Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Στάρετς Σαμψών-Την ώρα πού ή Θεία Λειτουργία τελείται στην γη, στο Ναό, τελείται και μια άλλη λειτουργία στον Ουρανό.

ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΜΨΩΝ-ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΕΚΝΑ
Η Θεία Λειτουργία
  Την ώρα πού ή θεία λειτουργία τελείται στην γη, στο Ναό, τελείται και μια άλλη λειτουργία στον Ουρανό.
Αυτό το έδειξε ό Θεός σε έναν άνθρωπο σε κάποιο μοναστήρι.
Είχε διακόνημα να καθαρίζει τον πρόναο του καθολικού της Μονής. Ένας άλλος νεαρός μοναχός σκούπιζε τον χώρο από την Ωραία Πύλη μέχρι την πύλη της Εκκλησίας. Την ίδια ώρα γινόταν ή λειτουργία. Προσευχόταν λοιπόν για τον εαυτό του, όπως μπορούσε, με την απλότητα της καρδιάς του. Ξαφνικά στρέφει το βλέμμα του προς τα άνω και βλέπει τον ουρανό ανοιχτό και μια Αγία Τράπεζα. Μπροστά στην Αγία αυτή Τράπεζα ήσαν τρεις αρχιερείς γονατιστοί. Παράπλευρα έστεκε μια χορωδία με απερίγραπτη ομορφιά. Γινόταν ή θεία λειτουργία. Ολόκληρη. Την τελούσαν άγιοι ιεράρχες. Ιεράρχες σαν τους Βασίλειο, Γρηγόριο και Ιωάννη, σαν τους Αθανάσιο και Κύριλλο, τους οικουμενικούς διδασκάλους.
Έστάθη ό μοναχός περισσότερο από μισή ώρα ακίνητος και έβλεπε. Σαν να είχε μαρμαρώσει! Όταν ή λειτουργία τελείωσε και οί αδελφοί έφευγαν από την Εκκλησία, είδαν τον μοναχό αυτό να στέκει ακόμα ακίνητος. Ή σκούπα του είχε φύγει από τα χέρια. Σαν στήλη άλατος! Μουσκεμένος από τα δάκρυα. Κυριολεκτικά μουσκεμένος! Τον πήραν με προσοχή από το χέρι και, χωρίς να τον ερωτήσουν τίποτε, τον επήγαν στο κελί του. Έμεινε και στο κελί του μερικές ώρες σαν αποβλακωμένος. Μετά ήρθε ό πνευματικός. Τον ησύχασε. Και όταν συνήλθε, τον επήγε στον ηγούμενο. Και εκεί, μπροστά στον ηγούμενο, τα είπε όλα, Οσα είδε.

 Να γιατί δεν πρέπει να χάσκετε.
Να γιατί σας λέγω, πώς πρέπει να έχετε πάντοτε νίψη. Μην ασχολείσθε με την κουζίνα σας! Με τίποτε να μην ασχολείσθε! Αν είσθε έξω από την Εκκλησία, να κάθεστε σε μια ακρούλα και να προσεύχεσθε. Να διαβάζετε το Ευαγγέλιο- τον Κανόνα στον γλυκύτατο Ίησοϋ' την Παράκληση. Καλύψατε την ώρα. Να αρχίζετε στις 10:00' και να τελειώνετε στις 12:30'. Ό πατριάρχης μας αυτήν την ώρα κάνει την λειτουργία. Συνήθως στις 12:20' κοινωνεί. Δέκα λεπτά θέλει να κοινωνήσει ό ίδιος. Μετά κοινωνεί τους συλλειτουργούς ιερείς και διακόνους. Και περίπου στις 12:35 πηγαίνει στο κατάλυμα του, όπου και του προσφέρουν κάτι να ποιεί. Και εκεί διαβάζει την Ευχαριστία. Την διαβάζει μόνος του. Ό γεροντότερος πρωτοπρεσβύτερος στέκει και περιμένει να τελειώσει. Γιατί ό Πατριάρχης δεν θέλει να ανακατεύονται στις προσευχές του άλλοι. Ό αγιότατος Πατριάρχης Αλέξιος την Ευχαριστία την διάβαζε πολύ αργά. Έκανε περίπου δέκα λεπτά. Διάβαζε. Διάβαζε. Ξαναδιάβαζε. Ήταν άνθρωπος προσευχής. Μεγάλος άνθρωπος προσευχής. Και όταν την χόρταινε πια, έγνεφε να του πάρουν το βιβλίο. Τότε έρχεται ό πρωτοπρεσβύτερος και του δίνει κάτι να πιεί. Πίνει μια γουλιά, σκουπίζει λίγο το στόμα του, παίρνει ένα μικρό κομματάκι κατακλαστό (αντίδωρο) και... αυτό είναι όλο! Μετά έρχονται οί ιερείς να πάρουν την ευχή του! Τι ειρηνικός άνθρωπος ήταν! Όλο με το χαμόγελο! Κατέβει τώρα στην γη! Μα και στην μαύρη γη όρθιος στέκει!
Αυτές τις ώρες, να τις έχετε ιερές. Να μην ασχολείσθε με τίποτε. Και ποτέ - μα ποτέ να μη βρίσκεσθε στην κουζίνα σας! Να μην ασχολείστε ούτε καν να επιβλέπετε κάτι! Με τίποτε! Τις Κυριακές και τις Μεγάλες Εορτές. Τις δώδεκα εορτές. Τις Δεσποτικές και τις Θεομητορικές εορτές. Τις εορτές των μεγάλων εορταζόμενων Αγίων. Των Αγίων Αρχαγγέλων. Του προστάτου σας Αγίου, του οποίου φέρετε το όνομα. Αν αυτά τα τόσο απλά δεν τηρούμε, θα τον χάσομε τον φόβο του Θεού. Και όταν τον χάσομε, θα καταντήσομε ως ό εθνικός και τελώνης, άθεοι. Τόσο πολύ αδειάζομε, ώστε να καταντάμε ως ό εθνικός και ό τελώνης.

 Κάποιος ιερομόναχος λειτουργούσε.Στο «τα Αγια τοις Αγίοις» αναπήδησε από το άγιο Ποτήρι μια φλόγα. Δεν κατέβηκε ή φλόγα. Αναπήδησε! Και αυτό συνέβη στις ήμερες μας τις πονηρές: στην εποχή της αποστασίας. Και ήταν ένας τυχαίος ιερομόναχος.
Ερώτηση: Βέβαια εμείς δεν το βλέπομε. Όμως κατεβαίνει και τώρα σε κάθε λειτουργία πυρ από τον Ουρανό;
Απάντηση: Πώς όχι; Μόνο πού δεν το βλέπομε με τα σωματικά μας μάτια. Μα και δεν θα μας ωφελήσει να το ιδούμε. Γιατί είμαστε υπερήφανοι, ματαιόδοξοι, φιλόδοξοι. Και θα μας έβλαπτε. Και τους διαβόλους για τον ίδιο λόγο δεν τους βλέπομε. Γιατί δεν θα μας ήταν ωφέλιμο. Μπορεί και να υπερηφανευόμαστε. Βέβαια μπορεί και να γινόμαστε έτσι ακλόνητα πιστοί. Μα θα υπερηφανευόμαστε! Και όποιος αισθάνεται πνευματική αυτάρκεια, καταφρονεί την πίστη.
Να ένα ενδιαφέρον, περίπλοκο και δύσκολο ζήτημα: Ποια είναι ή συμμετοχή του λαϊκού, του κάθε ανθρώπου, του μη Ιερωμένου, στην λειτουργία;
Συνήθως να πώς μετέχετε! Συνήθως την λειτουργία δεν την παρακολουθείτε, όπως πρέπει! Γιατί δεν παρακολουθείτε την κάθε λέξη από αυτά, πού ψάλλουν και διαβάζουν! Ουσιαστικά συμμετέχετε μόνο με την αισθητή σας ύπαρξη, με την σωματική παρουσία σας! Για αυτό και τόσο σπάνια παίρνετε από την λειτουργία παρηγοριά, χαρά, ξανάνιωμα.
Επάνω από όλα πρέπει να φροντίζετε να έχετε ειρήνη. Άμα έλθεις στην λειτουργία, χωρίς να έχεις ειρήνη, πώς θα λάβεις χαρά; Μετά χρειάζεται και ή συμμετοχή: Να παρακολουθείτε δηλαδή ένα-ένα τα λόγια, πού ψάλλομε και διαβάζαμε.
Να αγωνίζεσθε να προσέχετε. Να μη επαφίεσθε στην διάθεση της στιγμής. Να αγωνίζεσθε να την υπερνικάτε αυτήν την συναισθηματική διάθεση, αυτό το παράλογο ξεπέταγμα. Μόνο τότε θα μπορέσετε να παρακολουθείτε και να καταλαβαίνετε τα λόγια. Και ποτέ να μη χάνετε την αίσθηση, ότι ευρίσκεστε ενώπιον του Κυρίου. Ή αίσθηση αυτή μερικές φορές είναι μόνο του νου, ενέργεια νοερή, χωρίς συμμετοχή των συναισθημάτων. Ό συναισθηματισμός στην θεία λατρεία είναι κάτι το ξένο στην Ορθοδοξία. Να γιατί και ή χορωδιακή μας ευρωπαϊκή μουσική συχνά μας εμποδίζει στην προσευχή μας! Γιατί εισάγει στη ζωή μας το στοιχείο του συναισθηματισμού. Επάνω από όλα πρέπει να φροντίζομε, ή προσευχή να γίνεται μέσα μας. Τα λατρευτικά άσματα απλώς πρέπει να είναι το περιβάλλον, μέσα στο όποιο αναπτύσσεται! Αν δεν αρχίσει ή προσευχή να γίνεται μέσα μας, ποτέ δεν θα μπορέσομε να μπούμε μέσα στον εαυτό μας. Να γιατί είναι τόσο έντονη ή σύσταση, και να πηγαίνομε στην Εκκλησία, και να ασχολούμεθα με την ευχή του Ιησού. Όταν κουραζόμαστε από την ευχή, τρέχομε στην θεία λατρεία. Όμως προσοχή. Δεν θα είναι ορθόδοξο, να αποφεύγομε συστηματικά κάθε είδους συναισθηματική συμμετοχή στην λατρεία.

Ακούτε συχνά, ότι είναι αξιοσύστατη ή συμμετοχή όλου του λαού στην ψαλμωδία. Ή κοινή ψαλμωδία δεν προκαλεί τόσο εντόνους συναισθηματισμούς, όσο ή πολυφωνική μουσική.
Να γιατί ό απλός λαός, πού δεν καταλαβαίνει την πολυφωνική και την κλασσική μουσική, προσεύχεται! Ενώ ή λεγομένη ίντελιγκεντσια, οι κουλτουριάρηδες, πού αγαπούν την κλασσική μουσική, προσεύχονται μόνο συναισθηματικά! Και έτσι, δεν παίρνουν ποτέ από την προσευχή τους χάρη και παρηγοριά. Όλη ή ουσία της συμμετοχής μας στην λατρεία έγκειται, στο ότι πρέπει οπωσδήποτε να σπρώξομε τον εαυτό μας, να αισθάνεται την κάθε λέξη των ευχών και των ασμάτων μας- με άλλα λόγια, να προσεύχεται νοερά...


Πρέπει να μάθομε, να προσευχώμεθα! "Όχι να διαβάζομαι. Να προσευχώμεθα!

Πρέπει να προσευχώμεθα με απλότητα και φυσικότητα. Σαν να κουβεντιάζουμε. Να μην αφήνομε ποτέ την ανάγνωση μας να καταντάει μηχανική. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με δουλειά. Πολλή δουλειά. Συνεχή και αδιάκοπη δουλειά. Επίμονη δουλειά. Δουλειά επάνω στον εαυτό μας.

Και να παρακαλούμε: «Δίδαξε με, Κύριε, να προσεύχομαι. Δεν ξέρω να προσεύχομαι». Αυτός ό στεναγμός, αυτός ό λυγμός, πρέπει να βγαίνει χρόνια από το στόμα μας. Και ό Κύριος θα μας επισκεφθεί. θα έλθει ξαφνικά. Θα διανοίγει ό νους μας. Και θα μας αποκάλυψη το μυστικό: πώς πρέπει να προσευχώμεθα, και Τι είναι ή προσευχή.

Μερικές φορές αυτό το μυστικό μας αποκαλύπτεται μέσα στην λειτουργία, όταν κοινωνούμε των αγίων μυστηρίων. Και άλλοτε στο σπίτι μας. Μας αποκαλύπτεται μετά από συνεχή και επίμονο στεναγμό: «Μάθε με, Κύριε, να προσεύχομαι! Δίδαξε με να προσεύχομαι! Μόνο να διαβάζω ξέρω. Να προσεύχομαι, δεν ξέρω»! Και ό Κύριος θα μας διδάξει, και Τι είναι ή προσευχή και πώς πρέπει να προσευχώμεθα. Μα τότε θα χρειασθεί, συ να φύλαξης πια τον εαυτό σου από κάθε θανάσιμη αμαρτία και κάθε απροσεξία... και να παρακαλείς, να μη σου ξαναπάρει ό Θεός το χάρισμα το μεγάλο αυτό απόκτημα αυτόν τον αγιασμό της καρδιάς και του νου.

 Γνώριζα ένα ιερέα, πού δεν μπόρεσε ποτέ να μάθη να προσεύχεται.
Μια φορά λοιπόν, την ώρα πού κοινωνούσε, επήρε το άγιο Σώμα του Κυρίου μας με το αριστερό του χέρι, το έβαλε επάνω στο δεξί, όπως συνήθως το βάζομε, και άρχισε να διαβάζει, όπως συνήθως, την ευχή: «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ». Όταν την τελείωσε άρχισε, ενώ από τα μάτια του έρεαν σαν ποτάμι τα δάκρυα, να παρακαλεί θερμά και ταπεινά: «Μάθε με, Κύριε, να προσεύχομαι. Δεν έμαθα ακόμη να προσεύχομαι. Απλώς διαβάζω τις ευχές. Δεν ξέρω καθόλου να προσεύχομαι».
Το πρόσωπο του εφωτίσθη από ένα τέτοιο αόρατο φως, όπως ό ίδιος έλεγε, και μέσα του άνοιξε ένας άλλος νους. Άρχισε τότε να διαβάζει για δεύτερη φορά το «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ», χωρίς να σηκώνει τα μάτια του από το άγιο Σώμα του Κυρίου. Ό Διάκονος το παρατήρησε, ότι δεν σηκώνει τα μάτια του από το Σώμα του Κυρίου. Τον πλησίασε και του ψιθύρισε: «Άντε, Δέσποτα. Ό κόσμος περιμένει».
Τελείωσε το Κοινωνικό. Έγινε ένα χάσμα σιγής. Το καταλαβαίνει, πώς πρέπει πια να κοινωνήσει. Μα δεν μπορεί! Όσο κι αν προσπαθεί! Όσο κι αν το θέλει! Στέκει σαν να τάχε χαμένα, σαν να έγινε στήλη άλατος. Γιατί κατάλαβε, Τι είναι ή προσευχή!
Σαν να αναστήθηκε.
Σαν να ξύπνησε από ένα παράδοξο ύπνο.
Από τότε κλαίει ασταμάτητα. Και ποτέ πια δεν μπόρεσε να στρέψη το βλέμμα του στο Πανάχραντο Σώμα του Κυρίου μας.
 Στάρετς Συμεών-Έκδοση Ι.Μ.Νικοπόλεως,Πρέβεζα 1995/πηγή

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός:Ο θάνατος των αμαρτωλών και ο θάνατος των δικαίων!

Πριν γίνει ο προφήτης Δαβίδ βασιλιάς του Ισραήλ υπηρετούσε τον βασιλιά Σαούλ. Ο Σαούλ, επειδή γνώριζε ότι ο Δαβίδ θα πάρει το θρόνο, τον καταδίωκε, προσπαθώντας να τον θανατώσει. Μια φορά όταν η ζωή του κινδύνευε, ο προφήτης Δαβίδ είπε σ' αυτούς που ήταν τότε μαζί του· «Ένα βήμα με χωρίζει από τον θάνατο» (Α' Βασ. 20, 3).
Θυμήθηκα τώρα αυτά τα λόγια γιατί πριν μία εβδομάδα έπρεπε να τα πω και εγώ. Ένα μόνο βήμα με χώριζε από το θάνατο. Για ένα διάστημα ήμουν σχεδόν πεθαμένος, σχεδόν καθόλου δεν είχα σφυγμό και η καρδιά μου παρά λίγο να σταματήσει να χτυπά. Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε. Και τώρα ακόμα είμαι αδύναμος και μόνο καθισμένος μπορώ να μιλάω με σας.

Θέλω να σας πω κάτι πολύ σημαντικό, θέλω να σας πω για την μνήμη του θανάτου, διότι ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά στον καθένα μας, όπως ήταν τόσο κοντά σε μένα το προηγούμενο Σάββατο. Ο καθένας από μας μπορεί να πεθάνει ξαφνικά, τότε που δεν περιμένει. Γνωρίζετε ότι η ζωή πολλών ανθρώπων τελειώνει ξαφνικά και απρόοπτα.
Να θυμάστε πάντα, χαράξτε στην καρδιά σας τον λόγο αυτό του Χριστού· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λκ. 12, 35). Να θυμάστε πάντα τον λόγο αυτό και ποτέ να μην τον λησμονήσετε. Όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να περπατήσουν ένα μακρύ δρόμο ή να κάνουν μία δύσκολη εργασία δένουν στη μέση τους το ζωνάρι. Και όταν περπατάνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας έχουν μαζί τους λυχνάρια και είναι σημαντικό γι' αυτούς τα λυχνάρια αυτά να είναι πάντα αναμμένα.

Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή, η μέση μας πρέπει να είναι ζωσμένη και τα λυχνάρια μας αναμμένα. Πρέπει να είμαστε ακούραστοι εργάτες του Θεού και να αγωνιζόμαστε πάντα κατά του διαβόλου, ο οποίος σε κάθε μας βήμα προσπαθεί να μας αποτρέψει από τον Χριστό και να μας θανατώσει με τους πειρασμούς. Γι' αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έδωσε αυτή την εντολή· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι».
Ποτέ να μην λησμονείτε ότι η επίγεια ζωή μάς δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την ζωή την αιώνια και η τύχη μας στην αιώνια ζωή θα κριθεί απ’ αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.

Να είστε πιστοί στον Χριστό, πιστοί με τον τρόπο που ο ίδιος έδειξε στην Αποκάλυψη του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου. Εκεί Αυτός λέει· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Απ. 2, 10).

Πρέπει να είμαστε πιστοί στον Θεό, πρέπει ακούραστα κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να υπηρετούμε τον Θεό. Η ζωή μας είναι σύντομη, δεν μπορούμε να σπαταλάμε άσκοπα αυτές τις λίγες ώρες και ημέρες της ζωής μας, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε την ώρα του θανάτου.

Όλοι οι άγιοι ασκητές είχαν πάντα στο νου τους την μνήμη του θανάτου. Μέσα στα κελλιά τους είχαν κρανίο για να το βλέπουν και να θυμούνται το θάνατο. Με δάκρυα το κοιτούσαν, σκεφτόμενοι ότι και αυτοί θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Υπηρετούσαν ακούραστα τον Θεό και δούλευαν εις τον Κύριον, όπως το έκανε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Εκείνοι, όπως και εσείς, άκουγαν κάθε μέρα στον εσπερινό τα λόγια του 33ου ψαλμού· «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός» (Ψαλ. 33, 22). Όπως και εσείς, άκουγαν και αυτοί· «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των όσιων αυτού» (Ψαλ. 115, 6). Φοβερό θάνατο έχουν οι αμαρτωλοί. Και έχω δει πολλά παραδείγματα. Όμως ένα γεγονός που έχω δει πρίν 40 χρόνια τόσο βαθιά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Ήμουν τότε επαρχιακός γιατρός και με κάλεσαν στο σπίτι ενός πολύ γνωστού σ' εκείνη την περιοχή πλούσιου γαιοκτήμονα, που ήταν άνθρωπος πολύ κακός. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι του μού έκανε εντύπωση η ακαταστασία που υπήρχε εκεί. Άνθρωποι έτρεχαν από δω και από κει. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος με πρόσωπο κατακόκκινο που μόλις με είδε άρχισε κυριολεκτικά να ουρλιάζει. Έλεγε· «Γιατρέ, παρακαλώ, σώσε με! 

Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω».

Πού ήταν πριν εκείνος ο άνθρωπος, τι σκεφτόταν όταν ταλαιπωρούσε τους άλλους; Τι σκεφτόταν όταν τους έπαιρνε όλα τους τα χρήματα; Τώρα ο θάνατος ήλθε, είναι εδώ και είναι αργά πλέον να λες· «Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω». Θα έπρεπε η ζωή σου να ήταν τέτοια ώστε να μην φοβάσαι τον θάνατο.

Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Μόνο αυτός που ακολουθεί τον Χριστό, που όλη την ζωή του κατευθύνει με σκοπό να τελεί τις εντολές του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν φοβούνται τον θάνατο. Γνωρίζουν την υπόσχεση που έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους μακαρισμούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).

Τελείως διαφορετικός ήταν ο θάνατος των αγίων. Ο άγιος Σεραφείμ πέθανε γονατισμένος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην οποία προσευχόταν πάντα. Έτσι στεκόμενος στα γόνατά του κοιμήθηκε και ήταν τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του.

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας λέει· «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιω. 12, 35). Ακόμα έχετε το φως του Χριστού, ακόμα έχετε την δυνατότητα να πηγαίνετε στο ναό, να ακούτε τις εντολές, να ακούτε το Ευαγγέλιο. Να περπατάτε μέσα σ' αυτό το φως. Γιατί, όταν έλθει ο θάνατος, το φως αυτό θα σβήσει για σας. Πέραν του τάφου δεν υπάρχει μετάνοια και θα πάρετε ανταπόδοση σύμφωνη με όσα έχετε κάνει στη ζωή σας.
Περπατάτε λοιπόν στο φως όσο έχετε το φως, για να μην σας καταλάβει το σκοτάδι, το σκοτάδι το αιώνιο, το σκοτάδι του θανάτου. Ο θείος απόστολος Παύλος λέει· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6, 2). Τώρα, όσο ζούμε, είναι για μας καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Τώρα πρέπει να σκεφτόμαστε την σωτηρία μας και να προετοιμαζόμαστε για την αιώνια ζωή. Αυτό κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλοι όσοι αγαπάνε τον Χριστό.

Πριν 70 χρόνια ζούσε στην Αγία Πετρούπολη ένας γιατρός που λεγόταν Γαάζ. Αυτός υπηρετούσε στις φυλακές και είχε καρδιά αγαθή, καρδιά γεμάτη ευσπλαχνία και αγάπη για τους ανθρώπους. Από την θέση του, του γιατρού των φυλακών, προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχισμένους ανθρώπους που κρατιούνταν εκεί. Έβλεπε πως έστελναν στα κάτεργα αλυσοδέσμιους κατάδικους, γνώριζε ότι θα περπατήσουν με τα πόδια χιλιάδες βέρστια μέχρι να φτάσουν στην Σιβηρία και η καρδιά του έσφιγγε από τον πόνο. Για να αισθανθεί τον πόνο τους μια φορά φόρεσε στα πόδια του αλυσίδες και περπατούσε μ' αυτές ώρες στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, ο άγιος αυτός άνθρωπος και γιατρός, είπε στους συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους τα εξής θαυμαστά λόγια, τα οποία πρέπει να τα βάλουμε καλά στο νου μας· «Να βιάζεστε να κάνετε καλό για τους άλλους». Να βιάζεστε γιατί ο θάνατος όλους μάς περιμένει. Να μην είστε επιπόλαιοι, να είστε πιστοί μέχρι θανάτου και θα σας δώσει ο Θεός το στέφανο της ζωής.
Ο προφήτης Ησαΐας είπε ένα λόγο, τον οποίο επίσης πρέπει καλά να θυμόμαστε και που πρέπει βαθιά να αποτυπωθεί στην καρδιά μας· «Έκστητε, λυπήθητε, αι πεποιθυΐαι, εκδύσασθε, γυμναί γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας» (Ησ. 32, 11).

Τρέμετε ανέγνοιαστες, να έχετε την μνήμη του θανάτου, να σκέφτεστε πάντα την ώρα όταν θ' αφήσετε αυτή την ζωή και ποτέ να μην το ξεχνάτε. Και για να μην το ξεχνάμε, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό του Χριστού και να μην φοβόμαστε τον θάνατο, χρειαζόμαστε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεό. Χωρίς αυτή την βοήθεια δεν θα νικήσουμε τους πειρασμούς του διαβόλου, γι' αυτό πρέπει να ζητάμε να μάς στείλει ο Θεός την χάρη του. Κύριε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς, Κύριε, βοήθησε μας!

Πρέπει να Τον ικετεύουμε έτσι όπως Τον ικέτευε η γυναίκα η ειδωλολάτρισσα, για την οποία ακούσατε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτή ήταν Χαναναία και όταν είδε τον Χριστό με τους μαθητές του άρχισε να φωνάζει δυνατά και να Τον ικετεύει· «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (Μτ. 15, 22). Αλλά ο Κύριος δεν της έδινε σημασία και συνέχιζε σιωπηλά το δρόμο του. Η γυναίκα συνέχιζε να Τον ικετεύει, όμως Εκείνος δεν απαντούσε. Στο τέλος οι μαθητές του Τού είπαν· «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Μτ. 15, 23). Και ο Κύριος απάντησε· «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Μτ. 15, 24). 

Η γυναίκα όμως συνέχιζε να Τον ικετεύει. Τι της είπε τότε ο Κύριος; «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Μτ. 15, 26). Και άκουσε μία απάντηση καταπληκτική για την ταπείνωση και την πραότητα" «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Μτ. 15, 27), - δώσε μου, Κύριε, ένα ψίχουλο από το έλεός σου. Σταμάτησε ο Κύριος, όταν το άκουσε, και της είπε· «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Μτ. 15, 28).

Πολλοί από μάς έχουν ζωή που δεν αρμόζει στους χριστιανούς. Πολλοί είναι βεβαρημένοι με διάφορες αμαρτίες, πολλοί έχουν ξεχάσει τον λόγο του Θεού· «Το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α' Κορ. 15, 56). Ο θάνατος πληγώνει αυτόν που είναι δούλος της αμαρτίας. Τότε, αν είμαστε τόσο αδύναμοι, αν το ένδυμα της ψυχής μας είναι όλο μαύρο από τις αμαρτίες μας, δεν είμαστε και εμείς σαν τα σκυλιά, δεν πρέπει και εμείς να κράζουμε προς τον Θεό, όπως έκραζε εκείνη η Χαναναία γυναίκα; «Κύριε, είμαι σαν το σκυλί, αλλά ελέησόν με!»
«Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ’

π. Αθανάσιος Λεμεσού - Ο ευχάριστος άνθρωπος

Και στην Ομόνοια μπορεί ν' αγιάσει κανείς, αν το θέλει.

Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας.
Παντού μπορεί ν' αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν' αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σας πονάει το στήθος.
Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.
Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σας καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν' ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.
Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σας παίρνει είδηση και σας πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σας αγκαλιάζει.
Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο.
Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.

Γέρων Παγκράτιος

Το κελί του Αγίου Προκοπίου


Είχαμε την ευλογία να γηροκομήσουμε και να διακονήσουμε κατά τά τελευταία χρόνια, στις τελευταίες στιγμές του πού ήταν πολύ οδυνηρές, κι’ έναν άλλον γέροντα, τον γέροντα Παγκράτιο, πού ήταν και αυτός αρχοντάνθρωπος. Η καταγωγή του ήτανε από το Γομάτι της Χαλκιδικής.
Είχε συγγενείς κάποιους γέροντες εδώ. Μάλιστα ένας συγγενής του ήταν καλός πνευματικός. Είχε πολύ μεγάλη φήμη. Ήταν ο παπα-Νεόφυτος που έμενε στα Βατοπεδινά κελλιά, στον Άγιο Προκόπιο. Τον φέρανε τον γέροντα Παγκράτιο, μικρό παιδάκι-νομίζω 8 ετών, Δημητράκης τότε.
Τον φορτώσανε πάνω σ’ ένα ζώο. Δύο κοφίνια είχε το ζώο. Στο ένα είχαν βάλει τον Δημητράκη και στο άλλο ένα γουρουνάκι, και τον φέραν στο Άγιο Όρος, για να κοιτάζη έναν παππούλη που είχαμε εκεί άρρωστο. Αλλά ο μικρός ήθελε παιχνίδια.
Πήγαινε κάτω από το κρεβάτι και κουνούσε τον παππού.
Στενοχωριόταν ο παππούς. Έπαιρνε το μπαστούνι και τον έδερνε. Έμεινε όμως στο Άγιο Όρος, παρ’ ότι δεν είχε κλίση για μοναχός. Έμεινε από αγάπη προς τους γέροντες. Μάλιστα, όταν έγινε μοναχός, έλεγε: «Τι έγινα εγώ;» Έκλαιγε. «Σκλάβωσα τήν ζωή μου τώρα».
Αλλά έμεινε μέχρι το τέλος και κράτησε το ράσο, γιατί αγαπούσε τους γέροντες.
Και αυτός είχε πολλή αγάπη προς τούς πλησίον του. Όπου αρρωστούσε κανείς, τον έτρεχε στους γιατρούς. Βοηθούσε όσο μπορούσε. Είχε ένα πολύ καλό σπίτι, τον Άγιο Προκόπιο, πού το είχε πεντακάθαρο μέσα. Τον διακονούσε τον Άγιο με πολλή αγάπη.
Στο τέλος επέτρεψε ο Θεός να πάθη καρκίνο στον πνεύμονα. Υπέμεινε με καρτερία την ασθένειά του δυόμισυ χρόνια περίπου. Έλαχε σ’ εμάς νά τόν διακονήσουμε κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Θυμάμαι ότι του άρεζε και η πολιτεία και τά υψηλά πρόσωπα.
Πάντα ήθελε να κάνη συντροφιά με υψηλά πρόσωπα, με υπουργούς, με στρατηγούς. Παρ’ ότι ήταν αγράμματος, έγραφε πανέμμορφα.
Όμως στό τέλος, ενώ νοσηλευόταν στο Θεαγένειο και ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση τά λογικά του βέβαια τά είχε τετρακόσια, μας λέει: «Πατέρες να μέ πάρετε και να με πάτε στό Άγιο Όρος. Θέλω να κοιμηθώ εκεί, γιατί πλησιάζει το τέλος μου».
Του λέω: «Γέροντα είναι πολύ δύσκολα να σε μεταφέρουμε, γιατί το ασθενοφόρο δεν μπορεί να σε μεταφέρη. Είσαι με τούς ορούς. Είσαι με το οξυγόνο».
Ήταν όντως σε πολύ άθλια κατάσταση και είχε φρικτούς πόνους. Λέει: «Θα βρήτε τρόπο εσείς και θα με μεταφέρετε. Η Παναγία δεν θα μ’ αφήση να κοιμηθώ εδώ. Θέλω να πάω στο Άγιον Όρος. Να μου φέρετε ελικόπτερο». «Πως θα σε φέρουμε ελικόπτερο γέροντα; Που θα το βρούμε το ελικόπτερο; Ξέρω ότι μεταφέρει ασθενείς από το Άγιο Όρος προς τά έξω, αλλά από έξω προς τά μέσα δεν μεταφέρει».
«Εσείς θα το κανονίσετε και θα φύγουμε».
Ήταν τόσο σίγουρος. Εμείς δεν είχαμε τέτοια ελπίδα, να μεταφερθή ο γερο-Παγκράτιος στο Άγιο Όρος με ελικόπτερο. Λέω, ας κάνουμε μία προσπάθεια, αφού το απαιτεί ο γέροντας.
-Πόσων χρονών ήταν ο γέροντας;
-Ήτανε 92 χρονών. Μάλιστα, πρίν αρρωστήση, ερχότανε από τά Βατοπεδινά κελλιά -3 ώρες με τά πόδια-εδώ στις Καρυές, στο κελλί μας. Δεν τον έπιανε κανείς. Αετός ήτανε. Ήταν λεπτούλης πολύ.
Παίρνουμε τηλέφωνο στον διοικητή εδώ, τον κ. Κασμίρογλου. Του λέμε: «Ο διοικητής-ο Ψυχάρης-έχει ελικόπτερο και έρχεται». «Μπά!» λέει. «Αυτός δεν έχει δικό του. Νοικιάζει. Δεν έχουμε δυνατότητα εμείς να σας προσφέρουμε ελικόπερο».
Αναρωτιόμαστε, που θα βρούμε ελικόπτερο. Παίρνουμε στην Express Service. Μας λένε: «Είναι σε περιπολία στην Χαλκιδική το ελικόπτερό μας- ήταν πρωτομαγιά-. Δεν μπορεί να πάη στο Άγιον Όρος». Παίρνουμε στην Ιντερσαλόνικα και βρίσκεται εκεί πέρα μία ψυχή, μια κυρία, και μας διευκολύνει. Λέει: «Είναι σε αποστολή το ελικόπτερο τώρα, αλλά όταν θα έρθη, θα σας πάρω τηλέφωνο.
Θα πετάξετε το απόγευμα για το Άγιον Όρος». Εμάς μας φάνηκε παράξενο, και όμως παίρνει σε λίγο-είπε ότι συνεννοήθηκε με τον πιλότο-και μας λέει: «Έξι η ώρα πετάτε για το Άγιον Όρος».
Του λέμε του γερο-Παγκράτιου: «Βρέθηκε το ελικόπτερο. Η Παναγία βοήθησε και ο άγιος Προκόπιος». Ω! χαρά! Ο γερό-Παγκράτιος. Το κάθε λεπτό του φαινόταν χρόνος «Με γελάσατε», έλεγε. «Πότε θα φύγουμε; Πέρασε η ώρα». «Όχι δέν πέρασε». Ήταν μεσημέρι, μία η ώρα. «Κατά τις πέντε θα ρθη το ασθενοφόρο να σε πάρη και θα πάμε στο ελικοδρόμιο….».
Είχε φοβερό πόθο να ρθη στο Άγιον Όρος… Τελικά πήγαμε στο ελικοδρόμιο. Μπήκαμε μέσα στο ελικόπτερο καί πετάξαμε. Όταν φθάσαμε εδώ, μας λέει: Χαμηλώστε να δω το κελλάκι μου» (του αγίου Προκοπίου). «Δεν θα πας στό κελλάκι σου;» «Όχι. Θα πάμε στο σπίτι. Εκεί πέρα θα πεθάνω».
Χαμήλωσε το ελικόπτερο πάνω από τον Άγιο Προκόπιο.
Σηκώθηκε λιγάκι ο γερο Παγκράτιος και είδε το κελλάκι του. Έκανε τον σταυρό του πάνω από τόν Άγιο Προκόπιο, Μετά προσγειώθηκε το ελικόπτερο στις Καρυές. Ένα δωμάτιο το κάναμε εντατική. Μας δώσανε όλα τά φάρμακα από το Νοσοκομείο. Έζησε πέντε μέρες εδώ πέρα και πέθανε. Τον ξενυκτούσαμε.
Εκείνο που μας έκανε εντύπωση είναι ότι από τότε πού ήρθε στο Άγιο Όρος έπαψαν οι πόνοι. Τίποτα. Παρ’ ότι είχε δυσκολία. Είχε τον ρόγχο αυτό. Είχε υγρά στους πνεύμονες. Τον ρωτούσαμε: «Σε δυσκολεύει;» «Μπά, καθόλου. Τίποτα δεν αισθάνομαι», απαντούσε.
Το μόνο που ήθελε ήταν να τον κουνάμε λιγάκι, γιατί άναβαν τα πόδια του.
Ήρθε και ο ανηψιός του εδώ πέρα. Που πήγαν εκείνοι οι πόνοι; Aφού είχε καρκίνο ο άνθρωπος και ήταν στα τελευταία του; Κοινωνούσε κάθε μέρα.
Μάλιστα, την τελευταία μέρα μου λέει: «Πάτερ Βασίλειε, κάτι θυμήθηκα. Φέρε τον πνευματικό». Εξομολογείται το μεσημέρι. Το βράδυ βάρυνε. Άρχισε ο επιθανάτιος ρόγχος. Παίρνω αμέσως, 10-11 το βράδυ, το νοσοκομείο. Μου λένε: «Αμέσως ασθενοφόρο για τον Πολύγυρο». «Ποιο ασθενοφόρο; Φεύγει ο άνθρωπος. Πές τε μας, τι να κάνουμε».
Έδωσαν κάποιες οδηγίες: Κορτιζόνη, θεοφυλίνη, διουρητικά, μέσα στον ορό.
Μου λέει ο γερο-Παγκράτιος: «Άσ’τα τά φάρμακα αυτά. Δεν με βοηθάνε πλέον. Ότι ήταν να κάνουν, το ’καναν. Εγώ τώρα φεύγω. Μόνο κάθισε λίγο εδώ δίπλα μου, να μου κάνης λίγη συντροφιά. Σε λίγο φεύγω». Λέω στον γέροντα (τον π. Ιγνάτιο): «Πήγαινε, ξεκουράσου λίγο. Ε! Μπορεί να τά λέη έτσι ο παππούς. Που ξέρει ότι θα φύγει; Μπορεί να ζήση και μέρες ακόμη».
Πήγε να ξεκουραστεί λίγο ο γέροντας. Τακτοποίησα τον ασθενή και κάθισα δίπλα του. Εκεί που μιλούσαμε, τον πήρε λίγο ο ύπνος. Ξεψύχησε σαν πουλάκι. Βγάζω τους ορούς.
Κοιμάμαι και εγώ δίπλα του. Σκέπτομαι: «Θα τον ετοιμάσουμε το πρωϊ. Δεν παγώνει ο μοναχός. Το πρωϊ χαράματα θα ξυπνήσω τον γέροντα και θα του αναγγείλω το γεγονός. Μετά θα τον ετοιμάσουμε». Ούτε πάγωσε, ούτε τίποτα. Είχε οσιακό τέλος ο γερο-Παγκράτιος.
Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Προηγούμενος Ανδρέας Αγιοπαυλίτης (1904 – 2 Φεβρουαρίου 1987)

Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Άγγελος Ευαγγελάτος στο χωριό Αγκών της Κεφαλλονιάς το 1904. Ο πατέρας του Γρηγόριος στα τέλη του βίου του εκάρη μοναχός στη μονή του Αγίου Παύλου. Ως λαϊκός εργάσθηκε ως αστυνομικός. Καθημερινά από τότε έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, τους οποίους γνώριζε άπ’ έξω. Το 1934 ήλθε στη μονή του Αγίου Παύλου. Το 1935 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος στην πανήγυρη της Υπαπαντής και πρεσβύτερος στην πανήγυρη του Αγίου Παύλου του Ξηροποταμηνού από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Το 1944 εξελέγη προϊστάμενος και το 1960 ηγούμενος.

Ο διάδοχός του αρχιμανδρίτης Παρθένιος γράφει περί αυτού: «Ο αείμνηστος προηγούμενος υπήρξεν άνθρωπος δραστήριος, αποφασιστικός και “ζηλωτής καλών έργων”, σκοπόν έχων την ιδίαν σωτηρίαν και την προαγωγήν και τελειοποίησιν της Αδελφότητος και των συμφερόντων της Ιεράς ημών Μονής του Αγίου Παύλου, της οποίας δις προέστη, ηγουμενεύσας εν πνεύματι αγάπης, διακρίσεως και κατανοήσεως του υψηλού και ιερού αξιώματος του Ηγουμένου».
Για ένα διάστημα είχε αποχωρήσει της μονής του για τη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, όπου προσήλθε στην υπακοή του Γέροντος Γερασίμου Μενάγια († 1957). Συνεχίζει ο Γέροντας Παρθένιος: «Η ενταύθα υποταγή και υπακοή του αειμνήστου ήτο υποδειγματική, καθώς ομολογούν πλείστοι όσοι επιζώντες αξιόπιστοι μάρτυρες. Εις το μακάριον έργον της εν Χριστώ υπακοής ήτο προθυμότατος, και εις τας πνευματικάς επιδόσεις θερμός ζηλωτής. Ως Ιερεύς εξυπηρετεί όλα τα παρεκκλήσια των ερημητηρίων, ιερουργών όπου εκαλείτο, ως καλός υποτακτικός διακεκριμένου Γέροντος. Αλλά και την ιδίαν Μονήν, όπου μετ’ ολίγον επανήλθεν, εξυπηρέτησεν ως ιερεύς και εφημέριος επί 22 συναπτά έτη, προσφέρων ως ιερεύς και προϊστάμενος τας προθύμους αυτού υπηρεσίας, όπου ήτο ανάγκη. Οφείλομεν να είπωμεν ότι ο μακαριστός Προηγούμενος Ανδρέας, εις το έργον της αγάπης και γενικώς εις τα μοναχικά του καθήκοντα και λοιπάς υποχρεώσεις, ήτο θερμός και βιαστής “και εν λόγω και εν έργω”, διά τούτο ηξιώθη ιδιαιτέρας εύνοιας παρά της Κυρίας ημών Θεοτόκου».
Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία και σε αυτή ανέθετε τα πάντα. Όταν κάποτε βρισκόταν στο μετόχι της μονής στον Μονοξυλίτη προς ησυχία, συνέβη το εξής θαυμαστό. Είχε κατέλθει στην παραλία, για να συλλέξει διάφορα ξύλα για προσανάματα, που είχε ξεβράσει η θάλασσα, λόγω της μεγάλης θαλασσοταραχής της προηγούμενης ημέρας. Πάνω σ ένα βράχο είδε μία ανθρώπινη σκιά και νόμισε πώς είναι κάποιος ναυαγός. Πλησίασε και βλέπει ότι ήταν μία μοναχή βαστώντας βιβλίο ανοιχτό και μολύβι. Τη ρώτησε αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Όταν του απάντησε αρνητικά, την ξαναρώτησε τι είναι το βιβλίο που βαστά. Του είπε: «Είμαι η Κυρά του τόπου, και αυτή την δουλειά κάνω, από την μία άκρη του Αγίου Όρους έως την άλλην. Το βιβλίο είναι εισόδου, εξόδου και παραμονής των πατέρων του Αγίου Όρους. Αλλά, και αυτό που βλέπεις το βιβλίο, είναι γραμμένα τα ονόματα αυτών που παραμένουν και τελειώνουν εις το Άγιον Όρος, είναι γραμμένα εις την βίβλον της ζωής». Δεν έδωσε τόση σημασία στα λόγια αυτά και αφού την ξαναρώτησε αν έχει κάποια ανάγκη και του είπε όχι, πήρε τον δρόμο για το μετόχι. Το απόγευμα πηγαίνοντας στο παρεκκλήσι για την τέλεση του εσπερινού και προσκυνώντας την εικόνα της Παναγίας θυμήθηκε το θέαμα, γέμισε χαρά κι έφυγε πάλι να πάει να συναντήσει εκείνη που είδε και άκουσε. Πλησίασε τον βράχο, όπου την είχε δει να κάθεται, και ήταν όλος λύπη, που εκείνη δεν ήταν εκεί. Από τον βράχο όμως έβγαινε μία υπέροχη ευωδία που μετέτρεψε τη λύπη του σε απέραντη χαρά. Πλημμύρισε από δάκρυα αγαλλιάσεως κι έτσι επέστρεψε στον τόπο του, ευφραινόμενος που αξιώθηκε να δει και να συνομιλήσει με την Αθωνίτισσα Θεοτόκο. Μετά την εκδημία του έγινε γνωστό το θαυμάσιο αυτό γεγονός από τον Πνευματικό του.
Ανεπαύθη την ημέρα της εορτής της Παναγίας και της πανηγύρεως της μονής του, στις 2.2.1987, με την ελπίδα ότι είναι γραμμένος στο βιβλίο της Παναγίας. Η αρρυθμία της καρδίας του έφερε την παύση της. Εκοιμήθη τον αιώνιο ύπνο καθήμενος, γαλήνιος και ειρηνικός.
Πηγές–Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιερας Μονής Αγίου Παύλου. Αγιορείτου, Νέος ηγούμενος, Αγιορείτικη Βιβλιοθήκη

Μοναχός Ιάκωβος Βατοπεδινός (1807 – 2 Φεβρουρίου 1904)

Ο κατά κόσμον Ιωάννης Βαρσαμάς γεννήθηκε στο χωριό Παναγία της νήσου Θάσου το έτος 1807. Στη μονή Βατοπεδίου ήλθε το 1829. Κατά τη μοναχική του κουρά από Ιωάννης ονομάσθηκε Ιάκωβος.
Επί εξήντα έτη διετέλεσε τυπικάρης άριστος στο Καθολικό της μεγάλης μονής. Έχαιρε άκρας εκτιμήσεως άπ όλη την πολυπληθή αδελφότητα, λόγω της οσιότητος του βίου του, του ήθους, της υπομονής και της χάριτός του.
Το 1871, υστέρα από πρόσκληση του σουλτάνου Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της ενσκηψάσης χολέρας, συνόδευσε την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, με ειδικό ατμόπλοιο πού έφθασε στον όρμο της μονής για την παραλαβή. Μαζί με τον ιερομόναχο Ιωσήφ και τον μοναχό Γεράσιμο παρέμεινε με την Αγία Ζώνη επί τρίμηνο στην Κωνσταντινούπολη, τελώντας αγιασμούς στους οίκους και βλέποντας πολλά θαύματα της Παναγίας. Επέστρεψαν στη μονή με πολλά δώρα από τους ευσεβείς κατοίκους, oι οποίοι τους απέδωσαν μεγάλες τιμές, και με πολύ χρυσό από τον ίδιο τον σουλτάνο, τον οποίο είχε παρακινήσει να προσκαλέσει τους πατέρες με τον πολύτιμο θησαυρό ο Πατριάρχης Άνθιμος ς’ (1845-1848, 1853-1855, 1871-1873).
Ο γηραιός και ακέραιος αυτός μοναχός μετά παραμονή 75 ετών στη μονή ανεπαύθη εν Κυρίω στις 2.2.1904, μετά την αγρυπνία της Υπαπαντής του Κυρίου, προς υπάντηση του Χριστού, ως ο πρεσβύτης Συμεών ο Θεοδόχος.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Ο μέθυσος Ιερέας

Ζει ακόμα ο επίσκοπος πού διηγήθηκε τούτη την ιστορία.
Είναι αληθινή ιστορία κι έχει βαθύ νόημα, γιατί αναφέρεται στην προσευχή των ζώντων για τούς τεθνεώτες.
Οι προσευχές αυτές πάντοτε εισακούονται, μα πιο πολύ την ώρα της θείας λειτουργίας.Ο επίσκοπος πού αναφέραμε είχε στην περιοχή του έναν ιερέα, τον παπα-Γιάννη, ευλαβικό και σ' όλους αγαπητό.Μάλιστα στην άγία πρόθεση αργούσε λίγο, γιατί διάβαζε πολλά ονόματα.Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα' του άρεσε το κρασί. Όσο καλός ήταν στα καθήκοντά του, τόση αδυναμία είχε στο πιοτό.Πολλοί του έλεγαν νά κόψει αυτό το πάθος, το τόσο αταίριαστο σε λειτουργό του Θεού.Το καταλάβαινε κι ο ίδιος, έκλαιγε με παράπονο, έκανε μερικές προσπάθειες, άλλά σε λίγες μέρες άρχιζε πάλι τα ίδια.

Μία μέρα πού είχε πάλι υποκύψει ατό πάθος του, πήγε στην εκκλησία και, όπως ήταν μισοζαλισμένος, έβαλε «Ευλογητός» κι άρχισε τη θεία λειτουργία.

Παραχώρησε όμως ο Θεός και κάποια στιγμή παραπάτησε μέσα ατό ιερό, όπότε του έπεσαν από τα χέρια τα τίμια Δώρα.Πάγωσε άπ' το φόρο του. 'Έπεσε κάτω κλαίγοντας κι άρχισε νά μαζεύει με τη γλώσσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.'Ένιωθε την ενοχή νά τον πνίγει, γιατί το έπαθε επειδή ήταν ζαλισμένος από το κρασί.

Πήγε στον επίσκοπο κι εξομολογήθηκε το φρικτό του αμάρτημα.

Κι εκείνος την άλλη μέρα, ύστερα από πολλή περίσκεψη, κάθισε στο γραφείο του και πήρε την πέννα στο χέρι.Έπρεπε νά κινήσει τη διαδικασία για την καθαίρεση του παπα-Γιάννη, άλλά...

Εκεί πού το χέρι του επισκόπου στεκόταν διστακτικό, βλέπει ξαφνικά σαν σε όραμα νά βγαίνουν μέσ' από τον τοίχο του δωματίου χιλιάδες άνθρωποι.Είχαν μάτια πονεμένα και περνούσαν μπροστά του φωνάζοντας: 'Όχι, Δέσποτα, Μην τιμωρείς τον παπά, Μην τον καθαιρέσεις, συγχώρεσέ τον!Περνούσαν αμέτρητες στρατιές ανθρώπων, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, καλοντυμένοι

Τι φτωχοντυμένοι, αληθινό συλλαλητήριο ψυχών.Κι όλοι χειρονομούσαν προς το μέρος του, φώναζαν και παρακαλούσαν επίμονα:όχι, Σεβασμιότατε.Μην το κάνεις αυτό, μη διώξεις τον παπά μας!Αυτός μας θυμάται και μας βοηθάει σε κάθε λειτουργία, μας λυπάται αληθινά, είναι φίλος μας!Μην τον καθαιρέσεις! μη! μη! μη!...

Κράτησε αρκετή ώρα αύτή ή οπτασία. .Ο επίσκοπος, έκπληκτος, παρακολουθούσε αύτή την ανθρωποθάλασσα νά φωνάζει και νά ικετεύει για τον μέθυσο ιερέα. Κατάλαβε πώς ήταν οι ψυχές των νεκρών πού μνημόνευε ο παπα-Γιάννης όταν λειτουργούσε. Κι αύτή ή μνημόνευση τούς ανακούφιζε πολύ, όσο το νερό τον διψασμένο στην καλοκαιριάτικη ζέστη. Νά ή χειροπιαστή απόδειξη", σκέφτηκε, "πώς οι προσευχές μας αναπαύουν τις ψυχές των νεκρών".

Ύστερα έστειλε και κάλεσε τον ιερέα. δεν μου λες, παπα-Γιάννη, μνημονεύεις πολλά ονόματα την αγία πρόθεση όταν λειτουργείς; Εκατοντάδες, Σεβασμιότατε. δεν τα έχω μετρήσει. Γιατί το κάνεις αυτό και καθυστερείς τη λειτουργία; τον μάλωσε τάχα ο επίσκοπος.

-Λυπάμαι πολύ τούς πεθαμένους, γιατί δεν έχουν από αλλού βοήθεια, παρά μόνο από τις ευχές τις εκκλησίας. Γι' αυτό παρακαλώ τον "Ύψιστο νά τούς αναπαύσει.Έχω ένα βιβλίο και γράφω μέσα όλα τα ονόματα πού μου δίνουν για μνημόνευση. Αύτή την τάξη παρέλαβα από τον πατέρα μου, πού, ήταν επίσης παπάς.

-Καλά κάνεις, συμφώνησε ο επίσκοπος, έχουν ανάγκη οι ψυχές.

Συνέχισε νά κρατάς την τάξη αύτή. Πρόσεξε μόνο νά μην ξαναμεθύσεις. Από σήμερα δεν θα ξαναβάλεις κρασί ατό στόμα σου. Αυτός είναι ο κανόνας πού σου δίνω. Είσαι συγχωρημένος.

Πραγματικά, ο παπα-Γιάννης ελευθερώθηκε οριστικά από το πάθος του πιοτού.

Μόνο πού στέκει στην προσκομιδή περισσότερο τώρα, μνημονεύοντας τα ονόματα των «τεθνεώτων».

«Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙ ΤΗΝ ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ»

Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του. Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση∙ άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια.
Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία. Του απάντησα: Παραδέχομαι, ότι μερικοί χριστιανοί, από σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια. Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει.

Με τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής ζωής. Αντιλαμβανόμουν ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού» φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως. Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως «καθαρών» και η δειλία των αισθανομένων ως «ενόχων» δε διαφέρουν ουσιαστικά, ότι είναι δύο όψεις του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας. Διότι ο αληθινά πιστός χριστιανός ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί. Είναι καθαρός δια του αίματος του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι, χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού.

Ο Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτει το κακό (αμαρτία) και το χειρότερο (υπερηφάνεια αρετής) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της. Μου έλεγε: «Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού».

Ο Γέροντας, με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του, εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και ταπείνωσης. Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι , όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς βλέπαμε πως είχε, δεν ήταν δικό του, αλλά δώρο του Θεού.
Απόσπασμα από το Βιβλίο “Ανθολόγιο Συμβουλών” του Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

«ΟΤΑΝ ΚΑΛΟΠΕΡΝΑΣ ΣΤΗ ΓΗ, ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ»

1 Παρά τα φαινόμενα και την αναξιότητα των μοναχών και κληρικών, η Εκκλησία είναι ακένωτη πηγή θαυμάτων. Παίρνει νερό και το κάνει Αγιασμό· παίρνει ψωμί και κρασί και το κάνει Θεία Ευχαριστία· παίρνει τον άνθρωπο χώμα και τον κάνει Θεό! Αλλά τα θαύματα πολλοί δεν τα βλέπουν. Γιατί, αν τα έβλεπαν, δεν θα περιφρονούσαν ή μισούσαν την Εκκλησία του Χριστού, αλλά θα την αγαπούσαν, θα την τιμούσαν και δεν θα μιλούσαν γι’ αυτή με περιφρόνηση, όπως μιλούν.
«Ο χριστιανός έχει προορισμό να σηκώνει βαρύ σταυρό στη ζωή τον. Είναι δύσκολο πράγμα να λες ότι πιστεύεις στον Κύριο και καλοπερνάς σ’ αυτήν εδώ τη ζωή. Γιατί, όταν καλοπερνάς στη γη, κάτι δεν πάει καλά με τον εαυτό σου, ενδιαφέρεσαι για το χρυσάφι της γης και όχι για τους θησαυρούς του ουρανού. Αλλά όταν σκέφτεσαι έτσι, βρίσκεσαι μακριά από το θέλημα του Θεού. Χριστιανική ζωή και καλοπέραση δεν πηγαίνουν μαζί, είναι διαφορετικά πράγματα»

«Κάποτε ήλθε εδώ ένας πολύ γνωστός γιατρός για να μιλήσουμε. Ήταν και η γυναίκα του γιατρός, θρησκευόμενοι άνθρωποι και οι δύο. Παραπονιόταν ότι τα παιδιά του ζούσαν κοσμική ζωή και όχι μόνο δεν τηρούσαν τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της οικογένειας τους, αλλά και τις ειρωνεύονταν. Χαρακτήριζαν τους χριστιανούς καθυστερημένους, βολεμένους, ανειλικρινείς, υποκριτές και θεομπαίχτες, επειδή η ζωή τους -έλεγαν- δεν συμβαδίζει με τα λόγια τους και τα έργα τους δεν είναι χριστιανικά.

Ακόμη και στο ευχέλαιο, που οι γονείς κάνουν μία φορά το χρόνο στο σπίτι τους και τα παιδιά, όσο ήταν μικρά συμμετείχαν, τώρα αντιδρούν και δεν παρευρίσκονται.

Ο γιατρός έδειχνε πολύ κουρασμένος και απελπισμένος για την πνευματική αδράνεια των παιδιών του. Και νόμιζε ότι όλες οι προσπάθειες, οι δικές του και της γυναίκας του πήγαν χαμένες, δεν έπιασαν τόπο, δεν άγγιξαν τα παιδιά.
Σε κάποια στιγμή ο γιατρός, βάζοντας το κεφάλι μέσα στις δυό του παλάμες, σαν να ήθελε να καλύψει το πρόσωπό του από ντροπή, μου είπε: Φοβάμαι πως το πολύ χρήμα μας έχει κάνει ζημιά.

Τον ρώτησα να μου πει, τί εννοούσε και εκείνος με απόλυτη ειλικρίνεια παραδέχτηκε ότι είχαν ξεφύγει από το μέτρο κι είχαν αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία απολύτως μη αναγκαία. Έχουμε τρία μεγάλα σπίτια, μου είπε. Ένα για μας και από ένα για το κάθε παιδί. Επίσης, δυό εξοχικά, τέσσερα ακριβά αυτοκίνητα, ένα σκάφος, καταθέσεις, πολλά υλικά.

Και συνέχισε: τα παιδιά κακόμαθαν και τώρα μας κατηγορούν ότι προκαλούμε. Επίσης, μας λένε ότι έχουμε παντρέψει πολύ όμορφα τον πλούτο και τον Χριστιανισμό. Και με παρακάλεσε να του πω τί πρέπει να κάνει για να βρουν πάλι την ειρήνη και την ενότητα στην οικογένεια τους.

Του είπα να τα δώσουν όλα στους φτωχούς και να κρατήσουν μόνο ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τους μισθούς τους. Τρόμαξε, άλλαξε χρώμα, φοβήθηκε, απογοητεύθηκε από την απάντηση που του έδωσα.

Έφυγε και δεν ξαναήλθε. Είχε δεθεί με τα εδώ, όχι τα Άνω. Γι’ αυτό και τα παιδιά του αναζήτησαν άλλο τρόπο ζωής, διαφορετικό από αυτόν που οι γονείς τους είχαν προτείνει».

«Όταν ακούω ότι υπάρχει μεγάλη φτώχεια, ανέχεια, πονάω πολύ και δεν μπορώ να προσευχηθώ.

Δεν λέω, όταν έχεις δυό χιτώνες να δώσεις τον ένα. Αυτό είναι ασυνήθιστο και δύσκολο για τους πολλούς. Αλλά, αν θέλεις να λέγεσαι χριστιανός και κατέχεις όλα τα αγαθά του Θεού, γιατί ιδρώνεις και αγωνιάς για το παραπάνω και δεν κάνεις ελεημοσύνες και καλά έργα; Να ξέρεις, ότι θεμελιώνει στην άμμο, όποιος έχει πολλά χρήματα και τα διαχειρίζεται εγωιστικά, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και τη δυστυχία των συνανθρώπων του. Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες; Όλα εδώ μένουν. Μόνο οι αγαθοεργίες πηγαίνουν στον ουρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οι πόλεμοι; Για το χρήμα.. Γιατί οι πλούσιοι δεν μπορούν να βάλουν χαλινάρι στη λαιμαργία τους και οι φτωχοί δεν εύχονται να αποκτήσουν τα αναγκαία, αλλά ζηλεύουν τα πλούτη και τη δόξα των πλουσίων».

«Οι τσέπες σας πρέπει να είναι ανοιχτές, ώστε να φεύγουν τα χρήματα για φιλανθρωπίες. Είναι σκάνδαλο να υπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτά και να είναι ραμμένες»

.

(Τάσου Μιχαλά, «Τέσσερις ώρες με τον π. Παΐσιο»)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...