Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η ζήλεια, όταν έχη κακότητα, μπορεί να κάνη ζημιά

Η ζήλεια, όταν έχη κακότητα, μπορεί να κάνη ζημιά. Αυτή είναι η βασκανία, είναι μια δαιμονική ενέργεια.
- Γέροντα, την βασκανία την παραδέχεται η Εκκλησία;
- Ναι, υπάρχει και ειδική ευχή. Όταν κανείς λέη κάτι με φθόνο, τότε πιάνει το "μάτι".
- Πολλοί, Γέροντα, ζητούν "ματάκια" για τα μωρά, για να μην τα ματιάζουν. Κάνει να φορούν τέτοια;
- Όχι, δεν κάνει. Να λέτε στις μητέρες σταυρό να τα φορούν.

- Γέροντα, αν κανείς επαινέση ένα ωραίο έργο, και αυτοί που το έφτιαξαν δεχθούν τον έπαινο με υπερήφανο λογισμό και γίνη ζημιά, αυτό είναι βασκανία;

- Αυτό δεν είναι βασκανία. Σ' αυτήν την περίπτωση λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι.
Παίρνει την Χάρη Του ο Θεός από τον άνθρωπο, και τότε γίνεται ζημιά.
Βασκανία υπάρχει σε σπάνιες περιπτώσεις.
Ιδίως οι άνθρωποι που έχουν ζήλεια και κακότητα -λίγοι είναι τέτοιοι - αυτοί είναι που ματιάζουν.

Μια γυναίκα λ.χ. βλέπει ένα παιδάκι χαριτωμένο με την μάνα του και λέει με κακότητα:
"Γιατί να μην το είχα εγώ αυτό το παιδί; Γιατί να το δώση ο Θεός σ' αυτή;"
Τότε το παιδάκι εκείνο μπορεί να πάθη ζημιά, να μην κοιμάται, να κλαίη, να ταλαιπωρήται, γιατί εκείνη το είπε με μια κακότητα.

Και αν αρρώσταινε και πέθαινε το παιδί, θα ένιωθε χαρά μέσα της.
Άλλος βλέπει ένα μοσχαράκι, το λαχταρά, και αμέσως εκείνο ψοφάει.
Πολλές φορές όμως μπορεί να ταλαιπωρήται το παιδί και να φταίη η ίδια η μάνα.
Μπορεί δηλαδή η μάνα να είδε καμμιά φορά κανένα αδύνατο παιδάκι και να είπε: "Τι είναι αυτό; Τι σκελετωμένο παιδί!"

Να καμάρωνε το δικό της και να κατηγόρησε το ξένο.
Και αυτό που είπε με κακία για το ξένο παιδί, πιάνει στο παιδί της.
Μετά το παιδί ταλαιπωρείται εξ αιτίας της μάνας, χωρίς να φταίη.
Λειώνει-λειώνει το καημένο, για να τιμωρηθή η μάνα και να καταλάβη το σφάλμα της.
Τότε φυσικά το παιδί θα πάη μάρτυρας!
Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.

Ο Γέροντας τόνιζε πως μόνον ο ιερεύς μπορεί να διαβάζη την ευχή για βασκανία.

πατήρ Παΐσιος

ΤΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ

"Νά βάζουμε ερωτηματικά στούς λογισμούς υπόνοιας"

- Γέροντα, τί βοηθάει νά διώχνω τούς λογισμούς υπόνοιας;

- Όλα είναι πάντα έτσι, όπως τά βλέπεις; Νά βάζης πάντα ένα ερωτηματικό σέ κάθε λογισμό σου, μιά πού όλα τά βλέπεις συνήθως αριστερά, καθώς επίσης καί από κανέναν καλό λογισμό γιά τούς άλλους, γιά νά μήν αμαρτάνης μέ τίς κρίσεις σου.

Άν βάζης δύο ερωτηματικά, είναι πιό καλά. Άν βάζης τρία, είναι ακόμη καλύτερα. Έτσι κι εσύ ειρηνεύεις καί ωφελείσαι, άλλα καί τόν άλλον ωφελείς. Αλλιώς, μέ τόν αριστερό λογισμό νευριάζεις, ταράζεσαι καί στενοχωριέσαι, οπότε βλάπτεσαι πνευματικά.

Όταν αντιμετωπίζης ό,τι βλέπεις μέ καλούς λογισμούς, μετά από λίγο καιρό θά δής ότι όλα ήταν πράγματι έτσι, όπως τά είδες μέ καλούς λογισμούς. Θά σού πώ ένα περιστατικό, γιά νά δής τί κάνει ο αριστερός λογισμός. Μιά μέρα ήρθε στό Καλύβι ένας μοναχός καί μού λέει: «Ο Γέρο- Χαράλαμπος είναι μάγος• έκανε μαγικά». «Τί λές, μωρέ χαμένε; Δέν ντρέπεσαι;», τού λέω. «Ναί, μού λέει, τόν είδα μιά νύχτα μέ φεγγάρι πού έκανε "μ, μ, μμμ..." καί έχυνε μέ μία νταμιτζάνα κάτι μέσα στά κλαδιά».

Πάω μία μέρα καί βρίσκω τόν Γέρο-Χαράλαμπο. «Τί γίνεται, Γέρο-Χαράλαμπε; τού λέω. Πώς τά περνάς; Τί κάνεις; Κάποιος σέ είδε πού έρριχνες εκεί μέσα στά βάτα κάτι μέ μία νταμιτζάνα καί έκανες "μ, μ, μμμ..."».

«Ήταν κάτι κρίνα μέσα στά ρουμάνια, μού λέει, καί πήγα νά τά ποτίσω. Έλεγα "Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!" -καί έρριχνα λίγο νερό στό ένα κρίνο• "Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!" καί έρριχνα λίγο νερό στό άλλο... Γέμιζα πάλι τήν νταμιτζάνα, ξαναέρριχνα».

Βλέπεις; Καί ο άλλος τόν πέρασε γιά μάγο! Βλέπω, μερικοί κοσμικοί τί καλούς λογισμούς πού έχουν! Ενώ άλλοι, οι καημένοι, πόσο βασανίζονται μέ πράγματα πού ούτε κάν υπάρχουν, άλλα ούτε καί ο πειρασμός θά μπορούσε νά τά σκεφθή! Μιά φορά, όταν έβρεξε μετά από μεγάλη ανομβρία, ένιωσα τέτοια ευγνωμοσύνη στόν Θεό, πού καθόμουν μέσα στό Καλύβι καί έλεγα συνέχεια: «Σ' ευχαριστώ εκατομμύρια-δισεκατομμύρια φορές, Θεέ μου».

Έξω, χωρίς νά τό ξέρω, ήταν ένας κοσμικός καί μέ άκουσε. Όταν μέ είδε μετά, μού είπε: «Πάτερ, σκανδαλίσθηκα. Άκουσα νά λές "εκατομμύρια-δισεκατομμύρια" καί είπα "τί είναι αυτά πού λέει ο πατήρ Παΐσιος;"». Τί νά τού έλεγα; Εγώ εννοούσα ευχαριστίες στόν Θεό γιά τήν βροχή, καί αυτός νόμιζε ότι μετρούσα χρήματα. Καί άν ήταν κανένας άλλος, θά μπορούσε νά έρθη νά μέ ληστέψη τό βράδυ, νά μού δώση καί ένα γερό ξύλο, καί τελικά δέν θά έβρισκε τίποτε.

Μιά άλλη φορά είχε έρθει κάποιος πού είχε άρρωστο παιδί. Τόν πήρα νά τόν δώ μέσα στό εκκλησάκι. Όταν άκουσα τό πρόβλημά του, τού είπα, γιά νά τόν βοηθήσω: «Κάτι πρέπει νά κάνης κι εσύ, γιά νά βοηθηθή τό παιδί σου. Μετάνοιες δέν κάνεις, νηστεία δέν κάνεις, χρήματα δέν έχεις, γιά νά κάνης ελεημοσύνες, πές στόν Θεό: "Θεέ μου, δέν έχω κανένα καλό νά θυσιάσω γιά τήν υγεία τού παιδιού μου, θά προσπαθήσω τουλάχιστον νά κόψω τό τσιγάρο"».

Ο καημένος συγκινήθηκε καί μού υποσχέθηκε πώς θά τό κάνη. Πήγα νά τού ανοίξω τήν πόρτα, γιά νά φύγη, καί εκείνος άφησε τό τσακμάκι καί τά τσιγάρα μέσα στό εκκλησάκι, κάτω από τήν εικόνα τού Χριστού. Εγώ δέν τό πρόσεξα. Μετά από αυτόν μπήκε ένας νεαρός στό εκκλησάκι, κάτι ήθελε νά μού πή, καί ύστερα βγήκε έξω καί κάπνιζε.

Τού λέω: «Παλληκάρι, δέν κάνει νά καπνίζης εδώ. Πήγαινε λίγο πιό πέρα». «Μέσα στήν εκκλησία επιτρέπεται νά καπνίζης;», μού λέει. Αυτός είχε δεί τό πακέτο μέ τό τσακμάκι πού είχε αφήσει ο πατέρας τού άρρωστου παιδιού καί έβαλε λογισμό ότι καπνίζω. Τόν άφησα νά φύγη μέ τόν λογισμό του. Καλά, καί άν κάπνιζα, καί μέσα στήν εκκλησία θά κάπνιζα; Βλέπετε τί είναι ο λογισμός;

- Γέροντα, η υπόνοια, η καχυποψία, πόση ζημιά μπορεί νά κάνη στήν ψυχή;

- Ανάλογα μέ τήν υπόνοια είναι καί η ζημιά. Η καχυποψία φέρνει καχεξία.

- Πώς θεραπεύεται;

- Μέ καλούς λογισμούς.

- Γέροντα, άν δή ο άνθρωπος ότι πέφτει έξω μιά φορά, αυτό δέν τόν βοηθάει;

- Άν πέση μιά φορά έξω, τέλος πάντων• άν πέση όμως δυό φορές, θά σακατευθή. Θέλει προσοχή, γιατί καί ένα τοίς χιλίοις νά μήν είναι τά πράγματα έτσι όπως τά σκεφθήκαμε, κολαζόμαστε. Όταν ήμουν στό Κοινόβιο, μιά φορά τήν Μεγάλη Σαρακοστή ένα γεροντάκι, ο Γέρο-Δωρόθεος, τηγάνιζε κολοκυθάκια. Τόν είδε ένας αδελφός τήν ώρα πού τά έβαζε στό τηγάνι καί έρχεται καί μού λέει: «Νά δής, ο Γέρο-Δωρόθεος τηγανίζει κάτι μπαρμπούνια τόσο μεγάλα!». «Μά, τού λέω, ο Γέρο-Δωρόθεος, Μεγάλη Σαρακοστή, δέν είναι δυνατόν νά τηγανίζη μπαρμπούνια». «Ναί, μού λέει, τά είδα μέ τά μάτια μου, κάτι μπαρμπούνια τόσα!».

Ο Γέρο- Δωρόθεος είχε έρθει δεκαπέντε χρόνων στό Άγιον Όρος καί ήταν σάν μάνα. Άν έβλεπε κανένα καλογέρι λίγο φιλάσθενο, «έλα εδώ, τού έλεγε, έχω ένα μυστικό νά σού πώ», καί τού έδινε λίγο ταχίνι μέ κοπανισμένα καρύδια ή κάτι άλλο. Καί τά γεροντάκια τά οικονομούσε ανάλογα. Πάω μετά στόν Γέρο-Δωρόθεο καί τί νά δώ; Κολοκυθάκια τηγάνιζε γιά τό νοσοκομείο!

- Καί άν, Γέροντα, ένας λογισμός υπόνοιας γιά κάποιον βγή αληθινός;

- Καί άν μιά φορά βγή αληθινός ένας τέτοιος λογισμός, σημαίνει ότι κάθε φορά θά είναι αληθινοί τέτοιοι λογισμοί; Ύστερα πού ξέρεις άν ο Θεός επέτρεψε νά βγή αληθινός εκείνος ο λογισμός, γιά νά δώση πνευματικές εξετάσεις ο άλλος στήν ταπείνωση; Βέβαια χρειάζεται νά προσέχη κανείς νά μή δίνη καί ο ίδιος αφορμές, ώστε ο άλλος νά βγάζη λανθασμένα συμπεράσματα. Γιά νά βάλη λ.χ. κάποιος έναν αριστερό λογισμό γιά σένα, μπορεί ο ίδιος νά έχη εμπάθεια, άλλα κι εσύ μπορεί νά έδωσες αφορμή. Άν, παρόλο πού εσύ πρόσεξες, ο άλλος σκεφθή κάτι εις βάρος σου, τότε νά δοξάσης τόν Θεό καί νά ευχηθής γιά εκείνον.

«Συζήτηση μέ τούς λογισμούς»

- Γέροντα, όταν έρχεται ένας λογισμός υπερήφανος, υποφέρω.

- Τόν κρατάς μέσα σου;

-Ναί.

- Γιατί τόν κρατάς; Νά τού κλεινής τήν πόρτα. Άμα τόν κρατάς μέσα σου, ζημιά έχεις. Έρχεται ο λογισμός σάν τόν κλέφτη, τού ανοίγεις τήν πόρτα, τόν βάζεις μέσα, πιάνεις κουβέντα μαζί του, καί μετά εκείνος σέ κλέβει. Μέ τόν κλέφτη πιάνει κανείς κουβέντα; Όχι μόνον κουβέντα δέν πιάνει, αλλά κλειδώνει τήν πόρτα, γιά νά μήν μπή μέσα.

Μπορεί ακόμη καί νά μή συζήτησης μαζί του, αλλά γιατί νά τόν αφήσης νά περάση; Άς πούμε ένα παράδειγμα• δέν λέω ότι έχεις τέτοιους λογισμούς, αλλά άς υποθέσουμε ότι σού έρχεται ένας λογισμός ότι μπορούσες νά είσαι εσύ Γερόντισσα. Εντάξει, ήρθε ο λογισμός.

Μόλις έρθη, πές στόν εαυτό σου: «πολύ καλά• θέλεις νά είσαι Γερόντισσα; γίνε πρώτα στόν εαυτό σου Γερόντισσα», οπότε αμέσως κόβεις τήν συζήτηση. Τί, μέ τόν διάβολο θά συζητάμε; Βλέπεις, όταν ο διάβολος πήγε νά πειράξη τόν Χριστό, Εκείνος τού είπε: «-Ύπαγε οπίσω μου, σατανά»[1]. Αφού ο Χριστός είπε στόν διάβολο: «άντε πήγαινε...», εμείς τί νά συζητάμε;

- Γέροντα, είναι κακό νά συζητάω έναν αριστερό λογισμό, γιά νά δώ από πού προέρχεται;

- Τό κακό είναι ότι δέν συζητάς μέ τόν λογισμό, όπως νομίζεις, άλλα μέ τό ταγκαλάκι. Περνάς ευχάριστα εκείνη τήν ώρα, μετά όμως παιδεύεσαι. Νά μή συζητάς καθόλου τέτοιους λογισμούς. Νά πιάνης τήν χειροβομβίδα καί νά τήν πετάς στόν εχθρό, γιά νά τόν σκοτώσης. Η χειροβομβίδα έχει τήν ιδιότητα νά μή σκάη αμέσως, αλλά μετά δύο-τρία λεπτά. Έτσι καί ο αριστερός λογισμός, άν τόν δίωξης αμέσως, δέν μπορεί νά σέ βλάψη.

Άλλα εσύ μερικές φορές δέν έχεις εγρήγορση, δέν λές τήν ευχή, καί δέν μπορείς νά αμυνθής. Έρχεται τό τηλεγράφημα τού διαβόλου απ' έξω, τό παίρνεις, τό διαβάζεις, τό ξαναδιαβάζεις, τό πιστεύεις καί τό περνάς στό αρχείο. Αυτούς τούς φακέλους θά τούς παρουσίαση τό ταγκαλάκι τήν ημέρα τής Κρίσεως, γιά νά σέ κατηγορήση.

- Γέροντα, πότε η προσβολή ενός αριστερού λογισμού είναι πτώση;

- Έρχεται ο λογισμός καί τόν διώχνεις αμέσως. Αυτό δέν είναι πτώση. Έρχεται καί τόν συζητάς. Αυτό είναι πτώση. Έρχεται, τόν δέχεσαι λίγο καί μετά τόν διώχνεις. Αυτό είναι μισή πτώση, γιατί καί τότε έχεις πάθει ζημιά, επειδή μόλυνε ο διάβολος τόν νού σου. Δηλαδή είναι σάν νά ήρθε ο διάβολος καί τού είπες: «Καλημέρα, τί γίνεται; Καλά; Κάθησε νά σέ κεράσω. Ά, ο διάβολος είσαι; Φύγε τώρα». Αφού είδες ότι είναι ο διάβολος, γιατί τόν έβαλες μέσα; Τόν κέρασες καί θά ξανάρθη.

«Συγκατάθεση στόν λογισμό»

- Γιατί, Γέροντα, μού περνούν στό μοναστήρι διάφοροι κακοί λογισμοί, ενώ στόν κόσμο δέν γινόταν αυτό; Εγώ τούς επιτρέπω;

- Όχι, ευλογημένη! Άσ' τους νά έρχωνται καί νά φεύγουν. Μήπως τά αεροπλάνα πού περνούν πάνω από τό μοναστήρι καί σού χαλούν τήν ησυχία σέ ρωτούν; Έτσι καί αυτοί οι λογισμοί. Μήν απελπίζεσαι. Αυτοί οι λογισμοί είναι κανοναρχίσματα τού διαβόλου. Είναι σάν τά διαβατάρικα πουλιά πού, όταν πετούν στόν ουρανό, είναι πολύ όμορφα νά τά χαζεύης. Άν όμως κατεβούν καί κάνουν φωλιά στό σπίτι σου, μετά κάνουν πουλάκια, καί τά πουλάκια λερώνουν.

- Γιατί όμως, Γέροντα, νά μού ερχωνται τέτοιοι λογισμοί;

- Αυτήν τήν δουλειά τήν κάνει ο πειρασμός. Αλλά υπάρχει μέσα σου καί κατακάθι• δέν έγινε ακόμη η κάθαρση. Εφόσον όμως εσύ δέν τούς δέχεσαι, δέν έχεις ευθύνη. Άφησε τά σκυλιά νά γαυγίζουν. Μήν τούς ρίχνης πολλές πέτρες. Γιατί, όσο τούς ρίχνεις πέτρες, συνεχίζουν νά γαυγίζουν καί από τίς πολλές πέτρες θά χτίσουν μοναστήρι ή σπίτι, ανάλογα..., καί ύστερα δύσκολα νά τό γκρεμίσης.

- Δηλαδή, Γέροντα, πότε γίνεται συγκατάθεση στούς λογισμούς;

- Όταν τούς πιπιλίζης σάν καραμέλα. Νά προσπαθήσης νά μήν πιπιλίζης τούς λογισμούς αυτούς πού είναι απ' έξω ζαχαρωμένοι καί μέσα φαρμάκι, καί ύστερα απελπίζεσαι. Τό νά περνούν λογισμοί κακοί από τόν άνθρωπο δέν είναι ανησυχητικό, γιατί μόνο στούς Αγγέλους καί στούς τελείους δέν περνούν λογισμοί κακοί. Ανησυχητικό είναι, όταν ο άνθρωπος ισοπέδωση ένα κομμάτι τής καρδιάς του καί δέχεται τά λυκόφτερα - τά ταγκαλάκια. Εάν καμμιά φορά συμβή καί αυτό, αμέσως εξομολόγηση, καλλιέργεια τού αεροδρομίου καί φύτεμα καρποφόρων δένδρων, γιά νά γίνη η καρδιά πάλι Παράδεισος.

Aγιος Νικόλαος, επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης (+1956)


Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της κεντροδυτικής Σερβίας. Ήταν το πρώτο από τα εννέα τέκνα των ευσεβών αγροτών Δραγομίρου και Αικατερίνης. Ασθενικός στη σωματική του διάπλαση και κράση, επέδειξε από μικρός την ευφυΐα του, την μεγάλη του αγάπη προς την Εκκλησία και το Θεό και την κλίση προς τον μοναχικό βίο. Σπούδασε, παρά το γεγονός της μεγάλης πτωχείας της οικογενείας του, στη θεολογική σχολή του Βελιγραδίου, ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Θεολογίας στη Βέρνη της Ελβετίας (1908), διδάκτωρ στην Οξφόρδη της Αγγλίας (1909) και στο Χάλλε της Γερμανίας (1911). Γνώριζε επτά γλώσσες μεταξύ των οποίων και στην ελληνική.
Ο Νικόλαος λάτρευε τον Θεό εξ όλης της καρδίας, ισχύος και διάνοιας αυτού, και ο Θεός του έδωσε στόμα και σοφία ασυναγώνιστα και ακαταγώνιστα. Εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη μονή Ρακόβιτσα, κοντά στο Βελιγράδι, το Δεκέμβριο του 1909. Είχε αρρωστήσει βαριά από δυσεντερία και έταξε, εάν ο Κύριος τον θεραπεύσει, να Του αφιερωθεί δια βίου με όλη του την ύπαρξη, όπως κι έγινε.
Κατά την περίοδο 1915- 1919 απεστάλη στην Αμερική και την Αγγλία για να συντρέξει και να ενισχύσει τον πολύπαθο Σερβικό λαό.
Έκανε πολλά ταξίδια. Τα σημαντικότερα θεωρούσε στο Άγιον Όρος. Ερχόταν για πολλά χρόνια, κάθε χρόνο και επί πολύ. Ξεκίνησε να έρχεται το 1920. Κυρίως παρέμενε στη μονή Αγίου Παντελεήμονος, όπου γνωρίσθηκε και συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου νωρίς αντελήφθη κι έκανε γνωστή την αγιότητα. Η επίδραση του Αγίου Όρους και των απλών μοναχών του και κυρίως του οσίου Σιλουανού ήταν αρκετά δυνατή επάνω του, μεγαλύτερη των λαμπρών σπουδών του, όπως έλεγε. Εδώ γνωρίσθηκε και με τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993), εξαιρετικό βιογράφο του οσίου Σιλουανού, τον οποίο και χειροτόνησε διάκονο.
Το 1919 εξελέξη επίσκοπος Ζίτσης στην κεντρική Σερβία και το 1920 μεταφέρθηκε στην Αχρίδα, όπου ανέπτυξε ένα τεράστιο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό έργο.
Ο Επίσκοπος Νικόλαος, παρά την τεράστια μόρφωσή του και τα πολλά του χαρίσματα, διακρινόταν για την απλότητα του ήθους του, την καλοσύνη και την αγάπη του. Η αρετή, η οποία κατ' εξοχήν τον στόλιζε, ήταν η ταπείνωση. Η μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας και η συναναστροφή του με Αγιορείτες Πατέρες πλούτιζαν την πνευματικότητά του. Με τα συγγράμματά του και την πνευματική του καθοδήγηση ο λαός αναγεννάται πνευματικά και ο μοναχισμός ανθίζει.
Το 1941, οι αρχές κατοχής της χώρας του, οι Γερμανοί, τον συλλαμβάνουν, τον περιορίζουν και το 1944 τον στέλνουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου της Γερμανίας, όπου υπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ο δούλος του Κυρίου εβάσταζε τα στίγματα του μαρτυρίου στο σώμα, που όλο είχε γίνει μια πληγή. Μάλιστα δέρμα στην πλάτη και στα πέλματα δεν υπήρχε.
Μετά την απελευθέρωσή του, το Μάϊο του 1945, δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το τότε καθεστώς τον θεωρούσε ανεπιθύμητο πρόσωπο. Πήγε, λοιπόν, στην Αμερική και παρά την κλονισμένη υγεία του συνέχισε το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο του Χριστού. Δίδαξε στην ιερατική σχολή της μονής του Αγίου Σάββα στο Λίμπερτβιλ του Ιλλινόϊς και από το 1951 εγκαταστάθηκε στη ρωσική μονή του Αγίου Τύχωνος στην Πενσυλβάνια, όπου καθοδηγούσε τους μοναχούς και διηύθυνε το θεολογικό σεμινάριο της μονής. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν τον αποθάρρυναν ποτέ. Αισθανόταν έντονα την παρουσία της Θείας Πρόνοιας στο βίο του και αυτό του έδινε δύναμη, ανδρεία και χαρά.
Η προσευχή του ήταν αδιάλειπτη και έρεε ως ποταμός του παραδείσου. Πενθούσε αβίαστα και έχυνε δάκρυα μετάνοιας, παρακλήσεως, μεσιτείας και δοξολογίας.
Προσευχόμενος το πρωί της Κυριακής 5 Μαρτίου του 1956 στο ταπεινό κελλί του και προετοιμαζόμενος να λειτουργήσει, κοιμήθηκε με ειρήνη.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

π. Βασίλειος Ιβηρίτης: Η παραβολή του Ασώτου Υιού

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ' αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ' αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι' αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι...»
Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι' αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).
Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ' ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι' αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι' αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.

Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».
Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χώραν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.

Το αληθινό μένει, μας σώζει
Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιον να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιον να καταφύγη, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, 8), που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.
Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α' ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.
Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ' όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ' ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.
Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συ­νειδητοποιώ.
Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.
Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.
Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.
«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».

Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα
Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.
Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγησι, την ξέρει πριν του την πη. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίση. Ήταν μα­ζί του, χωρίς να τον βλέπη ο γιος. Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη ορώμενος υπό τινος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ').
Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγησι· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγη από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, αλλά δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημά του, και στα­ματά. Δεν τολμά να συμπληρώση τη φράσι να ζήτη­ση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ' Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημά του και σιωπά.
Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, που με τον ίδιο τρό­πο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παι­δί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα που γύρισε. Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ' αυτόν τον γιο που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να αρθρώση τα άρρητα ή πώς να μειώση την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;
Στον γιο δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεώς τους ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.
Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν ... ενδύσατε ... θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ούτος ο υιός μου νε­κρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέ­μα του γιου του.
Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος.
Δεν μίλησε ο πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδησι του κινδύνου που επρό­κειτο να περάση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοι­χείο απάθειας που φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψι αισθήσεως. Όλα τα ζη. Όλα τα ξεπερνά με την άπει­ρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέ­χρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πη ο γιος λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια που πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλασι, τον χαμό, τον θάνατο.
Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμι, που υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύ­ρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμι της υιότητος και της πατρότητας. Ήταν αυτός γιος και είχε πη στην αρχή «πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χαμού, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.
Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξι και η ζωή της Εκκλησίας.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς

Ο Αγιος Νικόλαος γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 μ.Χ., από τον Ιωάννη και την Αυγουστίνα, το γένος Μελισσουργού. Οι ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.Από την παιδική του ηλικία εξέφρασε την έφεση και την αγάπη του προς τα ιερά και τα όσια. Ήταν φιλακόλουθος και διακονούσε πάντοτε στο ιερό τον παππού του ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό. Προορισμένος από τον Θεό να γίνει λειτουργός των Αγίων Μυστηρίων Αυτού μετείχε αδιάλειπτα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας με νηστεία, προσευχή και αγρυπνία.Μετά τον θάνατο του πατέρα του ήλθε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Αθήνα, όπου έγινε προστάτης αυτών. Ενυμφεύθηκε, εχήρευσε όμως νωρίς. Η πρεσβυτέρα του απεβίωσε μόλις γεννήθηκε το παιδί τους, ο Γιαννάκης, που το μεγάλωσε μόνος.
Ο Κύριος δεν εβράδυνε να τον αναδείξει λειτουργό της Εκκλησίας Του και τον κατέστησε εύθετο και εύχρηστο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Χειροτονείται διάκονος στις 28 Ιουλίου του 1879 μ.Χ., στο ναό Μεταμορφώσεως της Πλάκας, και μετά από πέντε χρόνια, στις 2 Μαρτίου 1884 μ.Χ., χειροτονείται Πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Διακονεί στο ιερό θυσιαστήριο επί 50 χρόνια περίπου (1884 - 1932 μ.Χ.), στους ναούς και του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στον Ιλισσό ποταμό, και της ακόμη πτωχότερης και απόμερης τότε Εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του λεγομένου «Κυνηγού», στη σημερινή οδό Βουλιαγμένης. Διακρίθηκε ως ο λειτουργικότερος ιερεύς, άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή υπήρξε και αναδείχθηκε συνεχής διακονία του Θυσιαστηρίου. Από «φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός» παρέμενε στο ναό. Ήταν αφιλάργυρος κατά τον τρόπο και πλήρης έργων αγαθών και ελεημοσύνης. Του αρκούσε για τροφή λίγο ψωμί και λίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε ο ίδιος, και κάποιες φορές, λίγο γάλα που του πρόσφεραν βοσκοί στην ερημική τότε περιοχή της ενορίας του. Αλησμόνητες παρέμειναν οι αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε στο ναό του Αγίου Ελισσαίου Αθηνών. Αναφέρονται και μαρτυρίες παιδιών, ότι τον έβλεπαν κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο να στέκεται υπεράνω της γης. Μαρτυρίες δε περιφανών λογίων, όπως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρου Μωραϊτίδου, που έψαλλαν στις αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε, εξαίρουν τη σπάνια και αγία ιερατική αυτού προσωπικότητα.

Ο παπα- Νικόλας, ο λεγόμενος «απλός», ζούσε μέσα στη χαρά της Θείας Ευχαριστίας, την οποία τελούσε ανελλιπώς κάθε ημέρα, όπως την όριζαν οι λειτουργικοί κανόνες, και την παρέτεινε επί πολλές ώρες, για να έχει την πνευματική της απόλαυση. Πάντα ανταποκρινόταν στο γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα και ετελούσε πανηγυρικά το Μυστήριο της ελεύσεως και παρουσίας του Αναστημένου Κυρίου, που αποκαλύπτει τον εαυτό Του, όπως τότε στο Μυστικό Δείπνο. Η χαρά της Αναστάσεως, που βρίσκεται στην καρδιά της Ευχαριστίας, γινόταν οντολογική αναψυχή και αγαλλίαση στον φλεγόμενο από θεία Αγάπη Γέροντα. Η μέθεξή του στην πασχάλια χαρά τον συνέπαιρνε. Δεν ήταν γι αυτόν ένα απλό εφημερικό καθήκον. Πρόφαση ήταν το επί ώρες παρατεινόμενο μνημόσυνο των ζωντανών και των κοιμηθέντων, από τον όγκο των σημειωμάτων που κρατούσε πάντα σ' ένα δισάκι. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να διακόψει ποτέ τη χαρά της Τράπεζας της Ευχαριστίας, τη θέα του Αναστημένου Σώματος και Αίματος του Χριστού.

Ο αείμνηστος Γέροντας, αφού έφθασε στα 82 του χρόνια και έδωσε πρωτοφανή στον αιώνα μας μαρτυρία ουρανίων χαρισμάτων, οσιότητος, ταπεινώσεως, απλότητος, διακρίσεως, ελεημοσύνης, ασκήσεως και κατά Θεόν σοφίας, αφού εστάθηκε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων ορφανών και πτωχών και έφθασε στο ύψος θείας τελειότητος, εκοιμήθηκε οσίως εν ειρήνη το 1932 μ.Χ. και τον έθαψαν μπροστά στον Ναό του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού.

Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού.

Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991 - 1992 μ.Χ.) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Νικοδήμου, και βεβαίως με την φροντίδα του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου κ.κ. Αμβροσίου.

Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Λειμώνος Λέσβου.

Σύμφωνα με τον ιστοχώρο της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος η μνήμη του Αγίου ιερέως Νικολάου του Πλανά, τιμάται κατά την πρώτη Κυριακή του Μαρτίου, δια μεταθέσεως εκ της κυριώνυμης ημέρας αυτού, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σύμφωνα όμως με τον ιστοχώρο της Ιεράς Μητρόπολης Παροναξίας ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν όμως η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή. Εμείς καταχωρούμε προσωρινά την εορτή του Αγίου Νικολάου Πλανά στις 2 Μαρτίου μέχρι να εξακριβώσουμε την ημερομηνία της εορτής του.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τᾶς τοῦ πλάνου παγίδας ἐκφυγῶν, ἱερώτατε, ἀπλανῶς ἐπορεύθης διὰ βίου, πατὴρ ἠμῶν, Νικόλαε ἀοίδιμε Πλανᾶ, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, ἀγρυπνίαις καὶ νηστείαις, ἱερουργῶν ὁσίως τῷ Κυρίῳ σου. Ὅνπερ καθικετεύων ἐκτενῶς, Νάξιον ἱεράτευμα, πρέσβευε δωρηθῆναι καὶ ἠμὶν τὸ θεῖον ἔλεος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...