Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

ΠΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ. ..............ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ

Πώς εξουσιάζονται τα πάθη
Όποιος συγκρατεί τη γλώσσα του και δε μιλάει, σε όλους τους τρόπους του θα είναι ταπεινόφρων και, χωρίς να κοπιάσει, θα εξουσιάσει τα πάθη του. Τα πάθη εκριζώνονται και εκδιώκονται με την αδιάλειπτη μελέτη του Θεού, και αυτή ή μελέτη είναι το ξίφος πού τα θανατώνει.
Είναι καλύτερο να καταβάλλεις τα πάθη με καλούς λογισμούς, μνημονεύοντας τις αρετές, παρά με την αντίσταση. Διότι τα πάθη, όταν διεγερθούν και κινηθούν εναντίον σου για να σε πολεμήσουν, τότε εντυπώνουν στο νου σου διάφορα σχήματα και εικόνες, πού προκαλούν στην αμαρτία Αυτός ό πόλεμος εναντίον του νου μας έχει πολύ μεγάλη δύναμη, καθώς ταράζει τις παλιές μνήμες και μας θορυβεί. Εάν όμως, πάνω στην επίθεση τους, τους υποσκάπτεις με αγαθούς λογισμούς, όπως είπαμε, τότε ούτε ίχνος παθών δε φαίνεται πια στο νου σου, μετά την αποδίωξή τους.

Κανένας δεν μπορεί να νικήσει τα πάθη παρά με τις πρακτικές και αισθητές αρετές, ενώ το διασκορπισμό του νου μπορούμε να τον νικήσουμε μόνο με το να καταγινόμαστε με τα πνευματικά. Γιατί ό νους μας είναι ελαφρός και, αν δε δεσμευθεί με κάποιο πνευματικό λογισμό, δε θα πάψει να τριγυρίζει εδώ κι εκεί. Και άμα δεν κατορθώσουμε τις πρακτικές αρετές, δεν μπορούμε να φυλαχτούμε από τα πάθη. Γιατί, αν δε νικήσει κάποιος τους εχθρούς, δεν μπορεί να ειρηνεύσει. Και αν ή ειρήνη δε βασιλεύει στην ψυχή μας, πώς είναι δυνατό να βρούμε και να χαρούμε τα αγαθά της; Τα πάθη είναι ένα διάφραγμα, πού δεν αφήνει να ενεργοποιηθούν οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Αν λοιπόν, δεν πέσουν πρώτα αυτά με τις φανερές αρετές, δε γίνονται αισθητές οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Και βέβαια, κανείς δεν μπορεί, ενώ είναι έξω από το τείχος, να συναναστραφεί με αυτούς πού είναι μέσα. Και όπως δεν μπορείς να δεις τον ήλιο μέσα στην ομίχλη, έτσι δεν μπορείς να αισθανθείς τη δύναμη της αρετής της ψυχής, ενόσω διαμένει γύρω της ή ταραχή των παθών.
Όπως ένας άνθρωπος, άμα πιει κρασί την ημέρα του πένθους, μεθάει και ξεχνάει κάθε λύπη και κάθε πόνο έτσι και εκείνος πού μεθάει από την αγάπη του Θεού σ' αυτό τον κόσμο, πού είναι το σπίτι του πένθους και του κλάματος, ξεχνάει όλους τους πόνους και τις λύπες του και γίνεται, από το μεθύσι αναίσθητος σε όλα τα πάθη της αμαρτίας. Αν ή καρδιά ενός ανθρώπου έχει στηριχθεί μόνο στην ελπίδα του Θεού, ή ψυχή του γίνεται ελαφρά σαν το πουλί πού πετάει, και συνεχώς ό νους του υψώνεται από τη γη και, καθώς μελετάει τα θεία, πετάει πάνω από τα ανθρώπινα, και απολαμβάνει και ευφραίνεται με τα αθάνατα μυστήρια του Υψίστου. Σ' αυτόν ανήκει ή δόξα και ή δύναμη εις τους αιώνας των αιώνων.

Ό έμπορος πού ταξιδεύει στη θάλασσα, φοβάται και τρέμει μήπως σηκωθεί τρικυμία και βυθισθεί ή ελπίδα των κόπων του. Και ό μοναχός, όσο ζει σ' αυτό τον κόσμο, κυριαρχείται από το φόβο, μήπως ξυπνήσει εναντίον του ή τρικυμία των παθών, και χάσει όλους τους κόπους του, από τα νιάτα του ως τα γηρατειά του. Ό έμπορος έχει στραμμένο το βλέμμα του στη στεριά, και ό μοναχός στην ώρα του θανάτου.
Ό καπετάνιος βλέπει τα άστρα, όταν διαπλέει τη θάλασσα, και κατευθύνει το καράβι ανάλογα με τη θέση των άστρων, μέχρι να φθάσει στο λιμάνι. Έτσι και ό μοναχός έχει μπροστά στα μάτια της ψυχής του την ευχή, διότι με αυτήν διορθώνει την πορεία του, και κατευθύνεται ίσια στο λιμάνι πού προσεύχεται να φθάσει.

Επίμονο ξερίζωμα των αγκαθιών
Είναι για μας επιτακτική ανάγκη να ξεριζώσουμε από τη φύση μας τα αγκάθια των παθών, όσο ζούμε σ' αυτή τη γη. Με το επίμονο ξερίζωμα στο Χωράφι της ψυχής μας, εξαφανίζονται τα αγκάθια γιατί δεν έχει καθαρισθεί ακόμη εξολοκλήρου. Εάν λοιπόν, με την προσωρινή μας ραθυμία, ή με τη μικρή μας αμέλεια, βρίσκουν καιρό και αυξάνουν τα αγκάθια των παθών, και καλύπτουν και πιέζουν την καρδιά, και αποπνίγουν τον καλό σπόρο της, και κάνουν τον κόπο μας να πάει χαμένος, συμπεραίνουμε ότι πρέπει να την καθαρίζουμε κάθε μέρα πού περνάει. Γιατί, άμα σταματήσουμε, τα αγκάθια πληθαίνουν πολύ. Ας καθαρισθούμε, λοιπόν, απ' αυτά με τη χάρη του ομοουσίου και μονογενούς Υιού του Θεού, στον όποιο ανήκει ή δόξα, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, εις τους αιώνας.

Τα πάθη διορθώνονται με σωματικούς κόπους στην ησυχία
Να ξέρεις, αδελφέ μου, ότι τα κρυμμένα πάθη στην ψυχή μας δε διορθώνονται μόνο με τους σωματικούς κόπους μας, ούτε πάλι οι σωματικοί κόποι από μόνοι τους εμποδίζουν τους κακούς λογισμούς, πού διεγείρονται πάντοτε από τις αισθήσεις μας. Οι κόποι, βέβαια, φυλάγουν τον άνθρωπο από τις πονηρές επιθυμίες, για να μην τον νικήσουν, και από τη δαιμονική πλάνη, όμως δεν μπορούν από μόνοι τους να δώσουν στην ψυχή την ειρήνη και τη γαλήνη. Γιατί τα έργα του Θεού και οί κόποι μας τότε μόνο παρέχουν στην ψυχή την απάθεια, και νεκρώνουν τα γήινα μέλη μας, και μας χαρίζουν την ανάπαυση των λογισμών, όταν γίνονται στην ησυχία, οπότε οί σωματικές μας αισθήσεις αναπαύονται από την εξωτερική ταραχή και μπορούμε να αφοσιωθούμε, για κάποιο διάστημα, στην εργασία πού μας οδηγεί στη σοφία του Θεού. Γιατί, μέχρι να στερηθεί ό μοναχός τις συναντήσεις των διαφόρων ανθρώπων, και να συμμαζέψει τους σκόρπιους λογισμούς του, και να συγκεντρωθεί στον εαυτό του, δε θα μπορέσει να γνωρίσει το πάθος πού τον κυβερνάει. Γιατί, όπως είπε ό άγιος Βασίλειος, ή ησυχία είναι ή αρχή της κάθαρσης της ψυχής. Όταν δηλ. σταματήσουν οί ερεθισμοί και οί περισπασμοί από τον έξω κόσμο, τότε ή διάνοια μας επιστρέφει, και από κει πού ήταν σκόρπια από τους περισπασμούς, βρίσκεται μόνη της και ηρεμεί, και ξυπνάει ή καρδιά, για να εξερευνήσει τα θαυμάσια του Θεού. Και αν δείξει καλή υπομονή σ' αύτη την εργασία της ησυχίας, αρχίζει ό μοναχός και οδεύει, ολίγον κατ' ολίγον, στην καθαρότητα της ψυχής.

τι είναι απάθεια
Απάθεια είναι όχι το να μην αισθάνεσαι τα πάθη, αλλά το να μην τα δέχεσαι και να μη συγκατατίθεσαι σ' αυτά. Από τις πολλές και διάφορες αρετές, τις φανερές και τις κρυφές, πού αποκτούν οί αγωνιστές, εξασθενούν μέσα τους τα πάθη και δεν έχουν τη δύναμη να κινηθούν κατά της ψυχής. Έτσι, και ό νους δε χρειάζεται πάντοτε να προσέχει τις κινήσεις τους διότι κάθε ώρα και στιγμή, νύχτα και μέρα, είναι γεμάτος από καλούς λογισμούς, αφού μελετά τα θεία νοήματα και, κατά κάποιον τρόπο, συνομιλεί με αυτά. Όταν, λοιπόν, αρχίσουν τα πάθη να κινούνται μέσα στους αγωνιστές, ξαφνικά αρπάζεται ό νους από αυτά τα θεία νοήματα, πού τα αισθάνεται πολύ κοντά του, και έτσι, τα πάθη μένουν aνενέργητα, όπως είπε ό μακάριος Μάρκος ό ασκητής.


Ή ψυχή από τη φύση της είναι απαθής

Λοιπόν, τα πάθη είναι προσθήκη στον άνθρωπο, και ή αιτία για την ύπαρξη τους είναι ότι τα δέχεται ή ψυχή διότι ή ψυχή δημιουργήθηκε από το Θεό απαθής, χωρίς κανένα πάθος. Και όταν ακούσεις να ονομάζονται στην αγία Γραφή πάθη ψυχικά και σωματικά, να γνωρίζεις ότι ονομάζονται έτσι ως προς τις αιτίες τους, ότι δηλ. ή ψυχή και το σώμα είναι ή αιτία των παθών, επειδή τα δέχονται. Ή ψυχή, λοιπόν, από τη φύση της είναι απαθής. Βέβαια, οι μη χριστιανοί φιλόσοφοι αυτό δεν το παραδέχονται, και όσοι άλλοι τους ακούν και τους ακολουθούν. Άλλα εμείς οί ορθόδοξοι έτσι πιστεύουμε, ότι ό Θεός τον «κατ' εικόνα» άνθρωπο τον έπλασε απαθή. Και όταν λέω «κατ' εικόνα», δεν αναφέρομαι στο σώμα, αλλά στην ψυχή, πού είναι αόρατη, όπως ό Θεός.


Αν ήταν κάποτε ή φύση της ψυχής φωτεινή και καθαρή, διότι φωτιζόταν από το μακάριο φως του Θεού, ομοίως και όταν επανέλθει στην αρχαία εκείνη κατάσταση, γίνεται πάλι φωτεινή και απαθής. Επομένως, όταν ή ψυχή κινείται με εμπάθεια, βρίσκεται έξω από τη φυσική της κατάσταση, όπως μας βεβαιώνουν όσοι ζουν στην Εκκλησία και τρέφονται από την αγία της παράδοση.


Εάν λοιπόν, ή αρετή είναι φυσική υγεία της ψυχής, συμπεραίνουμε ότι τα πάθη είναι αρρώστια της ψυχής, γιατί ήρθαν σ' αυτήν αργότερα, μετά τη δημιουργία της, και την έβγαλαν από τη φυσική της υγιή κατάσταση. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ή υγεία υπήρχε στη φύση της ψυχής πριν από την αρρώστια. Και αν αυτά είναι αληθινά, όπως και είναι, λοιπόν ή αρετή είναι φυσική κατάσταση της ψυχής, ενώ τα πάθη την πρόσβαλαν απ' έξω και δεν ανήκουν στη φύση της.

Εάν τα πάθη ήταν φυσικό ιδίωμα της ψυχής, για ποιο λόγο να βλαφτεί απ' αυτά; Διότι όσα είναι της φύσεως, δεν μπορούν να βλάψουν τη φύση τους.

Γ.ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: ΠΩΣ ΦΕΥΓΕΙ Η ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ, Η ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ, Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ


15 Όλα τά κακά αισθήματα, η ανασφάλεια, η απελπισία, η απογοήτευση, πού πάνε νά κυριεύσουν τήν ψυχή, φεύγουν μέ τήν ταπείνωση. Αυτός πού δέν έχει ταπείνωση, ο εγωιστής, δέν θέλει νά τού κόψεις τό θέλημα, νά τόν θίξεις, νά τού κάνεις υποδείξεις. Στενοχωρείται, νευριάζει, επαναστατεί, αντιδρά, τόν κυριεύει η κατάθλιψη.
Η κατάσταση αυτή θεραπεύεται μέ τή χάρη. Πρέπει η ψυχή νά στραφεί στήν αγάπη τού Θεού. Η θεραπεία θά γίνει μέ τό ν’ αγαπήσει τόν Θεό μέ λαχτάρα. Πολλοί άγιοί μας μετέτρεψαν τήν κατάθλιψη σέ χαρά μέ τήν αγάπη πρός τόν Χριστό.
Παίρνανε δηλαδή τήν ψυχική δύναμη, πού ήθελε νά τή συντρίψει ο διάβολος, καί τή δίνανε στόν Θεό καί τή μεταβάλλανε σέ χαρά καί αγαλλίαση.
Η προσευχή, η λατρεία τού Θεού μεταβάλλει σιγά σιγά τήν κατάθλιψη καί τή γυρίζει σέ χαρά, διότι επιδρά η χάρις τού Θεού. Εδώ χρειάζεται νά έχεις τή δύναμη, ώστε ν’ αποσπάσεις τή χάρη τού Θεού, πού θά σέ βοηθάει νά ενωθείς μαζί του. Χρειάζεται τέχνη.

Όταν δοθείς στόν Θεό καί γίνεις ένα μαζί του, θά ξεχάσεις τό κακό πνεύμα, πού σέ τραβούσε από πίσω, κι εκείνο έτσι περιφρονημένο θά φύγει.
Στή συνέχεια, όσο θ’ αφοσιώνεσαι στό Πνεύμα τού Θεού, τόσο δέν θά κοιτάζεις πίσω σου, γιά νά δείς αυτόν πού σέ τραβάει. Όταν σέ ελκύσει η χάρις, ενώνεσαι μέ τόν Θεό. Κι όταν ενωθείς μέ τόν Θεό καί δοθείς σ’ Εκείνον, πάνε όλα τ’ άλλα, τά ξεχνάεις καί σώζεσαι. Η μεγάλη τέχνη, λοιπόν, τό μεγάλο μυστικό, γιά ν’ απαλλαγείς απ’ τήν κατάθλιψη καί όλα τ’ αρνητικά, είναι νά δοθείς στήν αγάπη τού Θεού.

Ένα πράγμα πού μπορεί νά βοηθήσει τόν καταθλιπτικό είναι καί η εργασία, τό ενδιαφέρον γιά τή ζωή. Ο κήπος, τά φυτά, τά λουλούδια, τά δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στήν ύπαιθρο, η πορεία, όλ’ αυτά, βγάζουν τόν άνθρωπο απ’ τήν αδράνεια καί τού δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σάν φάρμακα. Η ασχολία μέ τήν τέχνη, τή μουσική κ.λπ. κάνουν πολύ καλό. Σ’ εκείνο, όμως, πού δίνω τή μεγαλύτερη σημασία είναι τό ενδιαφέρον γιά τήν Εκκλησία, γιά τή μελέτη τής Αγίας Γραφής, γιά τίς ακολουθίες. Μελετώντας τά λόγια τού Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς νά τό καταλάβει.

Νά σάς διηγηθώ γιά μιά κοπέλα, πού ήλθε σ’ εμένανε τόν ταπεινό. Έπασχε από φοβερή κατάθλιψη. Δέν κατάφερε κάτι μέ τά φάρμακα. Παράτησε τά πάντα, τή δουλειά της, τό σπίτι της, τίς απασχολήσεις της. Κι εγώ τής είπα αυτά πού ξέρω. Τής είπα γιά τήν αγάπη τού Χριστού, πού αιχμαλωτίζει τήν ψυχή, διότι η χάρις τού Θεού γεμίζει τήν ψυχή καί τήν αλλάζει.
Τής εξήγησα ότι είναι δαιμονική αυτή η δύναμη πού καταλαμβάνει τήν ψυχή καί μεταβάλλει τήν ψυχική δύναμη σέ κατάθλιψη, τή ρίχνει κάτω, τή βασανίζει καί τήν αχρηστεύει. Τήν συμβούλευσα ν’ ασχολείται μέ διάφορες απασχολήσεις, όπως, γιά παράδειγμα, μέ τή μουσική πού τής άρεσε πρώτα κ.λπ. Τόνισα, όμως, περισσότερο τή στροφή καί τήν αγάπη της πρός τόν Χριστό. Τής είπα ακόμη ότι μέσα στήν Εκκλησία μας υπάρχει θεραπεία μέ τήν αγάπη πρός τόν Θεό καί τήν προσευχή, αλλά πού θά γίνεται μέ λαχτάρα

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: «ΠΡΟΣΕΞΕ ΜΗΠΩΣ Ο,ΤΙ ΒΓΑΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΑ ΔΙΝΕΙΣ ΟΛΑ ΣΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ»

15 Γέροντα δουλεύω μερικές Κυριακές στά λίγα χωράφια πού έχω κι επειδή μέ πειράζει ο λογισμός, ήρθα νά σάς συμβουλευτώ τί νά κάνω, τού εξομολογήθηκε ο Κύριος Σ...

Κι ο Γέροντας: - Ξέρω έναν, εκεί πέρα, χωρικό ο οποίος είχε ένα σκαπτικό μηχάνημα καί δούλευε τίς Κυριακές. Ε... ό,τι έβγαζε τά ΄δίνε όλα στούς γιατρούς γιά τό παιδί του. Κάποια στιγμή, όμως, πού τόν πείραξε ο λογισμός ότι δέν τιμά τήν αργία πού είναι αφιερωμένη στόν Θεό, σταμάτησε νά δουλεύει τίς Κυριακές καί από τότε τό παιδί του έγινε εντελώς καλά. Πρόσεξε καί σύ μήπως ό,τι βγάζεις τά δίνεις στό τέλος στούς γιατρούς.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.Ο ιδιαίτερος προστάτης των Μοναχών

imagesCABPEOUJ
« Εγινε κάποτε Πατριάρχης της αγίας Πόλεως  Ιερουσαλὴμ κάποιος με το όνομα  Αμώς, ο οποίος από ενέργεια δαιμονική ήταν μισομόναχος, παρά το ότι προηγουμένως ήταν Μοναχός, αν και ανάξιος.
 Κατά παραχώρηση  Θεού, κάποιος Μοναχός έπεσε σε αμαρτία· ο  Αμώς, αντί να τον συμβουλεύσει  για να τον φέρει σε μετάνοια και να μη κολασθεί, τον συνέλαβε, του έβγαλε το  Αγγελικὸ Σχήμα, έπιασε έναν χοίρο, του φόρεσε το Σχήμα και τον απέλυσε μέσα στην Πόλι, πράγμα το οποίο  λύπησε πολύ τον Κύριό μας.Λοιπόν, την νύκτα εκείνη φαίνεται στον Πατριάρχη ο  Αγιος  Ιωάννης ο Πρόδρομος, φοβερίζοντας αυτόν και λέγοντας:
«Επειδὴ ούτως εποίησας, ατιμάσας το Σχήμά  μου , μέλλω δίκην ποιείν εν τη  Ημέρᾳ της Κρίσεως επί του φοβερού βήματος του Χριστού!»   .
Ο Πατριάρχης ξύπνησε με φόβο και τρόμο και άρχισε να κτίζει Ναό του  Αγίου  Ιωάννου του Προδρόμου έξω από την Πόλη  απέναντι του  Αγίου Στεφάνου ανατολικά.
Αφού τελείωσε τον Ναό και πλούσια τον εκόσμησε, προσευχόταν ολόψυχα, νηστεύοντας και αγρυπνώντας, να του συγχωρηθεί  η αμαρτία που έκανε, να ατιμάσει  δηλαδή το άγιο Σχήμα.
Αλλά τι συνέβη ; Φαίνεται πάλι σε αυτόν για δεύτερη φορά ο  Αγιος  Ιωάννης και του λέγει:
«Αλήθειαν λέγω σοι, ότι ει και άλλους πέντε Ναούς κτίσεις μοι, μείζονας και ωραιοτέρους, ου συγχωρηθής δια την αμαρτίαν, ην εποίησας, αλλά δίκην ποιήσω μετά σου, εν τη φοβερά  Ημέρᾳ της Κρίσεως!»  .
Μετά από ολίγο χρόνο απέθανε ο  Αμὼς και το όνομά του εξαλείφθηκε αοράτως από τα Δίπτυχα της  Εκκλησίας της  Αγίας του Χριστού και Θεού μας  Αναστάσεως! ».

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Ο πνευματικός πατήρ

«Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός». Δεν ηθέλησα εις τον κόσμον να αποκτήσω παιδιά σαρκικά και ο Θεός μου εχάρισεν εσάς, να σας εχω παιδιά μου πνευματικά. Με παρηγορεί αυτό το ρητόν∙ και εσάς φαντάζομαι ότι σας ευφραίνει• διότι εγώ σας έχω ως παιδιά μου και εσείς με θεωρείτε ως πατέρα σας πνευματικόν.
Ανώτερος είναι ο πνευματικός πατήρ από τον σαρκικόν πατέρα. Πολύ πιο ανώτερος είναι ο πνευματικός πατήρ από τον σαρκικόν πατέρα. Διότι εγώ αν σε ιδώ ότι προσκόπτεις προς λίθον τον πόδα σου, δεν θα ησυχάσω• θα τρέξω να σε βοηθήσω. Αν σε ιδώ να σε σύρουν εις τα δικαστήρια διά κάποιον χρέος, το οποίον οφείλεις, θα τρέξω να το πληρώσω εγώ αντί για σένα. Αν ιδώ ότι σε κατηγορούν η σε υβρίζουν η σε κακολογούν, θα τρέξω, να πάρω το μέρος σου και να σε υπερασπίσω.
Αν σε ιδώ ότι είσαι λυπημένη και δεν έχεις από πουθενά παρηγοριά, εγώ θα προσπαθήσω, όπως μπορώ, να σταλάξω πάνω σου, αν είναι δυνατόν, και μία στάλα από το αίμα μου, διά να σε παρηγορήσω. Αν σε βλέπω ότι ασθενείς, δεν μπορώ παρά κάποιαν βοήθειαν εστω και ελαχίστη θα σου παράσχω προς θεραπείαν σου. Διότι πονεί η ψυχή μου∙ δεν μπορώ να σε ιδώ σε ανάγκη και να αδιαφορήσω∙ διότι σε παρέλαβον εκ πνεύματος αγίου και σε πονώ.
Εάν κυριεύεσαι υπό των δαιμόνων, εάν κινδυνεύης από των παθών, εάν βασανίζεσαι από άλλα διάφορα, εγώ δεν ησυχάζω. Προσπαθώ με κάθε μέσον να σε απαλλάξω άπ’ αυτά. Και ακόμη σας δίνω την άφεσι των αμαρτιών, για να πάτε συγχωρεμένες στον ουρανό. Το πάν όμως εξαρτάται από εσάς.
Όλα αυτά, τα οποία είπαμεν τώρα, είμαι πρόθυμος να σας τα παράσχω∙ το γνωρίζετε από πολλά χρόνια, και το βλέπετε καθημερινώς. Στέκεται όμως στην ιδική σας πίστι και ευλάβεια. Στέκεται στην ιδική σας αφοσίωσι και ζήλον τον οποίον έχετε προς εμένα. Πρέπει να έχετε εσείς τα ανάλογα απέναντι μου, να εφαρμόζετε εκείνα τα οποία ανήκουν στη θέσι σας, διά να σας επιβλέπω και εγώ και να σας ποιμαίνω. Διότι φαίνομαι ως ποιμήν ανάξιος∙ άξιος δεν είμαι∙ το γνωρίζω∙ αλλά ευρέθηκα.
Ο ποιμήν όμως δεν κάθεται ποτέ ήσυχος∙ όταν ιδή τον λύκον και έρχεται, όχι μόνον προσπαθεί μόνος του με κάθε τρόπον να φυλάξη τα πρόβατα, αλλά και άλλους φωνάζει να τον βοηθήσουν. Ο ποιμήν διά τα άλογα ζώα φωνάζει, σφυρίζει, πετροβολά∙ το αυτό κάμνω και εγώ, αδελφές∙ πότε φωνάζω, πότε μαλώνω, πότε αγριεύω• διότι είμαι ποιμήν λογικών προβάτων. Δεν πρέπει όμως να υπάρχη ανάγκη να γίνεται έτσι. Διότι τα άλογα ζώα είναι άλογα∙ δεν καταλαβαίνουν, ενώ τα λογικά πρόβατα με ένα λόγο που θα τους ειπή ο ποιμήν πρέπει να ακούν. Αλλά επειδή η εξ συνεργείας των δαιμόνων η εκ συνήθειας κακής η εξ αμελείας του ποιμένος δεν μπορούν μόνο με ένα λόγο να ακούσουν, ανάγκη είναι να τα μεταχειρισθή αυτά όλα που είπαμεν.
Ένας μόνον λόγος γραπτός, ο λόγος του Ευαγγελίου, είναι αρκετός να διδάξη τα λογικά πρόβατα και να τα προφυλάξω από τον νοητόν λύκον τον διάβολον. Επειδή όμως δεν τον ακούμεν, διά τούτο και, εγώ ο δυστυχής πολεμώ πότε με φωνές, πότε με επιτίμια, άλλοτε με καμμιά παρηγοριά, και όλο σας προσέχω, διά να μη βγαίνετε εξω των ορίων σας.
Να μη στενοχωρήσθε, αδελφές, γι’ αυτά που σας λέγω, αλλά να τα χαράξετε βαθιά μέσα στην καρδιά σας, διότι εγώ μια ήμέρα θα φύγω και αυτά θα σας χρειασθούν. Η αγάπη μου με παρακινεί να σας τα λέγω αυτά∙ κάποια στοργή πνευματική υπάρχει, την οποίαν δεν μπορώ να σας την εκφράσω με άλλον τρόπον παρά μόνον με αυτά που σας λέγω.
Πρέπει να με ακούτε. Τα ευτελή αυτά λόγια μου είναι η διαθήκη μου και να τα φυλάξετε.
Δεν ήρθα εδώ εγώ να στρώσω πάνω σε μαλακά στρώματα και να αναπαυθώ• ήλθα να πέσω εις την ταπείνωσιν. Δεν ήλθα εδώ να είμαι εις δόξαν και τιμήν και να με φωνάζουν Κύριε• ήλθα να υβρισθώ, να πεινάσω, να διψάσω, να κοπιάσω, να μοχθήσω, να με χλευάσουν, να με τσαλαπατήσουν για την αγάπην του Χριστού. Δεν είμαι Κύριος• η Κυρία Θεοτόκος και ο Υιός αυτής είναι Κύριοι. Εγώ είμαι υπηρέτης σας∙ τόσα χρόνια σας υπηρετώ. Ένας δούλος σας είμαι• ούτε και γέροντα θέλω να με λέγουν. Δεν μου αρέσει και δεν το θέλω, αλλά είναι τιμή δική σας.
Πηγή: Αγίου Ανθίμου της Χίου, Διδαχές Πνευματικές Άρτος Ζωής, Επιμέλεια: Αντωνίου Ν. Χαροκόπου, τόμος Δεύτερος, Ιερά Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου, Αθήναι 2001

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Απόσπασμα λόγου Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για τα Θεοφάνεια

Σήμερα ἡ πανήγυρις εἶναι τὰ Θεοφάνεια, δηλαδὴ ἡ Γέννησις. Διότι λέγονται καὶ τὰ δύο, ἐπειδὴ δι᾿ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὑπάρχουν δύο ὀνόματα. Διότι ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῆς γεννήσεως. Καὶ ὑπῆρχε μὲν πρίν, καὶ ὑπῆρχε πάντοτε, προερχόμενος ἀπὸ τὸν πάντοτε ὑπάρχοντα, πάνω ἀπὸ κάθε αἰτίαν καὶ λογικὴν (ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε λόγος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Λόγον), ἀλλὰ μετὰ ἔλαβε σῶμα πρὸς χάριν μας, διὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν εὐτυχῆ ὕπαρξιν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε τὴν ὕπαρξιν ἢ καλύτερα, διὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρει μὲ τὴν σάρκωσίν του εἰς τὴν εὐτυχῆ ὕπαρξιν ἀπὸ τὴν ὁποία εἴχαμε ἀπομακρυνθεῖ ἐξ αἰτίας τῆς κακίας μας. Καὶ εἰς μὲν τὴν ἐμφάνισιν δίδεται τὸ ὄνομα Θεοφάνεια, εἰς δὲ τὴν γέννησιν, Γενέθλια.


Δ´. Αὐτὸ εἶναι δι᾿ ἡμᾶς τὸ νόημα τῆς πανηγύρεως καὶ αὐτὸ ἑορτάζομεν σήμερα: Τὸν ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθώπους, διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ κατοικήσωμεν κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, ἢ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν (διότι ἔτσι νομίζω ὅτι εἶναι σωστότερον νὰ εἰπωθῇ), διὰ νὰ ἐνδυθῶμεν τὸν νέον ἄνθρωπον, ἀφοῦ ἐγκαταλείψωμεν τὸν παλαιόν. Καὶ ὅπως ἔχομεν ἀποθάνει μαζὶ μὲ τὸν Ἀδάμ, ἔτσι ἂς ζήσωμεν μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, ἂς γεννηθῶμεν μαζί του, ἂς συσταυρωθῶμεν καὶ ἂς ταφῶμεν μαζί του, διὰ ν᾿ ἀναστηθῶμεν μὲ τὴν ἀνάστασίν του. Διότι πρέπει νὰ ὑπομείνω τὴν ἀντίστροφον πορείαν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν. Καὶ ὅπως ἀπὸ τὰ πιὸ εὐχάριστα ἦλθαν τὰ δυσάρεστα, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ δυσάρεστα νὰ ἐπανέλθουν τὰ πιὸ εὐχάριστα. «Διότι ἐκεῖ ποὺ ηὐξήθη σημαντικὰ ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ἐδόθη πλουσιοπάροχα καὶ ἡ χάρις». Καὶ ἂν ἡ γεῦσις ἐπέφερε τὴν καταδίκην, δὲν ἐδικαίωσε, πολὺ περισσότερο τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ; Ἂς ἑορτάζομεν ἑπομένως ὄχι μὲ δημοσίας πανηγύρεις, ἀλλὰ κατὰ τρόπον θεϊκόν. Ὄχι κατὰ τρόπον κοσμικόν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὑπερκόσμιον. Ὄχι τὰ ἰδικά μας ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὰ τοῦ Κυρίου. Ὄχι τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀσθένειαν, ἀλλὰ τὰ σχετικὰ μὰ τὴν θεραπείαν. Ὄχι τῆς δημιουργίας ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναδημιουργίας.

Φώτης Κόντογλου, Τα Φώτα στ’ Αϊβαλί

Στά θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανίων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ’ ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο.
Ξεκινούσε η συνοδεία από τη μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ’ ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη. Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ’ οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς…
 
Σαν φτάνανε στ’ Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό. Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε εκατό καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος που στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι που ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα που θα κάνει πόλεμο. Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Αλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες που βρισκόντανε γιαλό, κ’ ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.
 
Σ’ αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες που είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα – δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά. Αυτοί που στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί που φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο. Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ’ αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε. Ένα – δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου – κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος που θα ‘ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.
 
Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας, Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό – Παρασκευάς κι άλλοι. Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ’ έναν λαιμό σαν βαρέλι. Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ’ ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ’ ένα κοντάρι, λες κ’ ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός. Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη. Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό – Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος. Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ’ άγαλμα. Μυστήριο πως δεν πάγωνε! O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος που δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο. Τα χέρια του τα ‘χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ’ έκανε και κάμποσα θεατρικά.
 
Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ’ οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να ‘ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα ‘πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο. Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ’ έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» – δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ’ οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στο τέλος το ‘ψελνε κι ο δεσπότης κ’ έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το ‘να τ’ άλλο. Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ’ η θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ’ αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν’ ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.
 
Αξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ’ ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό – Παρασκευάς. Με δυο – τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά. Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ’ έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ’ υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά. Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ’ έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε. Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε. Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πως ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, που γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ’ οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πως όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, που δεν κρυώνει ποτές.
 
Την ώρα που έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, που ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει που ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.
(από το βιβλίο «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου») -
πηγή: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

“Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις….”Σχετικές διδακτικές διηγήσεις του Γέροντος Δανιήλ του Κατουνακιώτη

Έλεγε ό Γέρο – Δανιήλ ότι, στην Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος, ό Γέροντας της Καλύβας «Εισοδια της Θεοτόκου» Γρηγόριος Ιερομόναχος, είχε υποτακτικό πολύ απλό, αγαθό και άκακο, Θεοφύλακτο ονομαζόμενο.
Ό Μοναχός Θεοφύλακτος, κατά την εορτή των Θεοφανίων, πού γίνεται ό μεγάλος Αγιασμός, όταν άκουσε τα τροπάρια και τίς ευχές πού ψάλλει ή Εκκλησία μας και τα όποια λένε: «Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων…», του φάνηκε κάπως περίεργο και όταν τελείωσε ή τελετή, ρώτησε το Γέροντα του Παπα – Γρηγόρη : «Γέροντα, άκουσα στα τροπάρια και στις ευχές να λέτε πώς «Σήμερον αγιάζεται ή φύσις των υδάτων…», πώς γίνεται αυτό το πράγμα και όλα τα νερά αγιάζονται; Αγιάζονται και τα νερά της θαλάσσης;»
Ό Γέροντας του Παπα – Γρηγόρης σ’ αυτά απάντησε:
— Αδελφέ Θεοφύλακτε, ό Πανάγαθος θεός, με τίς προσευχές των ανθρώπων, πού γίνονται με ταπείνωση, από αδιάκριτη και ακλόνητη πίστη, με την επιφοίτηση της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, επενεργεί επί των εμψύχων και αψύχων ακόμη μεταβάλλει αυτά και τα αγιάζει, για να καθαρίσει και αγιάσει μ’ αυτά τους πιστούς δούλους Του.
Όπως, επί παραδείγματι, αγιάζει το νερό και το λάδι στο Βάπτισμα, και απαλλάσσει τον άνθρωπο, και καθαρίζει αυτόν από το προπατορικό αμάρτημα και από κάθε είδους άλλης αμαρτίας και έτσι βγαίνει από την άγια Κολυμβήθρα αγνός, καθαρός και τέλειος χριστιανός.
Όπως μεταβάλλει το ψωμί και το κρασί, πού προσφέρει θυσία των χριστιανών ό Ιερεύς και με την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος, τα κάνει από ψωμί – Σώμα κι από κρασί – Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτηρος ημών Ιησού Χριστού και γίνονται τα Τίμια Δώρα, που μεταλαμβάνουν οι πιστοί, και μ’ αυτά όταν άξιοι και καθαροί, με τη μετάνοια και εξομολόγηση τα παίρνουν, αγιάζονται και
θεοποιούνται.
Όπως μεταβάλλει το λάδι του ευχελαίου και γίνεται θεραπευτικό μέσο στους μετά πίστεως χριωμένους. Έτσι, αγαπητέ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος και ή φύση των υδάτων.
Ό Μοναχός Θεοφύλακτος για δεύτερη φορά ρώτησε το Γέροντα του και είπε:
Πάτερ και το νερό της θαλάσσης αγιάζεται κι αυτό;
Ναι αδελφέ, άκουσε και γι’ αυτό: Όταν ό πρωτάγγελος Εωσφόρος, από την υπερηφάνεια του, ξέπεσε από τους ουρανούς και σαν αστραπή βρέθηκε στα κατώτερα μέρη, στα κατάβαθα της γης, εκεί πού είναι τα τάρταρα του Αδη, τότε πέφτοντας αυτός, παρέσυρε με την πτώση του το ένα τρίτο (1/3) από τους Αγγέλους, πού κι αυτοί έγιναν όπως κι ό αρχηγός τους Δαίμονες.
Πέφτοντας αυτοί, οι πρώην άγγελοι, από τους ουρανούς προς τη γη και επειδή εξακολουθούσαν να πέφτουν συνέχεια κι άλλοι άγγελοι, τότε στάθηκε στην πύλη του ουρανού ό μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία, φώναξε προς όλους τους Αγγέλους και είπε: «Στώμεν καλώς, Στώμεν μετά φόβου Θεού» και με τη φωνή αύτη συνήλθαν οι Άγγελοι και σταμάτησαν να πέφτουν.
Εκείνοι όμως πού είχαν πέσει, με το πρόσταγμα αυτό του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, σταμάτησαν εκεί πού βρέθηκαν, άλλοι στον αέρα κι έγιναν τα εναέρια Τελώνια, άλλοι στη γη, κι έγιναν οι πειρασμοί και εξουσιαστές της γης, κι άλλοι στα ύδατα των ποταμών τής Γης και• της θαλάσσης, οπού πειράζουν, δοκιμάζουν και πνίγουν τους διερχόμενους επειδή, κατά το λόγο του Κυρίου «Άπ’ αρχής, ό διάβολος ανθρωποκτόνος εστί» (Ίωάν. Η’ 44).
Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως λέγουν οι άγιοι Απόστολοι και το ιερό Ευαγγέλιο, και ό Υιός και Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος, με το μέγα και ανερμήνευτο μυστήριο της θείας ενσάρκου αυτού οικονομίας, με την κάθοδο Του από τους ουρανούς αγίασε τον αέρα, τη γη, τη θάλασσα, τα ύδατα και πάντα «τα εν αυτοίς», και με τον αγιασμό και τη χάρι του Αγίου Πνεύματος κατήργησε την δύναμη και την εξουσία του Σατανά πού είχε, πριν να σαρκωθή ό Δεσπότης Χριστός επάνω στους ανθρώπους, στα ζώα και στα στοιχεία της φύσεως, και έτσι ό αέρας, ή γη και το νερό αγιάστηκαν, από την παρουσία του Δεσπότη Χριστού του Θεού ημών.
Ή ήμερα αυτή των Θεοφανίων, πάτερ Θεοφύλακτε, όπου γίνεται ό Μεγάλος Αγιασμός, γίνεται ή ανάμνησης της του Χριστού παρουσίας και της Θεοφανείας του τρισυπόστατου και τρισηλίου Θεού των χριστιανών, του Ποιητού και Δημιουργού των όλων, πού σαν σήμερα στη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε ό ουράνιος Πατέρας με τη φωνή και ό οποίος με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, πού το έστειλε σαν ένα περιστέρι επάνω στο κεφάλι του Χριστού, μ’ αυτό δείχνοντας μας το Χριστό, είπε: «Ούτος εστίν ό υιός μου ό αγαπητός ενώ ηυδόκησα…» δηλαδή αυτό είναι το αγαπημένο μου παιδί, ό μονογενής, με τον όποιον, όπως δημιουργήσαμε μαζί μ’ αυτόν και το Αγιον Πνεύμα τον κόσμο όλον, έτσι και τώρα ευδόκησα, μέσον Αυτού να σωθεί ό κόσμος και να αναγεννηθεί ανακαινιζόμενος με το άγιο Βάπτισμα.
Γλυκύτερο το νερό της θάλασσας.
Εάν λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις την αλήθεια όλων αυτών πού σου είπα, πήγαινε πάτερ Θεοφύλακτε, κάτω στη θάλασσα σήμερα, να ιδείς πώς το νερό είναι γλυκό και πίνεται.
Ό απλός κι αγαθός Μοναχός Θεοφύλακτος, παρ όλο τον κόπο της αγρυπνίας, μόλις άκουσε αυτά τα πράγματα για να βεβαιωθεί, πήρε ένα μικρό δοχείο και πήγε αμέσως στη θάλασσα, ή οποία από τη Σκήτη αυτή απέχει περισσότερο από μια ώρα πεζοπορία, έσκυψε με ταπείνωση και τυφλή υπακοή, πήρε νερό από τη θάλασσα, ήπιε και μετά θαυμασμού είδε πώς το νερό ήταν γλυκό και πίνονταν με ευχαριστήσει. Γέμισε το δοχείο του και γύρισε στο Γέροντα του, τον όποιον αφού ευχαρίστησε του έδωκε να πιει κι αυτός από το νερό της θάλασσας, ήπιε κι εκείνος και δόξασαν «τον θαυμαστόν Θεόν εν τοις έργοις και τοις αγίοις αυτού» (Ψαλμ. ΞΖ’ 36).
Πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια, ό Γέροντας Παπα-Γρηγόρης, πλήρης ήμερων, αρρώστησε λίγο και κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο. Ό υποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε να παίρνει κάθε χρόνο την ήμερα των Θεοφανίων, νερό από τη θάλασσα και συνεχίζονταν το ίδιο θαύμα, το νερό να είναι γλυκό και πόσιμο.
Τρία χρόνια μετά το θάνατο του γέροντα του, ό Πάτερ θεοφύλακτος, μετά την αγρυπνία των Θεοφανίων, όταν βγήκαν οι Πατέρες από το «Κυριάκο» βλέπουν τον αδελφό θεοφύλακτο να πηγαίνει περισσότερο κάτω από την Καλύβα πού έμενε. Οι άλλοι Πατέρες της Σκήτης τότε τον ρώτησαν: — Για που πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δε θα πας να ξεκουραστείς στο σπίτι σου;
Ό πάτερ Θεοφύλακτος για απάντηση, τους φανέρωσε το μέχρι τότε άγνωστο στους άλλους Πατέρες της Σκήτης θαύμα, πώς δηλαδή την ήμερα του μεγάλου Αγιασμού το νερό της θαλάσσης γίνεται γλυκό και πίνεται.
Οι Πατέρες, επειδή γνώριζαν πώς ό αδελφός αυτός ήταν απλός και άκακος, δεν πίστεψαν στα λόγια του και τον ειρωνεύτηκαν. — Άιντε καημένε να ξεκουραστείς και πας μετά να μας φέρεις κι εμάς να πιούμε… θάλασσα! Ό πάτερ Θεοφύλακτος δεν έδωκε καμιά σημασία στα λόγια τους, πήγε στη θάλασσα ήπιε, όπως έκανε μέχρι τότε, νερό πού ήταν γλυκό, γέμισε και το δοχείο του και το πήγε να πιουν και οι άλλοι Πατέρες.
Εκείνοι με ειρωνεία και δυσπιστία πήραν το νερό αυτό να πιουν, αλλά το μέχρι κείνη τη στιγμή γλυκό νερό, για την απιστία τους έγινε αλμυρότερο και πολύ πικρότερο από το νερό της θάλασσας.
Τότε ό αδελφός Θεοφύλακτος τους φανέρωσε πώς επί τριάντα και πλέον χρόνια πίνανε με το Γέροντα του το γλυκύτατο και νοστιμότατο, για την ήμερα εκείνη νερό της θάλασσας. Και έτσι από την ήμερα εκείνη για την απιστία των Πατέρων σταμάτησε να γίνεται το θαύμα αυτό!

Ένα σκάνδαλο, πολλές αμαρτίες και ένας Άγιος

Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες. Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.

Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε
καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θυμίζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους. Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νομίζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζει «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο. Τελικά ποιος είναι το σκάνδαλο, ο άλλος ή εμείς; Μήπως εγώ είμαι αυτός που θέτω στον άλλο το προσωπείο που μου ταιριάζει να τον βλέπω; Μήπως γιατί φοβάμαι μην αποκαλυφθεί το δικό μου προσωπείο;

Παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης

«Επεφάνη η Χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις»

Η Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο λέγεται και Επιφάνεια. Η λέξη Θεοφάνεια προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη», και σχετίζεται περισσότερο με την Γέννηση του Χριστού. 

Η λέξη Επιφάνεια προέρχεται από το αποστολικό χωρίο«επεφάνη η Χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις» και αναφέρεται περισσότερο στη Βάπτιση του Χριστού, γιατί τότε οι άνθρωποι γνώρισαν την χάρη της Θεότητας. Με την εμφάνιση της Αγίας Τριάδος και την ομολογία του Τιμίου Προδρόμου έχουμε την επίσημη ομολογία ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο «είς της Τριάδος», ο οποίος ενανθρώπησε για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από την αμαρτία τον διάβολο και τον θάνατο.

Είναι γνωστό ότι στην πρώτη Εκκλησία την ίδια μέρα, 6 Ιανουαρίου, γιόρταζαν μαζί την εορτή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. Οι γιορτές αυτές χωρίστηκαν κατά τον 4ο αιώνα, οπότε τα Χριστούγεννα μεταφέρθηκαν στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα που οι Εθνικοί γιόρταζαν τον Θεό Ήλιο και οι χριστιανοί τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης. Η ημέρα των Θεοφανείων λέγεται όμως και ημέρα των φώτων λόγω του βαπτίσματος, του φωτισμού των κατηχουμένων, και λόγω της φωταψίας.

 Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύοντας την φράση «εν ω ευδόκησα» γράφει πώς το θέλημα του Θεού είναι ένα, αλλά άλλοτε ενεργεί κατ’ ευδοκία, αφού το θέλει ο Θεός και άλλοτε κατά παραχώρηση. Ο Θεός είδε ότι θα γινόταν η πτώση του ανθρώπου, δεν τον έπλασε γι’ αυτήν αλλά τελικά την παραχώρησε, γιατί το θέλησε ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο Θεός δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Έτσι άλλο το κατ’ ευδοκίαν θέλημα του Θεού και άλλο το κατά παραχώρηση. Μ’ αυτό το σκεπτικό η επιβεβαίωση του Πατρός «ούτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» έδειχνε ότι η ενανθρώπηση ήταν το κατ’ ευδοκία θέλημα του Θεού. 

Η μαρτυρία του Θεού Πατέρα για τον Υιό του φανερώνει ότι ο Υιός είναι «απαύγασμα της δόξης του Πατρός», αφού κοινή είναι η ουσία και η ενέργεια του Τριαδικού Θεού.
Η εμφάνιση τώρα του Αγίου Πνεύματος «σαν περιστέρι» μας δείχνει ότι το Άγιο Πνεύμα δεν ήταν περιστέρι, αλλά φάνηκε σαν περιστέρι και αυτό λέγεται διότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτιστό αλλά άκτιστο όπως και τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Το ότι το Άγιο Πνεύμα μαζί με την φωνή του Πατρός κάθισε πάνω στον Χριστό δείχνει το ομοούσιο των προσώπων της Αγίας Τριάδος, καθώς επίσης φανερώνει ότι ο Μεσσίας δεν ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, αλλά ο Χριστός.

Είναι γνωστό πως ο Χριστός δεν είχε ανάγκη βαπτίσματος, αφού το βάπτισμα του Ιωάννου οδηγούσε τους ανθρώπους στην συναίσθηση των αμαρτιών τους. Ο Χριστός, γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δεν βαπτίστηκε επειδή είχε ανάγκη κάθαρσης, «αλλά την εμήν οικειούμενος κάθαρσιν». Ο Χριστός βαπτίστηκε για να συντρίψει τις κεφαλές των δρακόντων στο νερό, επειδή υπήρχε η αντίληψη ότι οι δαίμονες κατοικούν μέσα στο νερό. Γι’ αυτό και παρατηρούμε στην εικόνα της βάπτισης τέρατα μέσα στο νερό που έχουν στραμμένα τα νώτα τους στον Χριστό λόγω του πυρός της θεότητας. Ο Χριστός βαπτίστηκε για να πλύνει την αμαρτία και να θάψει ολόκληρο τον παλαιό Αδάμ μέσα στο νερό.

Πολλές εικόνες της βαπτίσεως σε συνδυασμό και με την υμνογραφία της εορτής παρουσιάζουν τον Χριστό τελείως γυμνό, υποδηλώνοντας έτσι πόσο ο Χριστός ταπείνωσε τον εαυτό του για χάρη των ανθρώπων. Γυμνώθηκε εκείνος για να ντύσει τον άνθρωπο με ένδυμα αφθαρσίας.

Ένα άλλο κύριο πρόσωπο που έλαβε μέρος στην βάπτιση είναι ο βαπτιστής Ιωάννης. Αξιώθηκε από τον Θεό να ακούσει την φωνή του Πατρός, να δει τον Λόγο του Θεού και το Πνεύμα του Θεού. Το «καί ιδού ανεώχθησαν αυτώ οι ουρανοί» του ευαγγελιστή Ματθαίου και το «είδε σχιζομένους τους ουρανούς» του ευαγγελιστή Μάρκου δηλώνουν την υπεροχή του άκτιστου έναντι του κτιστού, αλλά και την αποκατάσταση «άνοιγμα» της σχέσης Θεού και ανθρώπων μετά το “κλείσιμο” από την αμαρτία.

Η γιορτή αυτή των Θεοφανείων είναι από τις αρχαιότερες  της Εκκλησίας μας και άρχισε το 2ο  μετά Χριστόν αιώνα. Αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του  Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό. Το γεγονός της βάπτισης αυτής είναι γνωστή, ιδιαίτερα από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, στο γ’ κεφάλαιο, στους στίχους 13-17. Ο Πρόδρομος Ιωάννης, μετά από θεία διαταγή, άφησε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί κήρυττε, εξομολογούσε και βάπτιζε. Ενώ έκανε ο Ιωάννης το έργο αυτό, μια μέρα ήλθε σ’ αυτόν ο Ιησούς. Το Πνεύμα το Άγιο πληροφόρησε το γιο της Ελισάβετ ποιος ήταν. Ο Ιησούς ζητάει να βαπτισθεί. Έκπληκτοι οι παρευρισκόμενοι βλέπουν τον αυστηροπρόσωπο και επιβλητικό ασκητή και διδάσκαλο να υποχωρεί με ανέκφραστη ευλάβεια και ταπείνωση μπροστά στον Άγνωστο. Στην αρχή αρνείται να Τον βαπτίσει και Του λέει ότι αυτός (ο Ιωάννης) έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. Ο Ιησούς τον πείθει να Τον βαπτίσει, διότι έτσι έπρεπε. Και τότε, στα νερά του Ιορδάνη διαδραματίζεται σκηνή μεγαλειώδης και μοναδική. Με μορφή περιστεριού το Πνεύμα το Άγιο έρχεται και κάθεται πάνω στον βαπτιζόμενο Ιησού. Και συγχρόνως, φωνή από τον ουρανό, του Πατέρα Θεού, ακούγεται να λέει: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ό αγαπητός, εν ώ ευδόκησα». Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο στη Βάπτιση του Ιησού φανερώθηκε ο Θεός ο τρισυπόστατος, η Τριάδα η Αγία, και γι’ αυτό η Εκκλησία μας ονόμασε τη γιορτή αυτή Θεοφάνεια.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ο πειρασμός σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου

Ο πειρασμός μερικές φορές μας μπερδεύει και κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που υποσχεθήκαμε. Αλλιώς ξεκινάμε κι αλλιώς καταλήγουμε. Για αλλού ξεκινήσαμε να πάμε και αλλού πηγαίνουμε. Δεν προσέχουμε. Δεν σας έχω πει παραδείγματα;
Παλαιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ένα άλογο. Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντηρήσει την οικογένειά του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε. Μια φορά ξεκίνησε ένας να πάει στα Γιάννενα, να πάρει δάνειο, για να αγοράσει ένα άλογο, να οργώνει τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβει με την τσάπα.
Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε. Τον έβλεπε ο ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, έχω καλό πράγμα!».
Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ο Εβραίος να κατεβάζει τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Παρ' το, του έλεγε, είναι καλό, και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω φθηνό». Έφευγε από τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα, μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ο Εβραίος, θα σου δώσω το πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε. Ζαλίστηκε στο τέλος ο καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε...», και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! Μα και ένα τόπι πανί τι να το κάνει;
Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί. Έπαιρνε όσο του χρειαζόταν. Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;», τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Αλλά τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα, και άλογο δεν πήρε παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. Άντε πάλι να πηγαίνει να σκάβει με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώσει το δάνειο!
Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβει με την τσάπα! Αλλά για να χαζεύει στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε; Έτσι κάνει και ο διάβολος. Σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από 'δω, σε τραβάει από 'κει, σου βάζει τρικλοποδιές, και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξεις. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου.
Ο διάβολος κάνει το παν για να μη βοηθηθεί ο άνθρωπος.

Δεν πολεμάμε το κακό. Στρεφόμαστε προς τον Χριστό.

Γιά νά θεραπευθεῖ ὁ ἄνθρωπος, δίδασκε ὁ Γέροντας, πρέπει νά κατευθύνει τήν δύναμη, πού ἔχει βάλει ὁ Θεός στήν ψυχή του πρός τό καλό, πρός τόν Χριστό.......Δέν πρέπει ν' σχολούμαστε μέ «τ' γκάθια» το ψυχικο μας κήπου λλά μόνο μέ τά λουλούδια. καλλίτερη ντιμετώπιση το κακο εναι περιφρόνηση.......Ε δυνατόν, νά ξεχάσουμε τελείως καί ατήν τήν παρξή του· νά μήν θέλουμε νά τό μαθαίνουμε, οτε σάν πλ «εδηση». Νά, τί συμβουλεύει σοφός Γέρων: «Δέν χρειάζεται... ν' σχολεσθε μέ τ' γκάθια.......  Μήν καταπιάνεσθε μέ τήν κδίωξη το κακο. τσι μς θέλει Χριστός, νά μήν σχολούμαστε μέ τά πάθη καί μέ τόν ντίθετο. Κατευθύνετε τό νερό, δηλαδή λη τή δύναμη τς ψυχς σας, πρός τά λουλούδια καί θά χαίρεσθε τήν μορφιά, τήν εωδιά, τή δροσιά τους»1.

...... Τό κακό, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία το Γέροντα, δέν τό πολεμμε π' εθείας (δέν ντιστεκόμαστε «κατά μέτωπον»), λλά τό περιφρονομε. Τό «κοίταγμα» πρός τόν Χριστό, μς κάνει νά περπατμε πάνω στά «κύματα» τν παθν καί νά μήν βουλιάζομε σ' ατά. λεγε: «Δέν γίνεσθε γιοι κυνηγώντας τό κακό.
......
φστε τό κακό. Νά κοιτάζετε πρός τόν Χριστό κι Ατός θά σς σώσει. ντί νά στέκεσθε ξω π' τήν πόρτα καί νά διώχνετε τόν χθρό περιφρονστε τον. ρχεται πό δ τό κακό; Δοθετε μέ τρόπο παλό πό κε
......
Δηλαδή ρχεται νά σς προσβάλει τό κακό, σες δστε τήν σωτερική σας δύναμη στό καλό, στόν Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε ησο Χριστέ, λέησόν με». Ξέρει κενος πς νά σς λεήσει, μέ τί τρόπο. Κι ταν γεμίζετε π' τό καλό, δέν στρέφεσθε πιά πρός τό κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, μέ τήν χάρι το Θεο καλοί. Πο νά βρε τόπο τότε τό κακό; ξαφανίζεται!»2.
...... Τά πάθη,
λεγε, ξαφανίζονται ταν μπε Χριστός στήν καρδιά το νθρώπου. Τότε ξεπερνιέται φόβος το θανάτου. νθρωπος πού μπαίνει στόν τάφο τς μετανοίας καί τς ταπεινώσεως μαζί μέ τόν Χριστό ατός καί συνανίσταται μαζί Του. Τότε μπορε νά σχυρίζεται τι «εδε» ληθινά τήν νάσταση το Χριστο μέσα στήν παρξή του. Τότε τό «νάστασιν Χριστο θεασάμενοι» γίνεται προσωπικό του βίωμα. 
......Τότε
νθρωπος διά το Θείου ρωτος «πατε τόν θάνατον»· τοτο δέ συμβαίνει διότι βλέπει τόν Χριστόν καί τόν συνάνθρωπο χι πλέον ς «πειλή» λλ΄ ς «δελφό» καί ς «φίλο». 
......
λεγε ναστημένος Γέροντας: «ταν μπε Χριστός στήν καρδιά, τά πάθη ξαφανίζονται. Δέν μπορες οτε νά βρίσεις, οτε νά μισήσεις, οτε νά κδικηθες, οτε, οτε, οτε... Πο νά βρεθον τά μίση, ο ντιπάθειες, ο κατακρίσεις, ο γωισμοί, τά γχη, ο καταθλίψεις; Κυριαρχε Χριστός. Καί λαχτάρα το νεσπέρου φωτός. Ατή λαχτάρα σέ κάνει νά ασθάνεσαι τι θάνατος εναι γέφυρα, πού θά τήν περάσεις σέ μιά στιγμή, γιά νά συνεχίσεις τή ζωή το Χριστο»3.
...... χρειάζεται, δίδασκε, κόπος γιά τό καλό.
ρκε νά στρεφόμαστε πρός τόν Χριστό καί μέσως ρχεται χάρις Του. Τό συνεχές νοιγμα τς παρξής μας πρός τόν Χριστό, ατό εναι ρκετό γιά νά λθει κενος, πού μς γαπάει πειρα· καί ταν ρχεται μς κατακλύζει κοπα μέ τήν χάρη Του. 
......
λεγε σεβαστός Γέρων: «λα σύν Χριστ εναι δυνατά. Πο εναι κόπος καί προσπάθεια, γιά νά γίνεις καλός; Τά πράγματα εναι πλά. Θά καλετε τόν Θεό κι κενος θά μεταβάλλει τά πράγματα πρός τό καλό.
......
ν δώσετε σ' κενον τήν καρδιά σας, δέν θά μείνουν περιθώρια γιά τ΄ λλα. ταν νδυθετε τόν Χριστό, δέν θά κάνετε καμμιά προσπάθεια γιά τήν ρετή. κενος θά σς τήνε δώσει. 
......
Σς πιάνει φοβία κι πογοήτευση; Στραφετε στόν Χριστό. γαπστε Τον πλά, ταπεινά, χωρίς παίτηση καί θά σς παλλάξει διος. Νά στραφετε πρός τόν Χριστό καί νά πετε μέ ταπείνωση καί λπίδα σάν τόν πόστολο Παλο: «Τίς με ύσεται κ το σώματος το θανάτου τούτου;» (Ρωμ. 7, 24). Θά κινηθετε, λοιπόν, πρός τόν Χριστό κι κενος μέσως θά λθει. μέσως θά νεργήσει χάρις Του»4.
...... Δέν πρέπει, προέτρεπε, νά σκεπτόμαστε τά πάθη καί τίς
δυναμίες μας. Τά πάθη, ο διάφορες μαρτίες, δέν πρέπει νά μς πασχολον τήν σκέψη. Τό κακό δέν τό πολεμμε μεσα μέ ντίθετους λογισμούς, λλά τό περιφρονομε. 
...... Δέν ε
ναι «συμφέρον» πνευματικά νά χάνομε καιρό μέ σκέψεις καί λογισμούς, πού ργά γρήγορα θά μς «πνίξουν», ν δέν τούς περιφρονήσουμε φοσιούμενοι στήν προσευχή καί τόν Θείο ρωτα. 
......Ο
δυναμίες καί τά πάθη θά φύγουν πό μόνα τους ταν γαπήσουμε ληθινά τόν Χριστό μας. λεγε Γέροντας: « σκοπός εναι νά ζετε, νά μελεττε, νά προσεύχεσθε, νά προχωρτε στήν γάπη, στήν γάπη το Χριστο, στήν γάπη τς κκλησίας. Ατό εναι τό γιο καί ραο, πού εφραίνει καί παλλάσσει τήν ψυχή πό κάθε κακό, προσπάθεια νά νωθε κανείς μέ τόν Χριστό. Ν' γαπήσει τόν Χριστό, νά λαχταρήσει τόν Χριστό, νά ζε ν τ Χριστ, σάν τόν πόστολο Παλο πού λεγε: «Ζ δέ οκέτι γώ, ζ δέ ν μοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). 
......
Ατό νά εναι στόχος σας. Ο λλες προσπάθειες νά εναι μυστικές, κρυμμένες. κενο πού θά πρέπει νά κυριαρχε εναι γάπη στόν Χριστό. Ατό νά πάρχει μές στό μυαλό, στή σκέψη, στή φαντασία, στήν καρδιά, στή βούληση.
......
Ατή προσπάθεια νά εναι πιό ντονη, πς θά συναντήσετε τόν Χριστό, πς θά νωθετε μαζί Του, πς θά Τόν νστερνισθετε μέσα σας. Τίς δυναμίες φστε τις λες, γιά νά μήν παίρνει εδηση τό ντίθετο πνεμα καί σς βουτάει καί σς καθηλώνει καί σς βάζει στή στενοχώρια»5.
...... Ὁ
κόπος πού χρειάζεται νά κάνουμε, λεγε πάντοτε νήφων Γέροντας, εναι νά προσπαθήσουμε νά κατανοήσουμε καί νά νστερνιθομε ατά πού μελετμε. Κάποτε, παίρνοντας φορμή πό ατά πού διάβασε, δίδασκε: «κοστε τί λέει γνάτιος Μπριαντσιανίνωφ στό βιβλίο του Υέ μου, δός μοι σήν καρδίαν: «Πσα ργασία σωματική τε καί πνευματική, μή χουσα πόνον κόπον, οδέποτε καρποφορε τ ταύτην μετερχομέν, τι βιαστή στίν Βασιλεία τν ορανν καί «βιασταί ρπάζουσιν ατήν», βίαν επών τήν το σώματος ν πσιν πίπονον σκησιν» (γν. Μπριαντσιανίνωφ, Υέ μου, δός μοι σήν καρδίαν, κδ. ρθ. Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 161). 
......
ταν γαπάεις τόν Χριστό, κάνεις κόπο, λλά ελογημένο κόπο. ποφέρεις, λλά μέ χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι ατά εναι πόθος, θεος πόθος. Καί πόνος καί πόθος καί ρωτας καί λαχτάρα καί γαλλίαση καί χαρά καί γάπη...Χρειάζεται προσοχή καί προσπάθεια, γιά νά κατανοε κανείς ατά πού μελετάει καί νά τά νστερνίζεται. Ατός εναι κόπος πού θά κάνει νθρωπος»6.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...