη, αλλά αν μετανοή, κλαίη, ζητάη με συστολή συγχώρηση, αγωνίζεται να διορθωθή, τότε υπάρχει ή αναγνώριση και πρέπει και ο πνευματικός να συγχωράη. Αν όμως δεν μετανοή και συνεχίζη την τακτική του, δεν μπορεί αυτός πού έχει την ευθύνη τής ψυχής του να γελάη. Η καλωσύνη τον αμετανόητο τον βλάπτει.



«Ο σεβασμός της ελευθερίας του άλλου»

- Γέροντα, είναι δυνατόν κανείς συνειδητά να κρύβη μια πτώση του από τον πνευματικό του;

- Ναι, αλλά, και αν ξέρη ο πνευματικός την πτώση τον ή κάτι καταλαβαίνη, δεν συμφέρει, ούτε θα τον ωφελήση, να του το πη.

Πολλές φορές βλέπω στον αγώνα τον άλλου κάτι, καταλαβαίνω ή ξέρω τι έχει κάνει, όμως από σεβασμό δεν του λέω τίποτε, αν δεν μου το πη ο ίδιος. Το θεωρώ εκβιασμό, ατιμία, να του το πω, την στιγμή πού εκείνος δεν θέλει μόνος του να το φανέρωση.

Είναι λεπτό το θέμα, γιατί θα τον ρεζιλέψης. Πως να βιάσης τον άλλον; Υπάρχει ελευθερία. Έκτος αν δω ότι κινδυνεύει και δεν πρόκειται να βοηθηθή από άλλου ή ότι έχει άγνοια και θα σπάση τα μούτρα του, θα καταστραφή. τότε θα κοιτάξω με τρόπο να του πω κάτι.

Είναι καλύτερα να δίνης στον άλλον να καταλαβαίνη που φταίει, εφόσον το ζητήση, και να χτυπά μόνος του τον παλαιό του άνθρωπο, γιατί έτσι πονά λιγώτερο. Βλέπεις, κι ένα παιδάκι, όταν πέση μόνο του και χτυπήση. κλαίει λιγώτερο απ' ο,τι κλαίει, αν πέση, γιατί το έσπρωξε ένα άλλο παιδί.

Για να πη κανείς στον άλλον να κάνη κάτι, πρέπει αυτός πού θα το ακούση να είναι ταπεινός και αυτός που θα το πη να είναι δέκα φορές πιο ταπεινός και να προσπαθή να το εφαρμόζη αυτό που θα πη. θα κάνω ενάμισι εγώ, για να πω στον άλλον να κάνη ένα. και πάλι θα σκεφθώ αν το πω.

Βέβαια, ο έλεγχος γίνεται πάντοτε σε άνθρωπο που είναι δικός σου ή γνωστός. Ο πνευματικός θα δη τι δικαιώματα του έδωσε ο άλλος και τι ευθύνη έχει γι' αυτόν και ανάλογα θα φερθή. Όταν έχη αναλάβει την ευθύνη της ψυχής, τότε επιβάλλεται ο έλεγχος, φυσικά με διάκριση.

Δεν βοηθάει όμως να κάνης στον άλλον τον δάσκαλο και να τον ελέγχης για τις συνήθειες του, αν εκείνος δεν σου δώση το δικαίωμα. Είναι σαν να μπη κάποιος στο κελλί μου και να μου αλλάξη τα πράγματα, να μου βάλη το κανδήλι εδώ, το κρεββάτι εκεί, να κρέμαση το κομποσχοίνι αλλού, χωρίς να με ρωτήση.


«Αγάπη πνευματικού προς τον εξομολογούμενο»

Ο χαριτωμένος πνευματικός αγαπάει και πονάει την ψυχή, γιατί γνωρίζει την μεγάλη αξία της. Την βοηθάει στήν μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο.

Ο πνευματικός ονομάζεται «πατήρ», γι' αυτό πρέπει να προσπαθήση να είναι αληθινός πατέρας· να νουθετή με θεϊκή αγάπη και στοργή. Να έρχεται στην θέση του κάθε εξομολογουμένου και να ζη τον πόνο του, ώστε ο έξομολογούμενος να βλέπη στο πρόσωπο του ζωγραφισμένο τον δικό του πόνο. Αυτό χρειάζεται ιδιαίτερα στήν εποχή μας, πού οί άνθρωποι έχουν ανάγκη από λίγο δροσερό νερό, και όχι από δυνατό ξίδι.


Οι περισσότεροι, επειδή δέχονται επιδράσεις δαιμονικές, δύσκολα δέχονται μιά πνευματική συμβουλή η μιά παρατήρηση. Γι' αυτό και το μάλωμα πρέπει να γίνεται με αγάπη· η υπόδειξη του σφάλματος με λεπτό τρόπο, με γέλιο η με ένα αστείο.

Η αγάπη πληροφορεί, ενώ τα ψυχικά πάθη προδίδουν τον άνθρωπο. Όταν δεν υπάρχη αγάπη, η παρατήρηση μπορεί να γίνεται με όμορφο τρόπο, αλλά ο άλλος κλωτσάει, γιατί αισθάνεται το ανθρώπινο στοιχείο στην συμπεριφορά μας.

Ενώ, όταν το μάλωμα γίνεται με πόνο και αγάπη, ο άλλος μπορεί να στενοχωριέται, αλλά στο βάθος δεν πληγώνεται, γιατί νιώθει την αγάπη. Γνωρίζω έναν πνευματικό που είναι αρκετά παχύς - φυσικά είναι και η κράση του, αλλά μπορεί και στο φαγητό λίγο να μην προσεχή -, ξέρετε όμως πόσο πονάει για τον άλλον, πόσο ενδιαφέρεται για τούς πονεμένους;

Αυτός έχει ταπείνωση, γιατί λέει ότι δεν κάνει άσκηση, αλλά παράλληλα έχει πολλή καλωσύνη, και έτσι πολλοί αναπαύονται περισσότερο σ' αυτόν παρά σε έναν ασκητικό πνευματικό.

Ένας πνευματικός, που δεν είναι αποφασισμένος να πάη ακόμη και στην κόλαση για την αγάπη των πνευματικών παιδιών του, δεν είναι πνευματικός.

Ἀπόσπασμα ἀπό τίς σελίδες 288-292 τοῦ βιβλίου:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Γ΄

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Ο αββάς Ζήνων και ο νηστευτής

Σέ μια κωμόπολη ζούσε κάποιος πού τόσο πολύ νήστευε, ώστε όλοι να τον διαφημίζουν σαν μεγάλο νηστευτή.
Ή φήμη του έφθασε καί στον άββά Ζήνωνα. Τότε ό άββάς τον κάλεσε κο­ντά του.
Εκείνος ήρθε. Χαιρετήθηκαν καί κάθησαν. Ό άββάς άρχισε το εργόχειρο του καί ή ώρα περνούσε σε απόλυτη σιω­πή. Ό νηστευτής, μη μπορώντας να μιλήση, άρχισε να στενοχωρήται καί ν’άδημονή. Στό τέλος δεν άντεξε καί είπε:
- Εύχήσου για μένα, άββά, γιατί θέλω να φύγω.
- Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.
- Νιώθω σφίξιμο στην καρδιά μου καί δεν ξέρω τι συμβαίνει.

Όταν ήμουν στον κόσμο νήστευα μέχρι το βράδυ καί δεν ένιω­θα καμμιά δυσκολία. Εδώ στην έρημο δεν αντέχω.

- Στόν κόσμο, του άπαντα ό άββάς, από τα αυτιά σου τρεφό­σουν. Σέ έτρεφαν οι έπαινοι των ανθρώπων. Πήγαινε λοιπόν καί,όπως οι άλλοι, να κάνης κάθε μέρα ενάτη (δηλ. να γευματίζης μια φορά στις τρεις το απόγευμα).
Ό νηστευτής πήγε στον κόσμο καί με δυσκολία καί θλίψι περί­μενε την ώρα του φαγητού, ενώ άλλοτε με ευκολία νήστευε μέχρι το βράδυ. Το διαπίστωσαν αυτό οι γνωστοί του καί έλε­γαν μεταξύ τους:
- Φαίνεται ότι δαιμόνιο τον κυρίευσε.

Λυπημένος εκείνος πήγε στον άββά Ζήνωνα καί του περιέ­γραψε τη νέα κατάστασι. Καί ό γέροντας του είπε:
- Αυτός είναι ό σωστός δρόμος. Αυτό είναι το θέλημα του
Θεού. Μακριά από τους επαίνους να εργάζεσαι μυστικά καί με
κόπο την αρετή.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

Βάζε λοιπὸν μετάνοια συνεχῶς, ὅταν σφάλεις, καὶ μὴ χάνεις καιρό


Ἔλαβα, παιδί μου, τὴν ἐπιστολή σου, καὶ εἶδα σ’ αὐτὴ τὴν ἀνησυχία σου.Ὅμως μὴ λυπᾶσαι, παιδί μου. Μὴν ἀνησυχεῖς τόσο. Καὶ ἂν πάλι ἔπεσες, πάλι σήκω. Ὀνομάσθηκες οὐρανοδρόμος. Δὲν εἶναι, παράξενο νὰ σκοντάφτει ἐκεῖνος ποὺ τρέχει. Μόνον χρειάζεται νὰ ἔχει ὑπομονὴ καὶ μετάνοια κάθε στιγμή.
Βάζε λοιπὸν μετάνοια συνεχῶς, ὅταν σφάλεις, καὶ μὴ χάνεις καιρό. Γιατί, ὅσον ἀργεῖς νὰ ζητήσεις συγχώρηση, τόσον δίνεις ἄδεια στὸν πονηρὸ νὰ ἁπλώνει μέσα σου ρίζες. Μὴν τὸν ἀφήνεις νὰ ἀποκτᾶ δικαιώματα εἰς βάρος σου.Λοιπὸν μὴν ἀπελπίζεσαι ὅταν πέφτεις, ἀλλὰ ἀφοῦ σηκωθεῖς πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγοντας· – Συγχώρησε μέ, Χριστέ μου, ἄνθρωπος εἶμαι καὶ ἀσθενής.
Δὲν εἶναι ἐγκατάλειψη αὐτό. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἔχεις ἀκόμα μεγάλη ὑπερηφάνεια κοσμική, κενοδοξία πολλή, σὲ ἀφήνει ὁ Χριστός μας νὰ σφάλλεις, νὰ πέφτεις. Νὰ μαθαίνεις κάθε μέρα αἰσθητὰ τὴν ἀδυναμία σου καὶ νὰ ὑπομένεις τοὺς φταῖχτες. Νὰ μὴν κατακρίνεις τοὺς ἀδελφούς, ἐὰν σφάλλουν, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑπομένεις.

Ὥστε, ὅσες φορὲς πέφτεις, πάλι νὰ σηκώνεσαι, καὶ ἀμέσως νὰ ζητᾶς τὴ συγχώρηση.

Μὴν ἀφήνεις λύπη στὴν καρδιά σου. Διότι ἡ χαρὰ τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ λύπη, ἡ ἀθυμία, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννιοῦνται πολλὰ καὶ μὲ τὰ ὁποία γεμίζει πικρία ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ποὺ τὰ ἔχει. Ἐνῶ ἡ διάθεση τοῦ μετανοοῦντος λέει: «Ἥμαρτον, συγχώρησον, Πάτερ»! Καὶ διώχνει τὴ λύπη. «Μήπως, λέει, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος ἀσθενής; Λοιπόν, τί πρέπει νὰ κάνω»; Πράγματι, παιδί μου, ἔτσι εἶναι. Ἔχε θάρρος.

Μόνον ὅταν ἔλθει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, τότε στέκει στὰ πόδια τοῦ ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλιῶς, χωρὶς χάρη, πάντοτε παρασύρεται καὶ πάντοτε πέφτει. Νὰ ἔχεις ἀνδρεία λοιπὸν καὶ μὴ φοβᾶσαι καθόλου.

Εἶδες πῶς ὑπέμεινε τὸν πειρασμὸν ὁ ἀδελφὸς ποῦ γράφεις; Τὸ ἴδιο κᾶνε καὶ σύ. Ἀπόκτησε γενναῖο φρόνημα στοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἔρχονται ἐναντίον σου. Πάντως θὰ ἔλθουν. Ἔχεις ἀνάγκη ἀπ’ αὐτούς. Γιατί ἀλλιῶς δὲν καθαρίζεσαι. Ἄφησε τί λέει ἡ ἀκηδία καὶ ἡ ραθυμία σου. Μὴν τοὺς φοβᾶσαι. Καθὼς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πέρασαν οἱ προηγούμενοι, ἔτσι θὰ περάσουν καὶ αὐτοί, ἀφοὶ κάνουν τὸ ἔργο τους. Φάρμακα εἶναι οἱ πειρασμοὶ καὶ βότανα ἰατρικά, ποὺ θεραπεύουν τὰ πάθη τὰ φανερὰ καὶ τὶς ἀόρατες πληγές μας.

Ἔχε λοιπὸν ὑπομονὴ γιὰ νὰ κερδίζεις καθημερινά, νὰ ἀποταμιεύεις μισθό, ἀνάπαυση καὶ χαρὰ στὴν οὐράνια Βασιλεία. Γιατί ἔρχεται νύχτα, δήλ. ὁ θάνατος, ποὺ τότε κανεὶς πλέον δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ. Γι’ αὐτὸ τρέξε. Εἶναι λίγος ὁ καιρός.

Γνώριζε δὲ καὶ αὐτό· ὅτι καλλίτερα εἶναι μία ἡμέρα ζωῆς γεμάτη νίκες μὲ βραβεῖα καὶ στεφάνια, παρὰ χρόνια πολλὰ καὶ νὰ ζεῖς μὲ ἀμέλεια. Γιατί μίας ἡμέρας ἀγώνας μὲ γνώση καὶ αἴσθηση ψυχῆς, ἰσχύει γιὰ πενήντα χρόνια κάποιου ἄλλου, χωρὶς γνώση ἀλλὰ ποὺ ἀγωνίζεται μὲ ἀμέλεια.

Χωρὶς ἀγώνα καὶ χωρὶς νὰ χύσεις αἷμα μὴ περιμένεις νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὰ πάθη. Ἀγκάθια καὶ τριβόλια φυτρώνει ἡ γῆ μας μετὰ τὴν παράβαση. Πήραμε ἐντολὴ γιὰ κάθαρση· ἀλλὰ μὲ πόνο πολύ, μὲ ματωμένα χέρια, καὶ μὲ πολλοὺς ἀναστεναγμοὺς ξεριζώνονται.

Κλάψε λοιπόν, χύσε δάκρυα ποταμούς, καὶ μαλακώνει ἡ γῆ τῆς καρδιᾶς σου. Καί, ἀφοῦ τὸ χῶμα βραχεῖ, εὔκολα ξεριζώνεις τὰ ἀγκάθια.
(«Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας», ἔκδ, Ἱ.Μ.Φιλοθέου, Ἅγ. Ὅρος, σ. 127-129)

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Μια παλιά ιστορία…


Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού: «Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε: «Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε: «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω».
«Ε, μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας: «Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς».

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό. Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά -και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα-, παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω. Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη. «Δάσκαλε είπε, λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού».

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει. Όμως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι».

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι. Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί: «Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του». «Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί. «Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον». Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. Ένα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ' εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;» Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού.

Είσαι φτιαγμένος από ταλέντα, σοφία και αγάπη. Είσαι όλα όσα αναζητάς, τα έχεις όλα μέσα σου. Ποτέ δεν μας χαρακτηρίζει αυτό που μας κάνουν οι άλλοι, μας χαρακτηρίζει αυτό που επιστρέφουμε εμείς στους άλλους. Αν έχω την πεποίθηση ότι δεν αξίζω, τότε το υποσυνείδητό μου θα κάνει τα πάντα για να επιβεβαιώσει αυτή μου την πεποίθηση.

Είναι αναγκαίο να αλλάξουμε τις περιοριστικές μας πεποιθήσεις, γιατί μας κοστίζουν πολύ πόνο. Οι πεποιθήσεις μας γίνονται συναισθήματα, τα συναισθήματα γίνονται συμπεριφορές, οι συμπεριφορές φέρνουν αποτελέσματα.

Για να αλλάξουμε τα αποτελέσματα που παίρνουμε από τις πράξεις μας, χρειάζεται να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις που έχουμε. Αντί να ζητάμε την αποδοχή από τους γύρω μας, χρειάζεται να δώσουμε εμείς οι ίδιοι την αποδοχή στον εαυτό μας, όχι όταν θα αποκτήσουμε χρήματα, όχι όταν θα πετύχουμε εκείνο ή το άλλο, αλλά τώρα έτσι όπως ακριβώς είμαστε αυτή τη στιγμή, να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και αν το κάνουμε αυτό, τότε και οι άλλοι γύρω μας θα αρχίσουν να μας δείχνουν την αποδοχή τους. Δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.

Ο Θεός, καί νά ήθελε νά μας αφήση, δέν μπορεί.


Όπου δέν φθάνει ό άνθρωπος, βοηθάει ό Θεός
«Οί θείες δυνάμεις είναι παντοδύναμες »
- Γέροντα, πολλοί ανησυχούν τί θά γίνη μέ το ένα θέμα, τί θά γίνη μέ τό άλλο.
- Κοίταξε νά δής· τώρα ό Θεός, καί νά ήθελε νά μας αφήση, δέν μπορεί.
- Τί εννοείτε, Γέροντα;
- Νά, οί γονείς όταν φέρνουν ένα παιδάκι στον κόσμο, όσο αγωνίζονται νά τό μεγαλώσουν, τόσο περισσότερο τό αγαπούν καί τό πονούν. Έτσι καί ό Θεός, μας έφερε στον κόσμο, αγωνίσθηκε κατά κάποιον τρόπο, μας μεγάλωσε, κουράσθηκε νά μας κάνη ό,τι μας έκανε...
Τώρα, καί νά θέλη νά μας αφήση, δέν μπορεί, γιατί μας πονάει, αρκεί εμείς νά έχουμε λίγο φιλότιμο. Αν έχουμε λίγο φιλότιμο, δέν θά χάσουμε τον Παράδεισο.
- Γέροντα, είπατε ότι ό Καλός Θεός δέν θά μας αφήση...
- Ναι, ό Θεός ποτέ δέν μάς αφήνει· εμείς Τον αφήνουμε. Όταν ό άνθρωπος δέν ζή πνευματικά, δέν δικαιούται την θεία βοήθεια.
Όταν όμως ζή πνευματικά και είναι κοντά στον Θεό, την δικαιούται. Τότε, αν συμβή κάτι και πεθάνη, είναι έτοιμος γιά την άλλη ζωή, οπότε είναι κερδισμένος καί σ' αυτήν την ζωή καί στην άλλη.
Ή βοήθεια τού Θεού δεν εμποδίζεται ούτε άπό ανθρώπους ούτε άπό δαίμονες.
Δεν είναι τίποτε δύσκολο γιά τον Θεό ούτε γιά έναν Άγιο. Τό εμπόδιο σ' εμάς τους ανθρώπους είναι ή όλιγοπιστία, με την οποία εμποδίζουμε τις μεγάλες θείες δυνάμεις νά μας πλησιάσουν.
Καί ενώ υπάρχει τόσο μεγάλη δύναμη δίπλα μας, εμείς, επειδή υπάρχει μέσα μας σέ μεγάλο βαθμό τό ανθρώπινο στοιχείο, δεν μπορούμε νά καταλάβουμε τό θειο, πού ξεπερνάει όλου τού κόσμου τις ανθρώπινες δυνάμεις, γιατί οί θείες δυνάμεις είναι παντοδύναμες.
Καθόμαστε πολλές φορές άδικα, ώρες ολόκληρες, γιά νά βρούμε μόνοι μας λύση σέ ένα θέμα, χρησιμοποιώντας όλη τήν απειρία μας.

Τό κεφάλι μας γίνεται κουδούνι, τά μάτια μας τσούζουν, ό ύπνος δέν μας πιάνει, γιατί μας έχει πιάσει
τό ταγκαλάκι μέ επίμονες σκέψεις.
Τελικά βρίσκουμε μία λύση, άλλα μετά ό Θεός μας βρίσκει άλλη, καλύτερη λύση, πού δέν τήν είχαμε σκεφθή εμείς, καί μάς μένουν ό πονοκέφαλος καί τά ξενύχτια. Όσο καί αν είναι σωστή ή δική μας σκέψη, όταν δέν είναι ό Θεός μπροστά, τό κεφάλι κουράζεται καί έρχεται πονοκέφαλος, ενώ ή προσευχή μέ τήν εμπιστοσύνη στον Θεό ξεκουράζει.
Γι' αυτό ας αφήνουμε μέ εμπιστοσύνη στον Θεό τά δυσκολοκατόρθωτα ανθρωπίνως καί νά μή στηριζώμαστε στις δικές μας ανθρώπινες προσπάθειες, καί Εκείνος θά κάνη ο,τι είναι καλύτερο.

Καί πάντα γιά καθετί πού σκέφτεσθε νά κάνετε, νά λέτε «αν θέλη ό Θεός», μήν πάθετε καί εσείς ο,τι έπαθε κάποιος μιά φορά.
Είχε αποφασίσει νά πάη στο αμπέλι του γιά δουλειά. «Αύριο πρωί-πρωί, λέει στην γυναίκα του, θά πάω στο αμπέλι». «Άν θέλη ό Θεός, θά πάς», του λέει εκείνη. «Θέλει-δέν θέλει ό Θεός, λέει εκείνος, εγώ θά πάω». Την άλλη μέρα ξεκίνησε νύχτα. Στον δρόμο εν τω μεταξύ πιάνει τέτοιος κατακλυσμός, πού αναγκάσθηκε νά γυρίση πίσω. Δεν είχε φέξει ακόμη. Χτυπάει την πόρτα. «Ποιος είναι;», ρωτάει ή γυναίκα του. «Άν θέλη ό Θεός, λέει εκείνος, ό άνδρας σου είμαι»!...

«Αγαθή διάθεση»

- Γέροντα, τί θά γίνουν οι άνθρωποι πού έχουν καλωσύνη, αλλά δέν πιστεύουν;
-Νομίζεις ότι δέν πιστεύουν; Άλλα άς πούμε ότι δέν πιστεύουν. Όταν ήταν μικροί, ή μάνα τους δέν τους κοινωνούσε; Άλλα καί νά μην τους κοινωνούσε, δέν βαφτίσθηκαν, δέν μυρώθηκαν; Δέν είναι γεννημένοι άπό ορθόδοξες καί βαφτισμένες μάνες;

Έ, αυτούς τους ανθρώπους πού έχουν καλωσύνη, θά δης, ό Καλός Θεός θά τους βολέψη μέ κάποιο τρόπο, είτε μέ δοκιμασίες είτε με μιά αρρώστια είτε μέ ταλαιπωρίες είτε μέ έναν σεισμό είτε μέ έναν κεραυνό είτε μέ έναν κατακλυσμό είτε μέ έναν λόγο κ.λπ., καί τελικά θά τους πάη στον Παράδεισο. Πολλές φορές ϊσως παρουσιασθή καί ένας Άγιος ή ένας Άγγελος σέ έναν τέτοιο άνθρωπο, παρόλο πού δέν δικαιούται αυτήν τήν μεγάλη ευλογία.
Μπορεί όμως νά τό κάνη καί αυτό ό Χριστός, αφού πρώτα χρησιμοποίηση όλα τά άλλα. Άλλα συχνά τί παθαίνουν οί άνθρωποι αυτοί;

Πηγαίνει ό διάβολος καί τους ξεγελάει καί πολλοί, οί καημένοι, πλανιούνται, γιατί αρχίζει ό διάβολος νά τους λέη: «Ά, εσένα ό Θεός σού έδειξε τέτοιο μεγάλο θαύμα, γιατί μπορείς νά σώσης τον κόσμο». Καί ό ταλαίπωρος δέν λέει: «Θεέ μου, πώς νά Σέ ευχαριστήσω; εγώ δέν ήμουν άξιος γιά τέτοια χάρη». Αντί δηλαδή νά νιώση συντριβή, δέχεται τους λογισμούς πού τού φέρνει ό διάβολος καί υπερηφανεύεται. Μετά ξαναπηγαίνει ό διάβολος και τοϋ στήνει «τηλεόραση», του δείχνει Αγγέλους, Άγιους, και τοϋ λέει: «Έσύ θα σώσης την οικουμένη».
Άν αυτός ό άνθρωπος συνέλθη, πάλι ό Καλός ό Θεός θά τον βοηθήση.

Πάντως νά μήν ξεχνάμε ότι όλοι έχουμε κληρονομιά από τον Θεό, γι' αυτό σέ όλους τους ανθρώπους στο βάθος υπάρχει καλωσύνη.
Ό διάβολος όμως Όλα τα μολύνει. Μερικοί τώρα έχουν διατηρήσει αυτήν τήν κληρονομιά, την καλωσύνη, έστω και άν δεν ζουν κοντά στην Εκκλησία.

Έ, αυτούς θά τους βολέψη ό Θεός. Γι' αυτό, όταν βλέπετε έναν άνθρωπο νά εχη παρασυρθή καί νά εχη αμαρτωλή ζωή, αλλά νά είναι πονόψυχος - βλέπει λ.χ. έναν άρρωστο καί ραγίζει ή καρδιά του, έναν φτωχό καί τόν βοηθάει - από 'κεί νά καταλάβετε ότι αυτόν δεν θά τόν αφήση ό Θεός, θά τόν βοηθήση. Καί όταν βλέπετε έναν άνθρωπο απομακρυσμένο άπό τόν Θεό νά είναι σκληρός, ασπλαγχνος κ.λπ., τότε πρέπει νά κάνετε μέρα-νύχτα προσευχή, νά κάνη «αποβίβαση» ό Θεός στην καρδιά του, γιά νά πάρη στροφή.

Τά κρίματα του Θεού είναι άβυσσος. Ένα πράγμα ξέρω: όσοι ζουν κοσμική ζωή, γιατί δεν βοηθήθηκαν, αλλά παρασύρθηκαν ή καί σπρώχθηκαν στο κακό, ενώ είχαν καλή διάθεση, αυτοί συγκινούν τόν Θεό καί ό Θεός θά τους βοηθήση.
Θά χρησιμοποίηση διάφορους τρόπους, νά βρουν τόν δρόμο τους· δεν θά τους αφήση. Ακόμη καί τήν ώρα του θανάτου θά τους οικονομήση νά βρίσκωνται σέ καλή κατάσταση. 

Απόσπασμα από τις σελίδες  291 -294 του βιβλίου:

            ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ  Β΄      
                ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Άρρωστος μια εβδομάδα με διακονητές αγγέλους και αγίους


Ο Γέροντας Παΐσιος διηγήθηκε σε πνευματικό του τέκνο το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός, το οποίο συνέβη στον ίδιο.
Κάποτε, όταν ήμουν στον Τίμιο Σταυρό, αρρώστησα βαριά. Ήταν χειμώνας βαρύς, είχε πέσει τόσο χιόνι που κανένα δέντρο δεν έμοιαζε για δέντρο. Όλα ήταν πνιγμένα στο λευκά, τα μονοπάτια είχαν χαθεί, τα πουλιά είχαν λουφάξει, τα σύννεφα και η ομίχλη σκέπαζαν τον Άθωνα. Δεν είχαν καμμία επικοινωνία με το μοναστήρι του Σταυρονικήτα, μου ήταν αδύνατο να ζήσω περισσότερο από λίγες μέρες, γιατί η αρρώστια με είχε παραλύσει τελείως. Περίμενα τον Κύριο να μου πάρει την ψυχή και να την οδηγήσει στο έλεος της ευσπλαγχνίας Του. Ούτε ένα τσάι δεν μπορούσα να φτιάξω, ούτε τη σόμπα να ανάψω, ούτε νερό να πιώ είχα. Η ζωή μου ήταν αφημένη στο έλεος τού Θεού. Έλεγα «Ιδού Κύριε, εις το έλεος Σου ελπίζω μη με εγκαταλέίψεις!»
Ύστερα από λίγη προσευχή που με πολύ κόπο ψέλλισα, είδα να εμφανίζονται στο κελλί μου μέσα άγγελοι και άγιοι, απεσταλμένοι τού Θεού. Ταχύ με προκατάλαβε η Χάρη τού Θεού. Ευχαριστούσα και δοξολογούσα τον Σωτήρα μου. Δάκρυσα. Ένας από τους αγγέλους φρόντιζε για τη σόμπα, άλλος ετοίμαζε φαγητό ζεστό, φέρνανε και ευωδιαστά ψωμιά. Βρέθηκα στον Παράδεισο. Τι άλλο ήθελα.
Οι άγιοι άρχισαν να με στηρίζουν με λόγους παρηγορίας και με παρακλήσεις. Και μόνο η θέα τους με ξεκούραζε, με ενίσχυε και μου έδινε ελπίδα. Καθίσανε μαζί μου ώσπου έγινα καλά και μπορούσα να οικονομήσω τον εαυτό μου. Μετά φύγανε. Μία βδομάδα καθίσανε. Όταν μετά από καιρό σηκώθηκα βγήκα από το κελί και κοίταξα γύρω τη φύση με διαφορετικό βλέμμα. Όλα έλαμπαν μέσα στο άκτιστο φώς της χάρης τού Αγίου Πνεύματος. Δεν ήμουν άξιος αλλά η άπειρη αγαθότητα τού Θεού και η αγάπη Του εκδηλώθηκαν με αυτό τον τρόπο.
Πάντως ένοιωθα τόση χάρη να με πληρώνει εσωτερικά που έλεγα  «Φτάνει Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο. Θα σκάσω. Ή πάρε με κοντά Σου ή λιγόστεψε τη χάρη που μού έδωσες. Αν τόση χάρη μου δίνεις τώρα, φαντάζομαι στον Παράδεισο τι θα γίνεται.»
(η φωτογραφία από το κελλί του Τιμίου Σταυρού όπου διέμειναν ο παπα Τύχωνας και ο γ. Παΐσιος)

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Περί του Οσίου Παύλου του απλού (7 Μαρτίου) και της απλότητας κατά τον Γέροντα Παΐσιο


α) «Oύτος ο εν αγίοις πατήρ Παύλος ο ονομασθείς απλούς, ήτο μεν γεωργός και αγροίκος καθ’ υπερβολήν, άκακος δε και άπλαστος κατά την γνώμην, ως άλλος ουδείς. Eίχε δε και γυναίκα κακότροπον και μοιχαλίδα, η οποία μοιχευομένη εις πολύν καιρόν, εκρύπτετο από τον Όσιον». Έτσι αρχίζει ο Όσιος Νικόδημος Αγιορείτης το Συναξάρι του Οσίου Παύλου του Απλού, που η Εκκλησία τιμά στις 7 Μαρτίου.
β) Σε αυτό αναφέρεται ότι ο Παύλος μια μέρα, επιστρέφοντας όχι τη συνηθισμένη ώρα από τους αγρούς, βρήκε τη σύζυγό του να μοιχεύει. Τότε γέλασε και με σεμνότητα είπε: Καλά καλά δεν πειράζει, δεν τη δέχομαι πια. Και απευθυνόμενος στον μοιχό, του λέει: Κράτησέ την μαζί με τα παιδιά μας, εγώ θα αναχωρήσω στην έρημο και θα γίνω καλόγηρος. Έτσι έφθασε στο κελί του Μεγάλου Αντωνίου και ζήτησε να μονάσει.
γ) Όμως, ο καθηγητής της ερήμου τον αποθάρρυνε, λέγοντάς του ότι είναι γέρος και δεν μπορεί να αντέξει την αυστηρή μοναχική άσκηση. Του σύστησε να μεταβεί σε κάποιο κοινόβιο, όπου οι αδελφοί θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Μετά από αυτά, ο Μέγας Αντώνιος δεν έδωσε σημεία ζωής για τρεις μέρες. Ο Παύλος όμως δεν έφυγε, αλλά περίμενε εκεί νηστικός. Βλέποντας ο Αντώνιος την απλότητα και την υπομονή του, άρχισε να τον δοκιμάζει.
δ) Στην αρχή του έδωσε βρεγμένα φύλλα φοινικιάς και του ζήτησε να πλέξει σχοινί. Κατά την ένατη ώρα της ημέρας, κι ενώ ο Παύλος είχε παιδευτεί πολύ, ο Όσιος Αντώνιος προσποιήθηκε ότι το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό. Γι’ αυτό τον πρόσταξε να ξεπλέξει το εργόχειρο και να το κάνει καλύτερο. Εκείνος χωρίς την παραμικρή ενόχληση άρχισε ξανά να πλέκει.
ε) Όταν βράδιασε, έπειτα από ασιτία τεσσάρων ημερών, ο Παύλος ακολούθησε αυστηρά την άσκηση του Αγίου Αντωνίου, τρώγοντας λίγο άρτο και συμμετέχοντας πρόθυμα στον κανόνα της προσευχής. Μετά την επιτυχή δοκιμασία και την απόλυτη υπακοή του Παύλου στους κανόνες του μο-να-χικού βίου, ο αβάς Αντώνιος τον δέχθηκε ως συνασκητή του. Ζώντας με ησυχία, άσκηση και προσευχή, ο Παύλος αξιώθηκε να διώκει τους δαίμονες. Χαρακτηρίσθηκε από τους πατέρες της Σκήτης απλός, αλλά κοντά στην απλότητα καλλιεργούσε κι όλες τις άλλες αρετές.
στ) Συχνά στις μέρες μας παρατηρείται μονομερής τονισμός και αυτονόμηση ορισμένων αρετών και παραμελούνται άλλες. Το φαινόμενο αυτό έχει προσφυώς αποκληθεί «ηθική αίρεση». Χριστιανικές αρετές δεν είναι μόνο η ταπεινοφροσύνη, η ανεξικακία, η επιείκεια και η πραότητα αλλά και η αποφασιστικότητα, η παρρησία, η ανδρεία και ο έλεγχος (Γ. Μαντζαρίδης). Η απλότητα, που φαίνεται να είναι λησμονημένη αρετή, απαντά συχνότατα στη ζωή και τις συγγραφές του Γέροντος Παϊσίου.
ζ) Δίδασκε ο χαρισματικός Αγιορείτης: «Το πρώτο παιδί της ταπεινώσεως είναι ή απλότητα. Και όταν υπάρχη στον άνθρωπο απλότητα, υπάρχει και αγάπη, θυσία, καλοσύνη, φιλότιμο, ευλάβεια. Ο απλός άνθρωπος έχει καθαρότητα ψυχής και μια απερίεργη εμπιστοσύνη στον Θεό. Η απλότητα ήταν η κατάσταση του Αδάμ προ της πτώσεως, που τα έβλεπε όλα αγνά και καθαρά, γιατί ήταν ντυμένος με τη Χάρη του Θεού».
η) Άλλη φορά ο π. Παΐσιος ρωτήθηκε: «-Μπορεί, Γέροντα, ένας άνθρωπος να είναι πραγματικά απλός και όμως η συμπεριφορά του να πειράζη τους άλλους;». Τότε απάντησε: «-Αν κάποιος λέη ή κάνη κάτι με πραγματική απλότητα, και παρεξηγήσιμο να είναι, δεν παρεξηγείται ο άλλος, γιατί ο απλός έχει Χάρη Θεού και δεν προκαλεί. Ενώ κάποιος που δεν έχει απλότητα και σου μιλάει με ευγένεια κοσμική, σου σπάζει τα κόκαλα»!
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ ΚΑΙ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΡΕΣ

15Πολλές αρρώστιες που δεν βρίσκουν οι γιατροί από τι είναι, μπορεί να είναι από κατάρα. Τι να βρουν οι γιατροί, την κατάρα;
Μια φορά μου έφεραν στο Καλύβι έναν παράλυτο. Ολόκληρος άνδρας, δεν μπορούσε να καθήση. Το κορμί του ήταν τεντωμένο σαν ξύλο.

Τον κουβαλούσε ένας στην πλάτη και ένας άλλος τον κρατούσε από πίσω. Του έβαλα δυο κούτσουρα και ακουμπούσε λίγο ο καημένος. Μου λένε αυτοί που τον συνόδευαν:
«Από δεκαπέντε χρονών παιδί είναι σ’ αυτήν την κατάσταση και έχουν περάσει δεκαοχτώ χρόνια από τότε».
«Μα πώς στα καλά καθούμενα να το πάθη αυτό; είπα. Δεν μπορεί∙ κάτι συμβαίνει». Έψαξα από ‘δω-από ‘κει και βρήκα ότι κάποιος τον είχε καταρασθή. Τι είχε συμβή;
Κάποτε πήγαινε με το αστικό στην σχολή του και καθόταν σε μια θέση τεντωμένος. Σε κάποια στάση μπήκε ένας ηλικιωμένος παπάς και ένα γεροντάκι και στάθηκαν όρθιοι δίπλα του. Τότε του είπε ένας:

«Σήκω, να καθήσουν οι μεγάλοι». Αυτός τεντώθηκε ακόμη περισσότερο στο κάθισμα, χωρίς να δώση σημασία. Οπότε το γεροντάκι που στεκόταν όρθιο του λέει:

«Τεντωμένος να μείνης και ποτέ να μην μπορής να καθήσης».

Και η κατάρα έπιασε. Βλέπεις, είχε αναίδεια ο νέος. Σου λέει:
«Γιατί να σηκωθώ, αφού την πλήρωσα την θέση;»
Ναι, αλλά και ο άλλος πλήρωσε και είναι ηλικιωμένος, σεβάσμιος, και στέκεται όρθιος και εσύ είσαι μικρό παιδί, δεκαπέντε χρονών, και κάθεσαι.
«Από αυτό είναι, του λέω. Κοίταξε να μετανοήσης για να γίνης καλά∙ χρειάζεται μετάνοια».

Ο καημένος, μόλις το κατάλαβε λίγο και το αναγνώρισε, αμέσως τακτοποιήθηκε.
Πόσα από αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι από κατάρα, από αγανάκτηση. Και όταν εξοντώνωνται ολόκληρες οικογένειες ή πεθαίνουν πολλά άτομα από μία οικογένεια, να ξέρετε, είναι ή από αδικία ή από μάγια ή από κατάρα.

Ένας πατέρας είχε ένα παιδί που όλο γύριζε. Μια φορά του λέει αγανακτισμένος:

«Να έλθης μια και καλή». Το παιδί εκείνο το βράδυ, καθώς ερχόταν στο σπίτι, ακριβώς έξω από την πόρτα, το χτύπησε ένα αυτοκίνητο και έμεινε στον τόπο. Τον πήραν οι φίλοι του σκοτωμένο και τον πήγαν μέσα στο σπίτι του. Ήρθε μετά ο πατέρας στο Καλύβι και έκλαιγε. «Το παιδί μου σκοτώθηκε έξω από την πόρτα του σπιτιού μου», έλεγε. Από ‘δω-από ΄κει, μετά μου λέει:

«Του είχα πει και μια κουβέντα». «Τι του είπες;», του λέω. «Αγανάκτησα που ξενυχτούσε και του είπα: “Να έρθης μια και καλή!”

Μήπως ήταν απ’ αυτό»; «Εμ, από τι ήταν; Του λέω. Κοίταξε να μετανοήσης, να εξομολογηθής». «Αυτήν την φορά να έρθης μια και καλή», του είπε, και το παιδί το έφεραν νεκρό. Άντε μετά να χτυπιέται ο πατέρας, να κλαίη

Αλήθεια, τίποτα δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη.!!!!!!


Μήπως, όμως, δεν μπορούσε ο Θεός να δώσει παιδί στην Αννα και δίχως προσευχή; Μήπως δεν γνώριζε την επιθυμία της και πριν Του το ζητήσει; Ναι, αλλ' άν της έδινε το παιδί πριν το ζητήσει με την προσευχή, δεν θα φαινόταν η προθυμία της, δεν θα φανερωνόταν η αρετή της, δεν θα έπαιρνε τόση αμοιβή.Ας δούμε τώρα και τη φιλοσοφία της γυναίκας. Ακου τι είπε στον αρχιερέα Ηλί, που την πέρασε για μεθυσμένη: «Όχι, κύριέ μου, δεν είμαι μεθυσμένη. Μια γυναίκα καταπικραμένη είμαι, που ξεχύνω τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο. Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια• αν προσευχήθηκα ως τώρα, ήταν από τον πολύ μου πόνο» (Α' Βασ. 1:15-16). Αυτό είναι γνώρισμα πραγματικά συντριμμένης καρδιάς: Το να μην οργίζεται και να μην αγανακτεί εναντίον εκείνων που την αδικούν ή την προσβάλλουν, αλλά με πραότητα και σεμνότητα ν' απολογείται.

Αλήθεια, τίποτα δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη. Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι η Αννα κι έτρεξε να προσευχηθεί. Ας τ' ακούσουν όσοι από μας ούτε πριν ούτε μετά το φαγητό προσεύχονται. Ας τ' ακούσουν και ας παραδειγματιστούν.

Όλοι μας, τόσο πριν όσο και μετά τα γεύματα, οφείλουμε να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε το Θεό. Όποιος είναι προετοιμασμένος γι' αυτό, ούτε θα παραφάει ούτε θα μεθύσει ποτέ. Έχοντας ως χαλινάρι του λογισμού του την αναμονή της προσευχής, θα γευθεί απ' όλα με μέτρο και θα έχει πολλή ευλογία και στο σώμα και στην ψυχή.

Με προσευχή, κοντολογίς, ας αρχίζει και ας τελειώνει κάθε γεύμα μας. Παράλληλα, ας μην παραλείπουμε να συμμετέχουμε στο πασχάλιο δείπνο της ευχαριστιακής συνάξεως, που γίνεται τακτικά στο ναό, αλλά και σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία, αν είναι δυνατόν. "Μα έχω τόσες φροντίδες και ασχολίες!", θα μου πεις.

Γι' αυτό ακριβώς έλα στο ναό, για να ελκύσεις με την εδώ παρουσία σου την εύνοια του Θεού, κι έτσι να φύγεις ασφαλισμένος• για να Τον έχεις βοηθό στις υποθέσεις σου, κι έτσι να γίνεις ακατανίκητος από τους δαίμονες και τους μοχθηρούς ανθρώπους.

Γιατί, συμμετέχοντας στη θεία λειτουργία και στην κοινή λατρεία, θα ενισχυθείς από τον παντοδύναμο Θεό, θα πάρεις τα δικά Του όπλα, κι έτσι ούτε ο διάβολος ούτε οι άνθρωποι θα μπορέσουν να σε βλάψουν.

(Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΑΕΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ;


.Το έτος 620 οι Πέρσες από την Ανατολή και οι Άβαροι από την Δύση ήρθαν με πολυάριθμο στρατό και επολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ενώ απουσίαζε ο βασιλιάς Ηράκλειος.
Ξαφνικά φοβερός ανεμοστρόβιλος συνέτριψε τα πλοία, τα δε πτώματα εξέβρασε μπροστά στο Ναό των Βλαχερνών, που τιμάται επ' ονόματι της Θεοτόκου. Έτσι ο λαός πήρε θάρρος και νίκησαν τους βαρβάρους.

Το βράδυ συγκεντρώθηκαν όλοι στο Ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών και κανένας τους δεν εκάθισε και όλη την νύχτα απέδωσαν εις την Θεοτόκον, τον ευχαριστήριο ύμνο, που ονομάστηκε Ακάθιστος. Τους δε οίκους της Θεοτόκου ή Χαιρετισμούς, άλλοι λένε ότι τους εποίησε ο Πατριάρχης Σέργιος της Κωνσταντινουπόλεως τότε και άλλοι ο Γεώργιος ο Πισίδης, χαρτοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας.

Οι Χαιρετισμοί είναι ο υψηλότερος, ο οσιότερος  και θεοπρεπέστερος Ύμνος προς την Υπεραγία Θεοτόκο και πολύ ευχαριστείται με την ανάγνωση τούτων και παρέχει τη Χάρη και την Βοήθεια της σε εκείνους, που τους αναγιγνώσκουν, καθώς και η ίδια το είπε σε πολλούς αγίους:

"όστις Με χαιρετίζει μίαν φοράν την ημέραν με τους Χαιρετισμούς, τους οποίους πολύ αγαπώ, θα τον προστατεύω, θα τον διαφυλάττω από παν κακόν, θα τον επιβλέπω καθ' όλην την ζωή του και εν εκείνη την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, θα τον υπερασπισθώ ενώπιον του Υιού μου".

Μετά από αυτά, θα πρέπει όλοι μας από σήμερα να αναγιγνώσκουμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας όσες περισσότερες φορές μπορούμε την ημέρα και σε κάθε περίσταση θλίψεως και ανάγκης καθότι "πολλά ισχύει δέησις Μητρός πρός ευμενείαν Δεπότου".

Η ΔΙΚΑΙΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

.Όσιος Νηφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής

Γλυκύτητα και σοφία στάζουν τα λόγια σου, του είπανε με θαυμασμό οι συνομιλητές του. Πόσο αληθινός είναι ο λόγος του Χριστού,  «ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοὶ καὶ τὰ ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ»! Κι εσύ λοιπόν, πάτερ, μένοντας ενωμένος όλος μ’ Εκείνον, λαλείς και τα δικά Του λόγια.

Γι’ αυτό απάντησέ μας σε τούτο, που μας έρχεται φυσιολογικά στο νου μετά απ’ όσα είπες: Πώς συμβαίνει να μπαίνουν κάποτε σε πλοίο πολλοί άνθρωποι, από διαφορετικά μέρη, και σε μία τρικυμία να πνίγονται όλοι; Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι σ’ όλους ανεξαιρέτως προορισμένο ένα τόσο αξιοθρήνητο τέλος;

- Πολύ ψηλά στοχεύετε! τους είπε ο όσιος. Αυτά μόνο ο Θεός τα ξέρει και το Πνεύμα Του το Άγιο. Με τη βοήθειά Του όμως, θα σας διηγηθώ ακόμα κάτι σχετικό.

Και άρχισε να τους διηγείται για κάποιον καραβοκύρη, που τον έλεγαν Θεόγνωστο. Αυτός είχε ένα πλοίο μεγάλο, με πλήρωμα ίσαμε τριάντα άντρες. Μετέφεραν εμπορεύματα και ταξιδιώτες, κι έκαναν, γενικά όλες τις δουλειές των ναυτικών. Έκαναν όμως και πολλές παρανομίες , που δεν άρεσαν στο Θεό. Νέρωναν τα κρασιά, νόθευαν τ’ άλλα εμπορεύματα, συχνά μάλιστα δεν δίσταζαν, αν έπαιρναν είδηση πως ταξίδευε με το πλοίο τους κανένας πλούσιος, να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα! Τόσο αθεόφοβοι και ανάλγητοι ήταν.

Μονάχα ένας τους, μόλις τελείωνε η παράνομη επιχείρηση, μετάνιωνε και στέναζε για το κακό που έκανε. Κι αυτός όμως μόνο για λίγο. Σαν έφτανε η στιγμή της μοιρασιάς του βρώμικου κέρδους, ξεχνούσε τις τύψεις του κι έτρεχε να πάρει το μερίδιό του. Δεν μπορούσε, βλέπετε, να ξεπεράσει την άθλια συνήθεια.

Ο φιλάνθρωπος , που περιμένει όλων τη μετάνοια, πρόσμενε και τη δική τους. Μα ο πονηρός διάβολος δεν χόρταινε με τόσα και τόσα που έκαναν. Τους παρακινούσε όλο και σε χειρότερα.

Αφού πια είδε ο Θεός πως όχι μόνο δεν σταματάνε τις παρανομίες αλλά μηχανεύονται χειρότερες, ανάβοντας φωτιές στα κεφάλια τους, αποφάσισε να τους θανατώσει το συντομότερο. Κι αυτό βέβαια από φιλανθρωπία ,για να μην αυξήσουν τις αμαρτίες τους πάνω στη γη, και προξενήσουν έτσι αργότερα σκληρότερη τιμωρία στις ψυχές τους.

Μια μέρα λοιπόν έπιασαν το λιμάνι του Σέριδου. Πούλησαν εκεί το φόρτωμα του πλοίου τους με μεγάλο κέρδος και κίνησαν πάλι για τα σπίτια τους. Σαν έφτασαν στον τόπο τους, τράβηξαν το πλοίο στη στεριά, για να κάνουν τις συνηθισμένες μικροεπισκευές, που γίνονται μετά από κάθε μεγάλο ταξίδι.

Όταν όλα ήταν έτοιμα, ειδοποιήθηκαν μεταξύ τους ότι θα έφευγαν για τη Βασιλεύουσα. Ένας όμως – ήταν εκείνος που ελεγχόταν λιγάκι από τη συνείδησή του μετά από κάθε παρανομία- δεν ήθελε αυτή τη φορά να μπαρκάρει μαζί τους , επειδή η γυναίκα του πριν από τρεις μήνες του είχε χαρίσει γιο, κι έπρεπε να τον βαφτίσει. Μα οι σύντροφοί του τον πίεζαν αφόρητα , γιατί ήταν απαραίτητος ένας ακόμη άνθρωπος στο πλοίο. Αναγκάστηκε τότε να πληρώσει άλλον ναύτη, για να μπαρκάρει στη θέση του.

Έτσι σαλπάρανε.

Καθώς ταξίδευαν στο πέλαγος, ακούστηκε ξάφνου από ψηλά μία φοβερή βροντή. Τρομοκρατημένοι συνέχισαν την πορεία τους. Μέσ’ από τη βροντή όμως λες και ξεπήδησε αμέσως ένα τεράστιο ραβδί, που χτύπησε με τόση δύναμη το πλοίο , ώστε μεμιάς το τσάκισε και το βούλιαξε αύτανδρο!

Πνίγηκαν όλοι, εκτός από έναν: τον μισθωτό ναύτη, που – θαυμαστό!- άρπαξε μια σανίδα και σώθηκε. Αυτός ήταν που διηγήθηκε μετά το πώς χάθηκε το καράβι.

Το απίστευτο – και όμως αληθινό – είναι ότι την ώρα ακριβώς που πνίγηκαν οι ναυτικοί , έπεσε νεκρός κι ο σύντροφός τους , που είχε μείνει πίσω για να βαφτίσει το παιδί του. Ξεψύχησε αναπάντεχα , στα καλά καθούμενα ,ενώ έτρωγε κι έπινε μαζί με μερικούς φίλους του!

- Τί να σκεφτούμε τώρα για όλ’ αυτά; Ρώτησε τους ακροατές του ο δίκαιος Νήφων. Γιατί χάθηκαν όλοι μονομιάς; Νομίζω πως είναι φανερό: Οι ναυτικοί καταδικάστηκαν από το Θεό γιατί δούλευαν συνειδητά και αμετανόητα στην αμαρτία. Και επειδή παρανομούσαν όλοι μαζί, γι’ αυτό πνίγηκαν έτσι φρικτά όλοι μαζί. Αυτός πάλι που πέθανε στο σπίτι του, ήταν επειδή έδειχνε λίγη μετάνοια. Να γιατί ξεψύχησε τουλάχιστον στη στεριά και κοντά στους δικούς του . Η δικαιοκρισία του Θεού δεν τον άφηνε να πνιγεί μαζί με τους υπόλοιπους , αφού είχε λίγη μεταμέλεια. Αυτή βέβαια , δεν ήταν αρκετή για να του εξασφαλίσει τη σωτηρία. Του εξασφάλισε όμως έναν καλύτερο θάνατο. Και το σώμα του αξιώθηκε να ταφεί στη γη, αντί να χαθεί στα βάθη της θάλασσας. Όσο για τον μισθωτό ναύτη που σώθηκε με τη σανίδα , ο Θεός έκρινε ότι δεν είχε τίποτα κοινό με τους άλλους στην παρανομία. Γι’ αυτό και τον απάλλαξε από την καταδίκη τους… Λοιπόν, παιδιά μου, ας αποφεύγουμε την αμαρτία, που τόσες οδύνες προξενεί και κανένα καλό δεν φέρνει. Πόσο πόνο, πόσο θρήνο και τί πέλαγος συμφορών γέννησε και γεννάει στο γένος των ανθρώπων!…

- Όμως, πάτερ, του παρατήρησαν οι χριστιανοί, δεν έδωσες απόκριση σ’ εκείνο ακριβώς που ρωτήσαμε την αγιωσύνη σου: Πώς δηλαδή , εξηγείται, να μπαίνουν στο ίδιο πλοίο άνθρωποι από διαφορετικούς τόπους, και να πνίγονται όλοι;

- Άνθρωπος που δεν είναι ένοχος για κάτι, σπάνια θα πνιγεί στη θάλασσα, απάντησε ο όσιος. Συχνά, βέβαια, γλυτώνουν τον πνιγμό και πολλοί αμαρτωλοί, που κινδυνεύουν ή και ναυαγούν στα πέλαγα. Τα οικονομεί έτσι ο Θεός , ώστε, ξεφεύγοντας το θάνατο, να έρθουν σε συναίσθηση των αμαρτιών τους και να μετανοήσουν. Άλλες φορές πάλι ο πανούργος διάβολος υπολογίζει, από διάφορες εξωτερικές ενδείξεις, ότι πλησιάζει το τέλος ενός ανθρώπου. Και τότε αγωνίζεται να τον θανατώσει μια ώρα αρχήτερα και με τρόπο βίαιο – είτε πνίγοντάς τον σε πηγάδια, είτε ρίχνοντάς τον σε γκρεμό, είτε ερεθίζοντας θηρία να τον κατασπαράξουν είτε βάζοντας άλλους ανθρώπους για να τον σκοτώσουν με γρονθοκόπημα ή πετροβόλημα ή δηλητήριο κ.ο.κ. Και όλ’ αυτά τα κάνει ο σατανάς μαζί με τους υπηρέτες του- πάντα, βέβαια , με παραχώρηση του Θεού- για να καυχηθεί , ο ανόητος, πως είναι κύριος του θανάτου των ανθρώπων…


Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...