Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ο Τρικαλινός Ιερομόναχος Χαρίτων ο Αγιορείτης (1836-1906)


1.- Ο βίος του.
Ελάχιστα είναι γνωστός στην πατρίδα του ο περίφημος και περιβόητος στα χρόνια του παπα-Χαρίτων ο πνευματικός που ασκήθηκε στο Άγιον Όρος. Θεωρούνταν και ήταν μεγάλο πνευματικό ανάστημα, ισάξιος των παλιών νηπτικών πατέρων και γνήσιο τέκνο των Κολλυβάδων
Από την (ανέκδοτη δυστυχώς ακόμη) αυτοβιογραφία του που φυλάσσεται σε χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους[1] γνωρίζουμε ότι ο όσιος αυτός ασκητής γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1836 στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο Τρικάλων (Μεγάλο Μέρτσιο ονομαζόταν τότε). Ήταν γιος του ιερέα  του χωριού και όταν βαφτίσθηκε έλαβε το όνομα Χαράλαμπος. Το κοσμικό του επώνυμο ήταν «Παπαδόπουλος» ή «Παπαγεωργόπουλος». Σπούδασε στα Τρίκαλα κατά τα έτη 1844 έως 1852.
Μέσα του όμως έκαιγε ο πόθος του μοναχικού βίου που τον ωθούσε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Να πώς ο Κύριος οικονόμησε τη σωτηρία του:
«Ο πατέρας μου, έλεγε, ήταν ιερέας και είχε έργο πολύ βαρύ και δύσκολο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλιστα λίγο μετά την επανάσταση του ’21. Με έπαιρνε, όταν ήμουν ηλικίας δέκα έως δώδεκα χρονών, μαζί του να τον βοηθήσω να κάνει τις θείες λειτουργίες σε χωριά μακριά από το δικό μας. Περνούσαμε τη νύχτα με φόβο και τρόμο από το νεκροταφείο ενός χωριού που ήταν πολλοί Τούρκοι κάτοικοι.
»Στο κεφαλοχώρι αυτό, όταν περνούσαμε από το τούρκικο νεκροταφείο, βλέπω πάνω σε κάθε τάφο να κάθεται και ένα σκυλί. Από τα σκυλιά αυτά άλλο είχε για στρώμα ένα ωραίο χαλί, άλλο κάθονταν πάνω σε μαξιλαράκι, άλλο σε ένα κουρέλι και άλλο τελείως κάτω στο χώμα και τις λάσπες, κι όλα έτρεμαν από το κρύο.
»Βλέποντας αυτά εγώ, καθόμουν και χάζευα.  Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου φεύγοντας νόμιζε πως εγώ τον ακολουθώ κι έτσι είχε αρκετά απομακρυνθεί. Σαν είδε πως δεν πήγαινα κοντά του, γύρισε και με βρήκε να παρατηρώ τους τάφους.
»Στην ερώτηση γιατί παρέμεινα εκεί, του διηγήθηκα αυτά τα παράξενα και περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στους τάφους των Τούρκων.
»Ο πατέρας μου, ο οποίος δεν έβλεπε τίποτε απ’ αυτά που εγώ είδα, μου εξήγησε πως όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, το σώμα θάβεται στη γη, αλλά η ψυχή πηγαίνει στο δίκαιο Κριτή να δώσει λόγο για τις πράξεις που έκαμε στη ζωή με το σώμα εδώ στη γη. Και ανάλογα με τα έργα του ο καθένας θα πληρωθεί. Γι’ αυτό τα σκυλιά που βλέπεις να κοιμούνται πάνω στους τάφους είναι οι ψυχές των Τούρκων που είναι άπιστοι  γιατί δεν πίστεψαν στη μόνη πραγματική και αληθινή θρησκεία των Χριστιανών, αλλά επειδή σ΄ αυτή την ψεύτικη θρησκεία που διδάχθηκαν μένουν πιστοί, όπως πιστά μένουν τα σκυλιά στα αφεντικά τους, έτσι και αυτών η ψυχή πήρε τη μορφή σκύλου. Και επειδή μερικοί απ’ αυτούς στη ζωή τους μπορεί να είχαν κάνει καλά έργα και κοινωφελείς πράξεις, ο Θεός σαν δίκαιος που είναι δίνει στη ψυχή τους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία που θα γίνει η τέλεια κρίση και ανταπόδοση σε όλους τους ανθρώπους, δίνει και σ΄ αυτούς από τώρα μερική απόλαυση. Γι’ αυτό και βλέπεις άλλα σκυλιά να είναι πάνω σε χαλιά, άλλα σε απλό πανί και άλλα κάτω στη γη.
»Όταν άκουσα αυτά από τον πατέρα μου, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα πώς καιμε ποιο τρόπο θα σώσω την ψυχή μου. Έτσι μετά από τα πρώτα σχολικά γράμματα, σαν έγινα παλικάρι είκοσι χρόνων, έφυγα κρυφά από τους γονείς μου και πήγα για λίγο στα βράχια των Μετεώρων………»[2]
Στα Άγια Μετέωρα ο Χαράλαμπος πήγε το 1854 σε ηλικία 18 ετών. Εκεί έμεινε τρία έτη.[3] Το 1857 αναχώρησε για το Άγιο Όρος όπου έγινε ρασοφόρος μοναχός το 1862 και έλαβε το όνομα Χαρίτων. Το 1865 αναχώρησε και πάλι για τους Αγίους Τόπους και το Σινά, όπου έγινε σταυροφόρος μοναχός. Στην αρχαία και ιστορική μονή του Σινά έμεινε πέντε έτη. Ασχολήθηκε με την καλλιγραφική αντιγραφή χειρόγραφων από τη σπουδαία βιβλιοθήκη της Μονής. Το διακόνημα αυτό φυσικά πλούτισε τις γνώσεις του φιλομαθούς πατρός Χαρίτωνος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η φιλομάθειά του τον ανάδειξε συν τω χρόνω σε λόγιο. Στα σπουδαία μοναστικά κέντρα που ασκήθηκε (Άγια Μετέωρα, Σινά και Άγιον Όρος) οι βιβλιοθήκες είναι πλούσιες. Αντιγράφοντας και διαβάζοντας με επιμέλεια, αφομοίωσε πλήθος γνώσεως από τις χειρόγραφες πηγές τους και από άλλα σπάνια παλαίτυπα βιβλία. Σε εκατό ανέρχονται τα χειρόγραφα βιβλία που αντέγραψε ο ίδιος. Σε μερικά (λ.χ. στο Μέγα Γεροντικό και το Λαυσαϊκό)  όχι μόνον έκανε συμπληρωματικές παρεμβάσεις αλλά πρόσθεσε και προοιμιακά κείμενα δικά του, τα οποία καταδεικνύουν την λογιότητα και την εγγραματοσύνη του.[4]
Το 1870 επέστρεψε και πάλι στο Άγιο Όρος. Εγκαταστάθηκε στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, στους πρόποδες του όρους Άθω, όπου έμεινε για δύο έτη. Το 1872 πήγε στο κελί του Αγίου Νείλου, κοντά στην Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Χειροτονήθηκε επίσης ιερέας. Το διάστημα από 1873 μέχρι 1877 κοινοβίασε στην Ιερά Μονή  Κωνσταμονίτου. Εκεί έγινε πνευματικός. [5]
Σημαντική για την πνευματική του εξέλιξη είναι η περίοδος 1877 μέχρι 1880 που εντάχθηκε στη συνοδεία του περίφημου ασκητή και Άγιου Γέροντα Χατζηγεώργη. Έζησε ως υποτακτικός του στην Κερασιά της Μεγίστης Λαύρας.  Το 1880 ξαναγύρισε στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, όπου έμεινε μέχρι το 1887. Τη διετία 1887-1889 ασκήθηκε στο Κελί του Αγίου Αρτεμίου κοντά στον Άγιο Νείλο. [6]
«… Η Γεροντία της Μεγίστης Λαύρας, συνεχίζει διηγούμενος ο παπα-Χαρίτων, με υποχρέωσε να έλθω εδώ στη Σπηλιά του αγίου Αθανασίου στη Βιγλα διότι ήταν μεγάλη ανάγκη να έχει το ησυχαστικό Κάθισμα και Προσκύνημα αυτό Πνευματικό, εφόσον είχε  κοιμηθεί εν Κυρίω ο προκάτοχός μου Πνευματικός κυρ-Νικηφόρος.
»Εδώ στη Σπηλιά πολύ σκληρά πολεμήθηκα από τον πολυμήχανο εχθρό του ανθρωπίνου γένους, τον Διάβολο. Όπως βλέπε κι εσείς παιδιά μου, έλεγε, κάθε μέρα εξακολουθεί να μας πειράζει και τώρα, ρίχνει βράχια στη Σπηλιά μπροστά για να μας σκοτώσει, αλλά επειδή δεν έχει εξουσία δεν έχει την άδεια από τον Θεό, δεν μπορεί να μας βλάψει.
»Γι΄ αυτό παιδιά μου μη φοβείσθε το Διάβολο διότι δεν μπορεί να σας πειράξει περισσότερο από την αντοχή και τη δύναμη που έχετε λάβει από το Θεό…»
Έτσι με συμβουλές και νουθεσίες στήριζε στην αρετή όχι μόνον τους υποτακτικούς του, αλλά και όλους όσοι τον επισκέπτονταν. Κι αυτός στη ζωή του εκεί στη Σπηλιά όσα χρόνια έμεινε ουδέποτε έφαγε λάδι ή αρτυμένο φαγητό μέχρις ότου παρέλαβε Κύριος ο Θεός την αγνή ψυχή του στη Βασιλεία των Ουρανών σε αρκετά μεγάλη ηλικία.[7]
Στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη ο παπα-Χαρίτων ασκήθηκε 17 έτη, από το 1889 μέχρι το τέλος του βίου του το 1906. Εκεί κυρίως έδρασε και απέκτησε φήμη ως πνευματικός. Απέκτησε τετραμελή συνοδεία. Γνωστοί είναι ο παπα-Κοσμάς που τον διαδέχθηκε στη Σπηλιά, ο διακο-Δαμιανός, κατά σάρκα αδελφός αυτού (από την Τήνο), και ο μοναχός Αθανάσιος (από τη Δάφνη Καλαβρύτων). Στο Σπήλαιο συνέχισε παράλληλα και το προσφιλές έργο της αντιγραφής χειρογράφων. [8]
Στο σπήλαιο του αγίου Αθανασίου στο σεισμό του 1905 η συνοδεία του παπα-Χαρίτωνα διασώθηκε με τρόπο θαυμαστό.[9]
Οι πατέρες είχαν συνήθεια να εγείρονται  την έκτη ώρα του μεσονυκτίου και να διαβάζουν την ακολουθία τους. Τη νύχτα όμως του σεισμού ο Γέροντας παπα-Χαρίτων, φωτισμένος από το Θεό σηκώθηκε μισή ώρα νωρίτερα και εισήλθε στο σπήλαιο, όπου είναι ναός της Θεοτόκου. Τα οικήματα των ησυχαστών είναι έξω από το σπήλαιο στην κυριολεξία πάνω στο χείλος του γκρεμού. Έτσι ο Θεός οικονόμησε των σωτηρία της συνοδείας του παπα-Χαρίτωνα. Αφού λοιπόν οι πατέρες εισήλθαν στο Ναό και άρχισαν με κατάνυξη να κάνουν την ακολουθία τους, εκείνη ακριβώς την ώρα άρχισε να σείεται όλο το σπήλαιο. Ογκωδέστατοι λίθοι έπεσαν από μεγάλο ύψος με κρότο και φαινόταν ότι όλο το όρος είχε διαρρηγεί σαν από κρατήρα ηφαιστείου. Καπνοί, κονιορτοί και  δυνατή οσμή από την προστριβή των αλλεπάλληλων βράχων έδιναν την εντύπωση ότι το παν είχε χαθεί. Οι λίθοι παρέσυραν και τα οικήματα των μοναχών που ήσαν έξω από το σπήλαιο και τα γκρέμισαν στη θάλασσα που είναι σε 300 μέτρα βάθος σε μέρος πολύ κατωφερές και απόκρημνο. Όμως η Κυρία Θεοτόκος, εισάγοντας νωρίτερα τα τέκνα της στο ναό του σπηλαίου, σκέπασε αυτούς και τους διάσωσε αβλαβείς. Όταν ξημέρωσε, οι πατέρες ξεθάρρεψαν και βγήκαν από το σπήλαιο για να δουν την κατάσταση. Αμέσως ευχαρίστησαν την Παναγία για τη θαυμαστή διάσωσή τους. Οι πατέρες της Μεγίστης Λαύρας όταν συνήλθαν από το σεισμό, έστειλαν μερικούς  με ζώα και ιερέα για  παράσχουν βοήθεια στους πατέρες του σπηλαίου. Όταν έμαθαν τι έγινε, θαύμασαν και δόξασαν το Θεό.
Ο παπα-Χαρίτων κοιμήθηκε στις 14 Αυγούστου 1906.
Ο υποτακτικός του άφησε την παρακάτω ιδιόγραφη σημείωση:
«Το έτος 1906 Αυγούστου 14 ο μακάριος ούτος πνευματικός παπα-Χαρίτων Παπαγεωργόπουλος ανεπαύθη εν Κυρίω άγων το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας του. Ήτο σεβαστός εις την θεωρίαν και λίαν πεπαιδευμένος και έμπειρος της θείας Γραφής. Το γένειόν του ήτο κατάλευκον και μακρύ έως την οσφύν του και ενάρετος πολύ. Η δε πατρίς του ήτο το χωρίον Μεγάλο Μέρτσιον από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Ο θάνατος αυτού ελύπησεν πάντας του μοναχούς Αγιορείτας, διότι είχαν αυτόν πνευματικόν τους πατέρα.
«Θλίψις, χαρά και βάσανα ενταύθα τελευτώσιν,
μόνον δε τα καλά έργα εις τον αιώνα ζώσι.
Πλούτος, δόξα και αξιώματα προς τούτοις ματαιότης,
αγάπη δε υπομονή, ταπείνωση όντως μακαριότης».
Απεβίωσεν και ετάφη ούτος εν των Σπηλαίω του Αγίου Αθανασίου».[10]
Μετά την κοίμησή του η συνοδεία του δεν μπόρεσε να μείνει για πολύ ακόμη στη Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου. Οι πατέρες επιθυμούσαν τόπο περισσότερο ησυχαστικό και στη Σπηλιά πήγαινε πολύς κόσμος από τη Λαύρα, κατάσταση που ενοχλούσε αφάνταστα όλη τη συνοδεία. Αποφάσισαν λοιπόν να εγκατασταθούν στα Καυσοκαλύβια, όπου κτίσανε ναό επ΄ ονόματι του «Ακαθίστου Ύμνου».[11]
2.-  Τα χαρίσματά του.
Ο μακάριος παπα-Χαρίτων, το μυρίπνοο αυτό άνθος της ερήμου του Αγίου όρους, υπήρξε φωτισμένη και πολυτάλαντη προσωπικότητα.
Μέγας ησυχαστής και μύστης της νοεράς προσευχής. Οι συχνές μετακινήσεις του δεν οφείλονταν σε αστάθεια του χαρακτήρα του.  Ήσαν αποτέλεσμα της μεγάλης του επιθυμίας για εξασφάλιση περισσότερο ησυχαστικών όρων διαβίωσης, ασκήσεως και προσευχής. Κατά την ενάσκησή του σε τόσο σπουδαία μοναστικά κέντρα (Άγια Μετέωρα, Σινά, Άγιον Όρος)  εντρύφησε ως πνευματική μέλισσα στο ασκητικό νέκταρ των λουλουδιών των περιβολιών αυτών. Η μαθητεία του κοντά στον άγιο ησυχαστή του Άθωνα, τον Χατζηγιώργη (+1886) όχι μόνον πλούτισε τη ψυχή του με αρετές, αλλά κυρίως  τον προετοίμασε για το μεγάλο έργο της ποιμάνσεως ψυχών.
Υπήρξε άριστος και εμπειρότατος πνευματικός που κυριολεκτικά «άφησε εποχή» για το έργο αυτό. Βοήθησε, καθοδήγησε και ανάπαυσε πολυάριθμες ψυχές. Συχνά τον προσκαλούσαν να εξομολογήσει στις Ιερές Μονές Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού), Κουτλουμουσίου, Κωνσταμονίτου κ.α.
Ήταν λόγιος και φιλομαθής, όπως σημειώθηκε. Σε εκατό ανέρχονται τα χειρόγραφα που ο ίδιος αντέγραψε. Εκτός από την αυτοβιογραφία του έγραψε το Γεροντικό του Αγίου Όρους, Σινά και Μετεώρων, το οποίο ευχής έργον θα ήταν να εκδοθεί κάποτε. Όλα τα βιβλία και τα χειρόγραφα του παπα-Χαρίτωνα φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του Κυριακού της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων, στην οποία τα δώρισε ο τελευταίος από τους μαθητές του μοναχός Αθανάσιος. Στη βιβλιοθήκη του υπάρχουν και αρκετά βιβλία του Αγίου Νεκταρίου, από τα οποία δύο έχουν την ιδιόχειρη αφιέρωση του αγίου στον παπα-Χαρίτωνα.[12]
Ήταν επίσης και σπουδαίος υμνογράφος. Ως άριστος γνώστης του εκκλησιαστικού τυπικού άφησε πλήθος τυπικές διατάξεις για μεγάλες εορτές. Ανθολόγησε ή συμπλήρωσε ο ίδιος πολλές Ακολουθίες και συνέθεσε άλλες απαρχής. Έτσι  συνέγραψε 12 Μηναία που βρίσκονται σε χειρόγραφα στην ίδια βιβλιοθήκη. Έγραψε και ένα άλλο ποιητικό έργο, το «Ταξίδι στους ουρανούς» με μεστά από πνευματικό περιεχόμενο τροπάρια. Περιέχουν συμβουλές, πνευματικά παραγγέλματα και εντολές.
Δείγμα[13] του υμνογραφικού έργου του παπα-Χαρίτωνα αποτελούν τα παρακάτω τροπάρια από το «Ταξίδι στους ουρανούς».
Ήχος α΄ . Των ουρανίων ταγμάτων.
Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν δάκρυα,
ευχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην,
γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε,
μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος.
Υπακοήν πάσαν έχε, τω προεστώτι σου,
αγάπην τε προς τούτον, και προς πάντας εξ ίσου,
τους αδελφούς γνησίαν ω μοναχέ, και μηδόλως αντίλεγε,
τοις επιτάγμασι τούτου ιν΄ εκ Θεού, μαρτυρίου λάβης στέφανον.
Μη επιλάθου του ψάλλειν, ώρας μεσώρια,
την πρώτην και την τρίτην, έκτην και την ενάτην,
τα τυπικά συνήθως, εσπερινόν και απόδειπνον όρθον τε,
και εν νυκτί και ημέρα την του Θεού, μνήμην έχε εν καρδία σου.
Όταν ακούσης σημάντρου, δράμε ως έλαφος,
εις τον ναόν Κυρίου, και προσεύχου και ψάλλε,
πρόσχες μη εξέλθης εκ του ναού, πριν απόλυσις γένηται,
και εν νυκτί και ημέρα της φοβεράς, του Χριστού δίκης μνημόνευε.
Αεί σαυτόν εκβιάζου, ίνα σωθής αδελφέ,
Παρασκευή Τετράδι και Δευτέρα επίσης,
έσθιε εφ΄ άπαξ άρτον ξηρόν, και το ύδωρ σου μέτριον,
πίνε Θεώ ολοψύχως ευχαριστών, και της θείας επιτεύξη τρυφής.
Εξομολόγησιν ποίει, των πονηρών λογισμών,
κακών απέχου πάντων, την μετάνοιαν πόθη,
δίωκε ταχέως το πονηρόν, της πορνείας ενθύμιον
και ταύτα πάντα φυλάξας ω μοναχέ, κατοικήσης εις Παράδεισον.
Χρημάτων όλων φροντίδα, ποίει μηδέποτε,
ούτε των εδεσμάτων ούτε των ιματίων,
πλην των αναγκαίων και ικανών, προς την σύστασιν σώματος,
έχε δε μέριμναν μόνην εν ση ψυχή, Παραδείσου της τερνότητος.
Ο ποιητής των απάντων, Χριστός ο Κύριος,
δια την σωτηρίαν, των ανθρώπων κατήλθεν,
εξ ύψους ουρανίου επί της γης, και γενόμενος άνθρωπος,
οδόν αρίστην υπέδειξεν τοις βροτοίς, σωτηρίας επιτεύξασθαι.
3.- Θαυματουργική ενέργεια μετά την κοίμηση του παπα-Χαρίτωνα.
«Λίγο μετά το θάνατο του Παπα-Χαρίτωνα, ένας αδελφός από τη συνοδεία του, ο Αθανάσιος, έπαθε δηλητηρίαση. Ο παπα-Κοσμάς, επειδή δε γνώριζε τι να κάνει, πήγε στον τάφο του πεθαμένου Γέροντά του και με δάκρυα στα μάτια έκανε τρεις μετάνοιες και είπε:
-«Γέροντα, ο Αθανάσιος αρρώστησε και πεθαίνει, πες μου σε παρακαλώ τι να κάνω;»
Τότε απότομα γέμισε ο τόπος από φως. Ήταν νύχτα και έφεξε ο τόπος. Αμέσως παρουσιάζεται μπροστά του η μορφή του Γέροντα και πνευματικού του Χαρίτωνα και τον ρώτησε:
-«Τι θέλεις; Τι συμβαίνει και κλαις και φωνάζεις; Δώστου ένα γαρύφαλλο να φάει και θα γίνει καλά. Δεν έχει τίποτε».
Ο παπα-Κοσμάς έτρεξε, πήρε δύο γαρύφαλλα, τα έδωσε στον ασθενή, ο οποίος έφαγε μόνο το ένα και έγινε αμέσως καλά. Πέρασαν όλοι οι πόνοι που τον ενοχλούσαν και κυριολεκτικά σφάδαζε.
Ο παπα-Κοσμάς τότε θυμήθηκε ότι ο Γέροντάς του ήταν προ πολλού πεθαμένος. Πώς λοιπόν παρουσιάσθηκε μπροστά του και συνομίλησε μαζί του; Τρέχει αμέσως στον τάφο και άρχισε από τη χαρά  και τη συγκίνηση να φωνάζει και να ευχαριστεί το Γέροντά του. Έμεινε δε εκεί όλη τη νύχτα προσευχόμενος και δοξάζων τον Θεό που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού». (Ψαλμ. ΞΖ΄36)»[14]
Την ευχή του να έχουμε!

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Η συγχώρηση - Μια αληθινή ιστορία!

Πριν πολλά χρόνια και μετά την λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό, έγινε ένας φόνος, για πολιτικούς μάλλον λόγους και εξαιτίας του μεγάλου φανατισμού, που επικρατούσε εκείνη την εποχή.
Κατηγορήθηκε, λοιπόν, κάποιος χωριανός, ο Πέτρος Γ. και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση.

Ο κατηγορούμενος όμως... ισχυρίζετο συνεχώς ότι ήτο αθώος. Κλείσθηκε σε αγροτικές φυλακές, αλλά μέρα-νύχτα διαλαλούσε και μονολογούσε ότι ήτο αθώος. Σ' αυτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά τον μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε στο εκκλησάκι που υπήρχε και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν. Ύστερα από 5-6 μήνες, πήγε... και ο εν λόγω χωριανός στον ευλαβή εκείνον ιερέα και εξομολόγο, και ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του Πνευματικού, βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.

Από τότε που εξομολογήθηκε μέσα στις φυλακές ο Πέτρος Γ., άλλαξε τελείως διαγωγή και έγινε ο άνθρωπος της προσευχής και της μελέτης του Ευαγγελίου, που του δώρησε εκείνος ο καλός ιερεύς. Μέσα σ' έναν χρόνο αλλοιώθηκε τόσο πολύ, που όλοι οι συγκρατούμενοί του και βαρυποινίτες άρχισαν να τον σέβωνται και να του φέρωνται φιλικά. Και με την Χάρι και τον φωτισμό του Θεού γρήγορα πείσθηκε ο ευλαβής ιερεύς για την αθωώτητά του, ώστε του επέτρεπε να κοινωνή κάθε φορά που λειτουργούσε στις φυλακές.

Ο ιερεύς προσπάθησε κάτι να κάμη μέσω κάποιων δικηγόρων, αλλά οι μάρτυρες ήσαν απολύτως κατηγορηματικοί, γιατί ήσαν δήθεν παρόντες στον φόνο. Παρά ταύτα ο Εξομολόγος πίστευε ότι όντως ήτο αθώος και θύμα σκευωρίας. Ο Πέτρος Γ. όχι μόνο προσηύχετο με το Όνομα του Ιησού Χριστού, που το έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», αλλά μελετούσε το Ευαγγέλιο και κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σε όλους τους συγκρατουμένους του πολλή καλωσύνη.

Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά και τους κατηγόρους του και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά. Δεν φταίνε, οι καημένοι, έλεγε. Φταίει το πολιτικό και ιδεολογικό πάθος, φταίει και ο διάβολος που τους σκοτείνιασε το μυαλό κι έτσι κρύψανε την αλήθεια. Θεέ μου, συγχώρεσέ τους. και από μένα να 'ναι συγχωρεμένοι. και χάρισέ τους πλούτη και αγαθά πολλά, αλλά χάρισέ τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία.

Έτσι πέρασαν 19 χρόνια. Κατόπιν, λόγω της καλής και αρίστης διαγωγής και επειδή έκανε και στις τότε αγροτικές φυλακές, όπου εμειώνετο η ποινή, αποφυλακίσθηκε. Ήτο πλέον 50 ετών. Στο χωριό όμως δεν έγινε δεκτός, επειδή τον πίστευαν όλοι για φονιά και κυρίως οι συγγενείς του φονευμένου. Έτσι, μετακόμισε σε μια γειτονική πόλι και έκαμε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως τον μαραγκό, δουλειά που την έμαθε στην φυλακή. Η ζωή του όμως εξακολουθούσε να είναι ζωή ενός αληθινού χριστιανού, με την ακριβή συμμετοχή στα Μυστήρια, με την σωστή τήρηση των ευαγγελικών εντολών και ιδιαιτέρως με την προσευχή. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο της ζωής του.

Η Ευχή και το Ευαγγέλιο ήσαν γι' αυτόν «άρτος ζωής» και «ύδωρ ζων». Μία κοπέλα 42 ετών, θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής, πληροφορήθηκε από τον Πνευματικό των φυλακών, που ήτο και δικός της Πνευματικός, τα πάντα για τον Πέτρο Γ. και ιδιαιτέρως για το πόσο ήτο αφοσιωμένος στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Πήγε, τον βρήκε και κατόπιν τον ζήτησε η ίδια σε γάμο!. Από τον ευλογημένο αυτό γάμο προήλθαν δυό παιδιά, υγιέστατα.

Ύστερα από μερικά χρόνια, στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος αρρώστησε βαρειά με ανεξήγητους φοβερούς πόνους σε όλο του το σώμα. Η επιστήμη με τους γιατρούς και τις κλινικές εξετάσεις, που ήσαν προηγμένες, στάθηκαν αδύνατον να τον βοηθήσουν!!! Ούτε καν την αιτία δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν!

Έτσι, μια βραδυά στο σπίτι του, αφού επέστρεψε από το νοσοκομείο, σ' αυτήν την φοβερή κατάστασι, άρχισε να κραυγάζη μέσα στους φοβερούς του πόνους ότι αυτός ήτο ο φονιάς και με τους 4 ψευδομάρτυρες, τους οποίους εξηγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τον Πέτρο Γ., που συμπτωματικά περνούσε από εκείνο το σταυροδρόμι, την ώρα που έγινε ο φόνος.

Φώναξαν τον αστυνόμο του τμήματος του χωριού, υπέγραψε την ομολογία του κατονομάζοντας και τους 4 ψευδομάρτυρες και συνεργούς του. Ποια νομική διαδικασία ακολουθήθηκε μετά, δεν γνωρίζω. Η ομολογία του όμως έκανε κρότο στο χωριό, προκαλώντας σύγχυσι, ταραχές και πολλές κατάρες, οι οποίες βάραιναν τον φονιά. Παρά ταύτα, η ψυχή του φονιά δεν έφευγε. Κι αυτός εξακολουθούσε να τσιρίζη και να κραυγάζη.

Ο Πέτρος Γ., όπως ήτο επόμενον, το έμαθε. Δεν κίνησε όμως καμιά διαδικασία για την αποκατάστασι της τιμής του με αναθεώρησι της δίκης, με μηνύσεις κατά των ενόχων και άλλων ενδίκων νομίμων μέσων. Αλλά τι έκανε; Πήγε στο σπίτι του φονιά!...Οι πάντες πάγωσαν. Οι περισσότεροι χωρικοί, όταν τον είδαν να περνάη μέσα από το χωριό, από την ντροπή τους κρύφθηκαν.

Πάγωσε και ο φονιάς όταν τον αντίκρυσε, και με γουρλωμένα τα μάτια από την έκπληξι και την φρίκη, τον άκουσε να του λέη: Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά. Και σ' ευχαριστώ, γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω τον Χριστό με την Εκκλησία Του και τα άγια Μυστήριά της. Εύχομαι να Τον γνωρίσεις κι εσύ, με μετάνοια και προσευχή!

Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και έφυγε, ενώ κάποια δάκρυα κρυφά έτρεχαν από τα μάτια του.

Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήλθε, ύστερα από 35 χρόνια! Αλλά υπήρξε και θρίαμβος της εμπιστοσύνης, της πίστεως και της αδιαλείπτου προσευχής του αδικημένου Πέτρου Γ. στην Πρόνοια του Θεού. Και ταυτόχρονα στέφανος δόξης στην υπομονή και μακροθυμία, που έδειξε τόσα χρόνια. Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως προείπαμε, μ' έναν χριστιανικό γάμο και με οικογένεια που ήτο «κατ' οίκον εκκλησία» και με δύο τρισευλογημένα παιδιά.

Και μάλιστα, μετά την ολοκάρδια συγχώρησι που έδωσε και την αγάπη που έδειξε προς όλους, πολλαπλασιάσθηκε η ευλογία του Θεού στο σπιτικό του. Είχε την Χάρι του Θεού πάνω του, την ευλογία της Παναγίας, την προστασία των Αγίων και την συμπαράστασι των Αγγέλων.

Εκοιμήθη οσιακώς σε ηλικία 80 ετών, το 1999. Παρών στην κοίμησί του ήτο και ο εννενηντάχρονος ιερεύς των φυλακών, που μού διηγήθηκε αυτό το γεγονός, για να με διαβεβαιώση ότι λίγο πριν το τέλος του Πέτρου Γ., Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιο του, τους οποίους έβλεπε όχι μόνο ο ψυχορραγών με τα μάτια του, αλλά και ο εν λόγω ιερεύς. Αυτοί και παρέλαβαν την ψυχή του, μετά το τελευταίο σημείον του σταυρού που έκανε ο Πέτρος Γ., λέγοντας:

- Άγγελέ μου! Άγγελέ μου. , δεν την αξίζω αυτή την τιμή. Και τούτο ειπών, εκοιμήθη!.

Ο άνθρωπος αυτός, παρ' όλο που ήταν έγγαμος και ζούσε μέσα στον σημερινό κόσμο, μετά από την τεράστια και άδικη δοκιμασία και ταλαιπωρία του στην φυλακή, μαζί με βαρυποινίτες, είχε καρπούς της Ευχής, της θείας Κοινωνίας και της ευαγγελικής ζωής. Η έγγαμη ζωή του δεν τον εμπόδισε να λέγη μερα-νύχτα την Ευχή, όπως την έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».
Από το βιβλίο «Η Ευχή Μέσα στον Κόσμο», Πρωτοπ. Στεφάνου

Το αδιάλυτο χέρι

Ο μακαριστος Αγιορείτης Γέροντας π. Γαβριήλ Διονυσιάτης σ'ενα βιβλίο του αναφέρει τα εξής:
Είναι βαρύ αμάρτημα η ιεροκατηγορία και ο χλευασμός των λειτουργών της εκκλησίας μας. Κατά τη μακρά περίοδο (70 χρόνια), που έζησα στον ευλογημένο αυτό τόπο, στο Άγιον Όρος, είδα πολλές τιμωρίες εξ αιτίας αυτής της αμαρτίας. Είδα και σε ένα χειρόγραφο, στη βιβλιοθήκη της μονής μας την εξής διήγηση:

Σ' ένα χωριό ένας γέροντας ιερέας, ενώ ήταν σ' όλα τα άλλα καλός και ιδιαίτερα φιλακόλουθος , υπέπιπτε στο πάθος της μέθης. Όταν έβγαινε από την εκκλησία, παρασυρόταν από το πάθος του προς τα καφενεία. Εκεί, μετά από 2-3 ποτηράκια αλκοόλ έχανε τον εαυτό του, ζαλιζόταν, συναισθανόμενος όμως την θέση του σηκωνόταν και τρικλίζοντας έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι του.

Σ' αυτό το δρόμο όμως είχε ο αδελφός του κατάστημα. Όταν τον έβλεπε  να περνάει σε τέτοια κατάσταση, έβγαινε στην  πόρτα του μαγαζιού του, και όχι από λύπη αλλά μάλλον από ευθιξία , τον εφασκέλωνε απο πίσω με το δεξί του χέρι (τον εμούτζωνε όπως λέμε).

Μετά από λίγο καιρό συνέπεσε να πεθάνει ο εύθικτος αυτός αδελφός του ιερέως. Όταν ύστερα από τρία χρόνια άνοιξαν τον τάφο του για την ανακομιδή βρήκαν το δεξί του χέρι ακέραιο. Τότε με συμβουλή του άλλου εφημέριου ιερέως, επήραν το αδιάλυτο χέρι και το εξέθεσαν στον νάρθηκα του ναούγια να τον συγχωρήσουν οι συγχωριανοί του, για τυχόν λιποβαρή ζυγίσματα ή άλλες αδικίες συνηθισμένες  σ' όσους ασχολούνται με το εμπόριο. Άλλα και πάλι μετα από άλλο ένα έτος ενταφιασμού βρέθηκε το χέρι αδιάλυτο.

Τότε -κατά θεία νεύση- ένας άλλος έμπορος που είχε το κατάστημα του απέναντι, ανέφερε στον εφημέριο το γεγονός του καθημερινού φασκελώματος και του χλευασμού του γέροντα ιερέα από τον αδελφό του. Οπότε κατάλαβε ο καλός εκείνος ιερέας, ποια ήταν η αιτία.

Και αφού προσκάλεσε τον γέροντα συλλειτουργό του τον παρότρυνε να κάνει τρισάγιοκαι να διαβάσει πάνω απ' το αδιάλυτο χέρι τη συγχωρητική  ευχή. Πράγματι μόλις έγιναν αυτά, αμέσως τα σαρκώδη μέρη του άλυοτυ χεριού διελύθησαν και έμειναν γυμνά τα οστά.

Με άλλα λόγια η κατάκριση καιτα σχόλια εις βάρος ιερέων (που τα εχουμε πολλοί πολύ εύκολα) είναι πολλές φορές αμαρτία πιο βαριά από τα φασκελώματα και τιμωρούνατι πιο αυστηρά.

Tουλάχιστον να πάω να σώσω την ψυχή μου


Στο σπίτι μας πιο πάνω είναι ο πάτερ-Γεδεών, ο οποίος έχει τους Αρχαγγέλους. Εκεί καθότανε ένας υποτακτικός, ο οποίος πήγε μάλλον να γηροκομήση τους γέρους προ του Γεδεών. Αυτός ήταν παντρεμένος, και επειδή είχε δαιμόνιο, τον εχώρισε η γυναίκα του, πήγε στο Δαφνί των Αθηνών και στο τέλος κατέληξε στο Άγιον Όρος. Λέει, τουλάχιστον να πάω να σώσω την ψυχή μου, να κάνω υπακοή.
Εφόσον έκανε υπακοή στους γέρους, δεν φανερωνότανε το δαιμόνιο. Νύχτα πήγαινε κάτω στις αλυκές, με το φεγγάρι πήγαινε και γύριζε στον καιρό της Κατοχής, πήγαινε να μαζέψει λίγο αλάτι, να το δώσει στην Κερασιά, στα κελλιά, να πάρει είτε κρεμμύδια, είτε πατάτες, φασόλια. Και δεν έπαθε τίποτες. Όταν όμως η αδερφή του, δεν θυμάμαι καλά, του ‘στειλε από την Αμερική εκατό δολλάρια, τα ‘βαλε στην τσέπη του. Ιδιορρυθμία! Αμέσως φανερώθηκε το δαιμόνιο.
Και αυτός λοιπόν μας έλεγε ότι του έλεγε το δαιμόνιο: «Βρε ‘συ, νομίζεις ότι εγώ θα βγω από σένανε;» λέει. «Τί λέει ο Χριστός; “Τούτο το πνεύμα δεν εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία” λέει, (Ματθ. 17, 21). Εδώ με τους γέρους, τρως και πίνεις, και νομίζεις, θα βγω εγώ;»
Ο σκοπός του δαίμονος ήταν να τον βγάλει απ’ την υπακοή. Οπότε κατόπιν τον κανονίζει όπως θέλει. «Θα πας κάτω στις αλυκές θα νηστέψεις και τότες εγώ», λέει, «θα βγω».
Ο λογισμός δεν ήτανε μέχρι εκεί του δαίμονος. Ήταν να τον φέρει σε μια απόγνωση και να τον ρίξει μέσα στη θάλασσα. Ν’ αυτοκτονήσει. Από που άρχισε ο δαίμονας; Από το Ευαγγέλιο. Ναι, αλλά που κατέληξε. Στο τέλος τον κατάφερε και βγήκε έξω στον κόσμο.
Κι ήρθε κατόπιν ο πάτερ- Γεδεών.
Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη (Λόγοι Διδαχής περί υπακοής)

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Ένας άγιος άστεγος…(μια αληθινή και διδακτική ιστορία)

Η ματιά του με διαπερνούσε ενοχλητικά στο αργό περπάτημα μου λίγα μέτρα πιο πέρα…
Αναζητούσα κάτι άλλο, αλλά προέκυψε αυτό το βλέμμα που σαν να μου μιλούσε χωρίς ήχο με καθήλωσε και με γέμισε ενοχές…

Εγώ κρατώντας μια τυρόπιτα και ένα μπουκάλι νερό αμέριμνος αλλά και ψυχρός, εκείνος ένας πεινασμένος και κομματιασμένος ψυχικά περίμενε όχι την τυρόπιτα, αλλά το τέλος που δεν ερχόταν…

Τον κοιταξα αλλη μια φορα και του την προσφερα μαζι το νερο…Την πηρε στα χερια αλλα δεν την εφαγε…

«Ένα τσιγαρο εχεις να μου δωσεις;»

«Δεν καπνιζω», του λεω, αλλα τρεχω στο περιπτερο διπλα του και αγοραζω ενα πακετο, δεν θυμαμαι και ποια μαρκα…

Το προσφερω χαμογελωντας και καθως απομακρυνομαι μη εχοντας να δωσω κατι αλλο, ξεκινησε η δικη του προσφορα!!!
«Το τσιγαρο με σκοτωνει, ενω η τυροπιτα ανανεώνει το ραντεβου με την κολαση για αργοτερα…»

Τον κοίταζα σιωπηλός και ακίνητος δείχνοντάς του το ενδιαφέρον που ζητούσε για να συνεχίσει…
«Δεν με παίρνει ρε φίλε η Παναγιά, με αφήνει εδω να ταλαιπωρούμαι, να βλέπω την πατρίδα να στοιχειώνει και να μη μπορώ να τη βοηθήσω…
Τα παιδιά και τους νέους να χάνονται στην απελπισία, χωρίς προοπτική και όνειρα και λιώνω…Τους αρρώστους αβοήθητους, τους γέροντες πεταμένους και εκείνα τα ορφανά ξεχασμένα στα ιδρύματα και μαυρίζει η καρδιά μου…

Ο Χριστός είναι εδώ συνέχεια δίπλα μου και όσο τον παρακαλάω να με πάρει μαζί του με αφήνει να κοιμηθώ και ξανάρχεται μόλις ξυπνήσω…
Δεν έχω και άλλη παρέα αλλά ούτε και παράπονο…Όποτε Τον φωνάξω τρέχει συνέχεια να με ακούσει…

Αν ζητήσεις από τον πρωθυπουργό ακρόαση δεν θα τον δεις ποτέ…Ο άρχοντας όμως όλου του κόσμου έρχεται αμέσως…»
Δακρύζει και σταματάει να μιλάει κοιτώντας αλλού…
Κάθισα δίπλα του και περίμενα να συνεχίσει, ήταν τόσο ζεστά, παρά το κρύο, που νόμιζες ότι έχει σόμπα κοντά του…
Τώρα με κοιτάζει και χαμογελάει…
«Δώρο από τον Χριστό είναι η σόμπα, μη σου πω ότι το βράδυ ξεσκεπάζομαι»

Χλόμιασα γιατί διάβασε τη σκέψη μου…!Κατάλαβα ότι δεν είναι τυχαίος άνθρωπος…

«Η δικαιοσύνη του Θεού είναι πιο μεγάλη από ότι φαντάζεσαι…

Αν κάνεις φόνο, η ανθρώπινη επιείκεια του δικαστηρίου θα σε βγάλει από τη φυλακή σε λίγα χρόνια, ενώ για το ίδιο αδίκημα σου λένε ότι θα πας στην κόλαση αιώνια…

Είναι δυνατόν ο άνθρωπος να είναι ποιο επιεικής από τον Θεό;

Αν μετανοήσεις για τις πράξεις που σε βαραίνουν, θα συγχωρεθείς αμέσως από τον Χριστό, γι’ αυτό να μην είσαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου…

Δώσε του την ευκαιρία να διορθωθεί και μη καταδιώκεσαι από τους τύπους και το καθήκον…Κάνε την προσευχή σου πάντα και μην αφήνεις τον εαυτό σου έξω από την ευλογία του Χριστού…»

«Θέλω αν μπορείς να προσευχηθείς για εμένα», του ζητώ…

«Αν εγώ φάω την τυρόπιτα που μου πρόσφερες, εσύ θα χορτάσεις; Να προσεύχεσαι στον Χριστό όπως και εγώ και να έχεις πίστη…»

Καθώς σηκώνομαι να φύγω, ενώ εκείνος πήρε την τυρόπιτα στα χέρια με κοιτάζει χαμογελώντας και μου λέει:

«Τόση ώρα οι τρεις μας θα μπορούσαμε να παίξουμε και ξερή(παιχνίδι με χαρτιά), αλλά μάλλον εσύ ήθελες μόνο να ακούσεις…

Ο φίλος μου θα σε βοηθήσει να βρεις αυτό που ζητάς…»

Ποτέ δεν περίμενα ότι παίρνοντας ένα πακέτο τσιγάρα και μια τυρόπιτα θα δεχόμουν σαν αντίτιμο την σοφία ενός άγνωστου άστεγου, τη δωρεάν ακτινογραφία των ανησυχιών μου και τη διαβεβαίωση ότι ο φίλος του ο Χριστός θα μου τις απαλύνει…

Οι άνθρωποι του Θεού βρίσκονται ανάμεσα μας και όποιος έχει ανοικτά μάτια μπορεί να δει το θέλημα Του αλλά και την χάρη Του, αυτήν που μεταμορφώνει έναν άστεγο σε σοφό, έναν άγνωστο σε φίλο, έναν άνθρωπο σε αδελφό !!!

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Ιδιαίτερα στις ήμερες μας η κακία των ανθρώπων είναι σαφώς αισθητή

Η σκέψη μου είναι πολύ απλή: Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε εμείς μένουμε στο σκοτάδι και είναι αδύνατο να δικαιώσουμε τον Θεό βλέποντας τα ατελείωτα παθήματα του κόσμου. Αν όμως πραγματικά ο Χριστός είναι Θεός, όπως εμείς αδίστακτα πιστεύουμε, τότε κανένας δεν μπορεί να μεμφθεί τον Θεό για τα κακά που διαδραματίζονται στον κόσμο. Χάρη στην εμφάνιση του Χριστού γνωρίζουμε τώρα ποιός είναι ο Θεός· Τον αγαπούμε και δεν επιρρίπτουμε σε Αυτόν καμία μομφή. Ο Χριστός μας φανέρωσε τον Θεό, ο οποίος είναι φως «και σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία».

Ομολογούμε ταυτόχρονα τον Χριστό ως αυθεντικό άνθρωπο. Ο Πατέρας, βλέποντας έναν τέτοιο άνθρωπο, του έδωσε θέση στην αιωνιότητα, στα δεξιά Του. Τον απέδειξε τελείως ίσο με τον εαυτό του. Αν αυτός είναι ο άνθρωπος, τότε πια δεν χρειάζεται να μεταμεληθεί ο Θεός πατέρας διότι δημιούργησε τον άνθρωπο, όπως έχει λεχθεί στη Γραφή: «Μετεμελήθην ότι εποίησα αυτούς (δηλαδή τους ανθρώπους)». Ίσως ιδιαίτερα στις ήμερες μας η κακία των ανθρώπων είναι σαφώς αισθητή, διότι το κακό εμφανίζεται οργανωμένο περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Και ο αιώνας μας είναι αιώνας ασκήσεως πρωτοφανούς βίας στη συνείδηση των ανθρώπων
Καταβαίνεις ότι τώρα ο κόσμος όχι μόνο «εν τω πονηρώ κείται», αλλά «καταπνίγεται»•, και οι άνθρωποι παντού παραφρόνησαν. Παραφρόνησαν από τον φόβο των επερχομένων στη γη συμφορών, όπως λέει η Γραφή. Σε τέτοιους καιρούς καλύτερα να σιωπούμε εμείς που δεν έχουμε τη διάθεση να λύσουμε κανένα πρόβλημα με την οδό της βίας.

Και ο αιώνας μας είναι αιώνας ασκήσεως πρωτοφανούς βίας στη συνείδηση των ανθρώπων. Στην εποχή μας παραβιάζονται όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου, αν και εμείς ακούμε μόνο τους πληθωρικούς λόγους για την υπεράσπιση του ανθρώπου και των δικαιωμάτων του. Συνεπώς η αιτία της απουσίας περιεχομένου στα γράμματά μου είναι μόνο αυτή.

(Αρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία», Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...