Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΕΝ ΔΡΑΜΑ (1901-1959) Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Σε μία εποχή πού επικρατεί τόσο βαθύ σκοτάδι με έντονη διαφθο­ρά και υποκρισία, ή άγια μας Ορ­θόδοξη Εκκλησία δεν παύει τα­πεινά και αθόρυβα να καλλιεργεί πνευ­ματικά τα μέλη της, νά τα οδηγεί και νά τα μορφώνει εν Χριστώ και νά δημι­ουργεί τελικά τούς άγιους της. Αυτούς πού στηρίζουν και αρωματίζουν με τη ζωή τους τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της κοινωνίας μας. Όχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους άλλά και σήμερα ή Εκκλησία μας συνεχίζει το έργο αυτό. Ιδιαίτερα καυχάται για τούς οσίους και ομολογητές της. Ένας από αυτούς και σύγχρονος είναι και ο ιερομόναχος και ομολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης από τον Πόντο, τον οποίο λίγους μήνες πριν - στις 18 Μαρτίου 2008 - ή άγια μας Εκκλησία με ειδική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη ενέταξε επίσημα στο Εορτολόγιο της με τον τίτλο του οσίου και αγίου. Και πλέον θα τον τιμούμε κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου, ήμερα τής έκδημίας του. Εφέτος ο πρώτος ε­πίσημος εορτασμός τής μνήμης του τε­λέστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά Γυναικεία Μονή τής Αναλήψεως του Σωτήρος στο χωριό Σίψα τής Δράμας, την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει και όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια τής ζωής του και όσιακά έκοιμήθη και ετάφη.  Ό όσιος και ομολογητής Γεώργιος Καρσλίδης είχε την καταγωγή του από τα αγιασμένα χώματα τής Ανατολής. Γεννήθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώ­να, το 1901, στην Αργυρούπολη του μαρτυρικού μας Πόντου. Έζησε συνο­λικά 58 χρόνια ομολογίας, θυσίας και προσφοράς έχοντας ως σύνθημα τής ζωής του «νά μη ζει για τον εαυτό του άλλά για τον Θεό και τούς ανθρώπους». Γονείς είχε τούς ευλαβείς Σάββα και Σοφία. Από αυτούς διδάχθηκε τη θε­οσέβεια. Νωρίς όμως έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του - ο πα­τέρας του σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Έτσι τον μικρό Αθανάσιο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Άγιου) ανέλαβε νά τον προστατέψει ή πιστή γιαγιά του. Αυτή του ενέπνευσε την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας και τη συνειδητή πνευματική ζωή. Με αυτή την ευλαβέστατη γιαγιά του σε ηλικία 7 ετών ο Αθανάσιος επισκέπτεται για πρώτη φορά την ιστορική Μονή της Παναγίας στον Σουμελά του Πόντου. Και εκεί το μικρό παιδί εναποθέτει την ελπίδα της ζω­ής του. Σύντομα ό­μως και ή γιαγιά του άνεχώρησε για τον ουρανό αφήνοντας του πολύτιμη κλη­ρονομιά μαζί με τη θεοσέβεια και μία φιλντισένια εικόνα τής Παναγίας - σε μορφή επιστήθιου εγκολπίου - την ό­ποια πλέον έφερε πάντα πάνω του ως οικογενειακό κειμή­λιο ευλάβειας και προστασίας.

  Ή σκληρή και βά­ναυση συμπεριφο­ρά του μεγαλυτέρου αδελφού του τον ανάγκασαν μαζί με τον παππού του νά φύγουν για τη Θεοδοσιούπολη τής Μεγάλης Αρμενίας. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ εδώ.

 Αισθάνεται μέσα του βαθιά δίψα για τον Θεό. Αυτόν ποθεί και σ' Αυτόν ε­πιθυμεί ν' αφιερωθεί. Ξεκινά λοιπόν μό­νος το μεγάλο του ταξίδι με όπλο του την πίστη, έχοντας μαζί του έκτος από την εικόνα τής Παναγίας, ένα σταυρό, ένα θυμιατό και το πιστοποιητικό τής γεννήσεως του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χιονισμένες εκτάσεις του Καυκάσου. Ό Κύριος τον προστάτευε συνεχώς. Αλλά και οι Άγιοι πού έπεκαλεΐτο και τούς ονόμαζε φίλους του, ήταν πάντα κοντά του και τον συνόδευαν, και κυρί­ως ο άγιος Γεώργιος.

Έφθασε στην Τιφλίδα τής Γεωργίας. Και από εκεί ή θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματα του σε γειτονικό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής. Με ευγνωμοσύ­νη προς τον άγιο Θεό εισήλθε στον ά­γιο αυτό χώρο. Στο­λισμένος με την α­θωότητα, τη σύνε­ση, την αδιάκριτη πί­στη και τον φόβο του Θεού απέσπασε την αγάπη και τον σε­βασμό των συμμοναστών του. Στα διακονήματα πού του ανέθεσαν, τής ρα­πτικής, τής υφαντι­κής και τής μαγειρι­κής, υπήρξε υποδει­γματικός με ζηλευτή φιλεργία και αποδο­τικότητα. Αγαπούσε όμως πολύ και την αυστηρή άσκηση στον εαυτό του και την κακοπάθεια. Ζούσε για τον Θεό και χαιρόταν για ό­σα απολάμβανε εκεί. Και έλεγε: «Εγώ έτσι θα περάσω στη ζωή μου».

  Στις 20 Ιουλίου 1919 ο Αθανάσιος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνο­μα Συμεών. Κατά την ιερή εκείνη ώρα τής κουράς του οι καμπάνες τής Μο­νής κτύπησαν από μόνες τους. Και θε­ωρήθηκε αυτό το γεγονός θείο σημείο τής εύνοιας του Θεού προς τον πιστό δούλο του, τον μελλοντικό Άγιό του. Ό μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος από τη χάρη του Θεού συνεχίζει τώρα την άσκηση του ακόμη πιο υπεύθυνα, τηρώντας με ακρίβεια τις ιερές υπο­σχέσεις πού έδωσε στην κουρά του για αυστηρή παρθενία, αδιάκριτη υπακοή και πλήρη ακτημοσύνη.

  Όμως από το 1917 στη Ρωσία άρ­χισε νά μαίνεται ισχυρός ο άνεμος των διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας του Χριστού από το αθεϊστικό καθε­στώς. Ό Χριστός «ξανασταυρώνεται» με τόσο σκληρά διατάγματα και διαγ­γέλματα, ώστε νά λένε: «Εμείς θα δι­ορθώσουμε τα λάθη του Διοκλητιανού και του Νέρωνος». Εκκλησίες βεβηλώ­νονται ή ισοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολούνται ή κατεδαφίζονται. Μο­ναχοί και ιερωμένοι άλλά και λαϊκοί φυλακίζονται και βασανίζονται σκλη­ρά, γιατί παραμένουν πιστοί στην ορ­θόδοξη πίστη. Οι πρώτοι μάρτυρες κα­ταγράφονται στα Μαρτυρολόγια τής Ρωσικής Εκκλησίας. Ήρθε όμως και ή σειρά τής Γεωργίας. Το Μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής λεηλατήθηκε. Οι μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς έκλει­σαν σε υγρή και σκοτεινή φυλακή, ό­που ήταν αναγκασμένοι νά ξαπλώ­νουν σε μία σανίδα κάτω ακριβώς από την όποια αναδύονταν οι οσμές ακα­θαρσιών από διερχόμενο υπόνομο.

  Ό ηγούμενος τής Μονής δεν άντεξε. Υπέ­κυψε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Τον μοναχό Συμεών τον διαπόμπευσαν κάποια μέρα στους δρόμους και τον περιέφεραν δεμένο και χωρίς ρούχα, φωνάζοντας ειρωνικά γι' αυτόν: «Νά ο προφήτης!». Σταθεροί στην πίστη οι έγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα και έψαλαν δυνατά μέσα στη φυλακή όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Ό διοικητής εξαγριωμένος διέταξε την καταδίκη τους. Αφού τούς φόρεσαν λευκούς χιτώνες, τούς οδήγησαν δεμέ­νους στην άκρη απόκρημνων βράχων. Και από εκεί τούς γκρέμισαν, Αφοί προηγουμένως τούς πυροβολούσαν ασταμάτητα. Ό μοναχός Συμεών δέ­χθηκε τρεις σφαίρες. Μία τον χτύπησε στο σιδερένιο περίβλημα τής εικόνας τής Παναγίας πού φορούσε, ή άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και ή τρίτη στα πόδια. Ό Όσιος σώθηκε θαυ­ματουργικά. Και τελικά του χάρισαν τη ζωή, γιατί υπήρχε νόμος πού έλεγε: «Νά αθωώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεις σφαίρες όχι θανάσιμες».

    Όμως oi εχθροί της πίστεως δεν ησύχασαν. Απαιτούσαν από τον Άγιο να αρνηθεί την Ορθοδοξία του. Και ο Συμεών απάντησε με έντονη φωνή χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι του διοικητή: «Εσύ δεν έχεις εξουσία περισσότερη από τον Θεό». Γι’ αυτό φυλάκισαν τον Όσιο και πάλι, τώρα σε σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες. Εκεί μέσα στη φυλακή ο Άγιος ασθένησε βαριά, του έπεσαν τα δόντια και υπέφερε φρικτά στα πόδια του.
Ό πανάγιος Θεός όμως επεμβαίνει θαυματουργικά, και με παρέμβαση ευ­γενών ανθρώπων τής περιοχής εκείνης αποφυλακίζει τον δούλο του. Εξέρχεται ο Όσιος με τα «στίγματα» του μάρτυ­ρος και του όμολογητού. Με μορφή κα­ταπονημένη άλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ως διωκόμενος μοναχός. Ζει με εράνους...

Ό Κύριος καλεί τώρα τον πιστό δούλο του στο υπούργημα τής ίερωσύνης.

Χειροτονείται πρώτα διάκονος και στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονείται ιερεύς στον Άγιο Μηνά στη Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας το νέο του όνομα: Γεώρ­γιος. Με το όνομα αυτό θα δοξάσει τον Θεό τον υπόλοιπο χρόνο τής ζωής του. Ό όσιος ιερεύς π. Γεώργιος ήταν για όλους τούς ανθρώπους φως, δύναμη και παρηγοριά. Προικισμένος με το χά­ρισμα τής διορατικότητος απεκάλυπτε τα προβλήματα των ανθρώπων. Έδινε σοφές συμβουλές σε όλους και τούς καθοδηγούσε προς τον Χριστό. Ή φή­μη του ως άγιου άρχισε από εκεί νά α­πλώνεται... Και όταν από την Τιφλίδα ήρθε στο Σοχούμ, και εδώ ο κόσμος τον αγάπησε πολύ. Δεν έπαυσε δε ο όσιος Γεώργιος παρά τη φιλάσθενη κράση του νά συνεχίζει την ασκητική του ζωή μέσα στην πόλη μένοντας σε ένα απέριττο δωμάτιο πάμφτωχος και απαρνούμενος τις περιποιήσεις του κόσμου. Παρέμενε φτωχός άλλά ήταν πάντα πλούσιος σέ αγάπη και σε κα­λοσύνη, πού αντλούσε από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό!

Το 1929 ο όσιος Γεώργιος έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πού τόσο αγαπούσε και επιθυμούσε. Αποβιβά­ζεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Και το 1930 εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εδώ ο πολύπαθος όσιος και ομολογητής ιερομόναχος π. Γεώργι­ος θα παραμείνει μέ­χρι το τέλος της ζωής του βαστάζοντας «έν τω σώματι του τά στί­γματα του Ιησού Χρι­στού».

Το 1939 έχτισε το τα­πεινό μοναστήρι του με τον ιερό ναό της Αναλήψεως και ένα φτωχό κελλάκι γι' αυ­τόν. Το 1941 τον συν­έλαβαν οι Βούλγαροι και τον οδήγησαν σε εκτέλεση. Τον άφησαν όμως ελεύθερο και έ­φυγαν έντρομοι, κα­θώς τον έβλεπαν εξαϋλωμένο νά προσ­εύχεται πριν τον θανατώσουν.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, στη συν­είδηση των ανθρώπων ο ιερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης έπαιρνε τη θέ­ση τού οσίου και του αγίου. Πλήθος κό­σμου, πολλοί μάλιστα από τη Δράμα, βαδίζοντας με τα πόδια έφθαναν στο Μοναστήρι τής Αναλήψεως. Άλλά και από πολλά μέρη τής Μακεδονίας και τής Θράκης κατέφθαναν εκεί άλλοι για νά ζητήσουν την ευχή τού Γέροντα και άλλοι νά αναπαυθούν κοντά του στο Μυστήριο τής ιεράς Εξομολογήσεως. Φωτισμένος από το Πανάγιον Πνεύμα, εξαγνισμένος από τη μακροχρόνια ά­σκηση και το μαρτύριο στον Πόντο, «πλημμυρισμένος από γνήσια και κα­θαρά αισθήματα αγάπης προς τον συν­άνθρωπο», μπορούσε νά καθοδηγεί με ασφάλεια τον απλό και κουρασμένο κόσμο και νά τον οδηγεί στη σωτηρία. Μιλούσε άπλά και σταθερά. Και φύτευε στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία. Ιδιαίτερα τόνιζε την άξια τής συγχωρητικότητος. Χτυπούσε κάθε μορφή διχόνοιας και καλούσε τούς αν­θρώπους νά συμφι­λιωθούν μεταξύ τους και με τον Θεό. Στον λόγο του πάντα συν­δύαζε την αυστηρότη­τα με την αγάπη χωρίς νά έχει ποτέ αστεία. Ή­ταν βαθιά ταπεινός στο φρόνημα του, άκακος και πραότατος.

Καλλιεργούσε το φιλακόλουθο πνεύμα τε­λώντας με ακρίβεια και ιεροπρέπεια κάθε ιε­ρή Ακολουθία τής Εκκλησίας μας. Κα­τά την ώρα τής θείας Λειτουργίας ήταν πάντα μεταρσιωμένος και συμβούλευε τούς πιστούς «νά είναι απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα τελούμενα, για νά αξιώνονται νά βλέπουν τα μεγαλεία τού Θεού».

Το κύριο χαρακτηριστικό τού Αγίου ήταν ή αγάπη. Γι' αυτό τον ονόμαζαν «ο άνθρωπος τής αγάπης». Ήταν ο ελεήμων και ο φιλόξενος. Συμμετείχε στα πένθη με παρήγορο και ενισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σε φτωχούς, κάποτε ύφαινε ο ίδιος με τα χέρια του ρούχα για τούς άπορους.

Μαζί δε με αυτά δεν παρέλειπε ποτέ και την προσωπική του άσκηση και την κακοπάθεια, τη νηστεία του και τη μακρά και θερμή προσευχή του, παρ' όλο πού ήταν φιλάσθενος και έπασχε από χρόνια κρυολογήματα.

Ήρθε όμως και ή μεγάλη ώρα για νά αναχωρήσει ο Άγιος από τον κόσμο αυτό. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Γα­λήνιος και ειρηνικός, αφού προσέφερε όλο τον εσωτερικό του πλούτο στους ανθρώπους, γεμάτος από την παρουσία του Θεού και αφού ατένισε με ευλάβεια την εικόνα τής Παναγίας και τής είπε: «Τής ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ήμίν, ευλογημένη Θεοτόκε», άφησε την πνοή του στον Πλάστη του και πέταξε στον ουρανό στις 4 Νοεμβρίου 1959. Είχε διανύσει ο Άγιος 58 ολόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ομολογίας, ασκή­σεως, αγάπης, αυτοθυσίας...

Κηδεύθηκε στη Μονή του με δάκρυα από τον πολυπληθή και ευγνώμονα λαό του Θεού. Και ετάφη δίπλα στον Ιερό Ναό τής Αναλήψεως πού ο Ίδιος εκεί με κόπο είχε κτίσει. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006 έγινε ή ανακομιδή των ιερών χα­ριτόβρυτων λειψάνων του από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο, τα όποια ετέθησαν σε ιερή λει­ψανοθήκη για τον αγιασμό των πιστών. Πάμπολλα είναι τα θαύματα πού ο Κύριος με τις πρεσβείες του επιτελεί. Εκατοντάδες είναι οι προσκυνητές πού καταφθάνουν για νά αφήσουν στον Άγιο ικετευτικές δεήσεις για τα θέματα τους και ευχαριστήριες προσευχές για τα θαύματα του.

Ή ζωή του νέου Όσιου μας και όμολο-γητού άγιου Γεωργίου του Καρσλίδη συνεχίζει και στις μέρες μας νά μας συγκινεί και νά μάς διδάσκει. Μας καλεί νά βαδίσουμε και μείς τον δρόμο τής άγιότητος όπως ακριβώς και εκείνος τον έβάδισε μέσα από τον αγώνα τής ασκήσεως, την ομολογία τής πίστεως και τής έμπρακτης αγάπης. Αυτό μάς ζητεί ο Άγιος. Μην του το αρνηθούμε. Αυτό θέλει και από μάς ο Θεός μας.
Βιβλιογραφία: Μοναχού Μωυσέως Άγιορείτου, Ό μακάριος γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959), Έκδοσις Ί. Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης καί ἡ Ἑλληνική συνείδησίς του

Σέ πολλούς μελετητές προξενεῖ ἐντύπωση ἡ ὀνομασία «βασιλεύς Ρωμαίων», τήν ὁποία χρησιμοποιοῦσαν οἱ αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ ὁρολογία «Ρωμανία», τήν ὁποία συναντοῦμε σέ πολλά ἔγγραφα τῆς ἐποχῆς ὡς ὀνομασία τοῦ κράτους.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ὀνομασία «Βυζαντινή Αὐτοκρατορία» εἶναι μεταγενέστερη καί δημιουργήθηκε τό 1562 ἀπό τόν Γερμανό ἱστορικό Ἱερώνυμο Βόλφ. Σήμερα τήν χρησιμοποιοῦμε, γιά νά γινόμαστε κατανοητοί στούς πολλούς. Ὅμως ἀπό σεβασμό πρός τίς ἱστορικές πηγές πρέπει νά ἐξηγοῦμε στούς νεωτέρους ὅτι οἱ ὅροι Ρωμαῖος καί Ρωμανία ἀναφέρονται στή Νέα Ρώμη–Κων σταντινούπολη καί ὄχι στήν Παλαιά Ρώμη.
Ἄλλωστε στό βυζαντινό κρά τος ἡ παιδεία βασιζόταν στόν Ὅμηρο καί οὐδέποτε ἐδιδάχθη τό λατινικό ἔπος τοῦ Βιργιλίου, ἡ Αἰ νειάδα, πού ἀναφέρεται στήν πρεσβυτέρα Ρώμη. Ἡ ἑλληνική συνείδηση ἦταν διαδεδομένη μεταξύ ἀρχόντων καί ἀρχομένων στό βυζαντινό κράτος ἰδίως μετά τόν 7ο αἰῶνα, ἄν καί τό κράτος ἦταν πολυεθνικό καί τό συνδετικό στοιχεῖο ἦταν ἡ Ὀρθοδοξία.

Ἀπό τά ὀνόματα Ρωμαῖος καί Ρωμανία προ ῆλθε καί ὁ ὅρος Ρωμηός, ὁ ὁ ποῖος στήν νεώτερη ἱστορία μας σημαίνει ὑπό εὐρεῖα ἔννοια κάθε Ὀρθόδοξο καί ὑπό στενή ἔννοια τόν Ἕλληνα.

Γιά νά ξεκαθαρίσουμε τό θέμα τῆς ἑλληνικῆς συνειδήσεως τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων, ἰδιαιτέρως δέ κατά τούς τελευταίους αἰῶνες, καλόν εἶναι νά μελετήσουμε ἕνα ἐκπληκτικό κείμενο ἑλληνορθοδόξου ἀξιοπρεπείας καί πατριωτικῆς παρρησίας γραμμένο ἀπό τόν Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Ἰωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη καί ἀπευθυνόμενο στόν Πάπα Νικόλαο Θ΄.

Ὅπως γνωρίζουμε μετά τήν Δ΄ Σταυροφορία καί τήν ἐπιβολή τῆς Λατινοκρατίας στόν χῶρο τοῦ Ἑλ ληνισμοῦ (1204) ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας μέ ἕδρα τή Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά ἐλεύθερα ἑλληνικά κράτη ἀπ᾽ ὅπου προῆλθε καί ἡ ἐκδίωξη τῶν Φράγκων ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη τό 1261.

Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης βασίλευσε ἀπό τό 1222 ἕως τό 1254 διαδεχόμενος τόν πεθερό του Θεόδωρο Λάσκαρι, τόν ποιητή τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος πρός τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.

Ὁ Ἰωάννης Βατάτζης γεννήθηκε τό 1193 στό Διδυμότειχο τῆς Θράκης καί σήμερα τιμᾶται ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου καί Ὀρεστιάδος ὡς τοπικός Ἅγιος (4 Νοεμβρίου, ἡμέρα τοῦ θανάτου του τό 1254).

Λόγῳ τῆς βαθυτάτης πίστεώς του καί τῆς φιλανθρώπου καί ἐλεήμονος πολιτείας του κατετάγη μετά τήν κοίμησή του στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὀνομάσθηκε Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης ὁ Ἐλεήμων.

Ὡς Αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας ὁ Ἰ. Βατάτζης ἐργάσθηκε γιά τήν ἀνακατάληψη τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν καί πολέμησε κατά τῶν Φράγκων Σταυροφόρων καί κατά τῶν Τούρκων τοῦ Ἰκονίου. Καλλιέργησε τήν μελέτη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, εἶχε δέ καί ὁ ἴδιος στερεά κλασσική παιδεία καί ἑλληνική συνείδηση.


Τό συγκλονιστικό κείμενο, τό ὁποῖο διαφωτίζει τήν ἑλληνική καί ὀρθόδοξη συνείδηση τῶν «Ρωμαίων βασιλέων», διασώζει ὁ ἀείμνη- στος καθηγητής τῆς Ἱστορίας Ἀπό- στολος Βακαλόπουλος (1) καί ἔχει τίτλο «Τοῦ ἀοιδίμου βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα πρός τόν τε (γράφε ἴσως τόν τότε) Πάπαν Γρηγόριον».

Ὁ Βακαλόπουλος γράφει στόν Πρόλογό του: «Ἡ παρατιθέμενη ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου Γ΄ Βατάτζη (1222–1254) πρός τόν πάπα Γρηγόριο Θ΄ (1227–1241) εἶναι πολύ χαρακτηριστική γιά τίς ἰδέες, πού ἐπικρατοῦν στούς βασιλεῖς τῆς Νίκαιας μετά τό 1204.

Ἔντονη εἶναι ἡ ἑλληνολατρία καί ἡ ἐθνική ἑλληνική συνείδησή τους, πού βαθμιαῖα ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθοδοξία… Ἐδῶ παρατηροῦμε καθαρά πὼς γεννιοῦνται καί δροῦν οἱ πολιτικές ἐκεῖνες ἀντιλήψεις, πού ἀποβλέπουν στήν ἀπελευθέρωση τῶν σκλαβωμένων ἑλληνικῶν χωρῶν, καί οἱ ὁποῖες προσαρμοσμένες ἐπιζοῦν ἐπί Τουρκοκρατίας μέσα σέ νέες συνθῆκες.

Καί τελικά πώς διαμορφώνουν τό περιεχόμενο τῆς λεγόμενης Μεγάλης Ἰδέας».

Τό κείμενο ξεκινᾶ μέ τήν ἔκπληξη τοῦ Βατάτζη πῶς τόλμησε ὁ Πάπας νά τοῦ ζητήσει νά παύσει νά διεκδικεῖ τήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Φράγκο ἡγεμόνα , ὁ ὁποῖος τήν κατέχει ἀπό τό 1204.

Γράφει μέ ἑλληνική ἀξιοπρέπεια καί διπλωματική εἰρωνεία ὁ Βατάτζης, ἀφοῦ προσδιορίσει στή ἀρχή ποιός εἶναι ὁ γράφων: «Ἰωάννης ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων ὁ Δούκας τῷ ἁγιωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίῳ σωτηρίας καί εὐχῶν αἴτησιν».

 Ἀποδίδουμε στήν νεοελληνική ὁρισμένα ἀπό τά κυριώτερα σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς: «Ἐγώ ὡς βασιλεύς θεωρῶ ἄτοπα τά ὅσα μοῦ γράφεις καί δέν ἤθελα νά πιστεύσω ὅτι εἶναι δικό σου τό γράμμα, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς ἀπελπισίας κάποιου, πού βρίσκεται κοντά σου, καί ὁ ὁποῖος ἔχει τήν ψυχή του γεμάτη κακότητα καί αὐθάδεια.
Ἡ ἁγιότητά σου κοσμεῖται ἀπό φρόνηση καί διαφέρει ἀπό τούς πολλούς ὡς πρός τήν σωστή κρίση.

Γι᾽ αὐτό δυσκολεύθηκα πολύ νά πιστεύσω ὅτι εἶναι δικό σου τό γράμμα, ἄν καί ἔχει σταλεῖ πρός ἐμέ».
Ἀξίζει νά θαυμάσουμε τήν ἔλλειψη δουλικότητος τοῦ Βατάτζη πρός τόν Πάπα, ἄν καί τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ Ἕλληνες τῆς Νικαίας ἦσαν οἱ ἀδύναμοι καί ὁ Πάπας ἦταν ἡ ὑπερδύναμη τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.
Καί συνεχίζει ὁ Ἰωάννης Βατάτζης διατρανώνοντας τήν ἐθνική συνείδησή του: «Γράφεις στό γράμμα σου ὅτι στό δικό μας γένος τῶν Ἑλλήνων ἡ σοφία βασιλεύει… Ὅτι, λοιπόν, ἀπό τό δικό μας γένος ἄνθησε ἡ σοφία καί τά ἀγαθά της καί διεδόθησαν στούς ἄλλους λαούς, αὐτό εἶναι ἀληθινό.

Ἀλλά πῶς συμβαίνει νά ἀγνοεῖς, ἤ ἄν δέν τό ἀγνοεῖς πῶς καί τό ἀπεσιώπησες ὅτι μαζί μέ τήν βασιλεύουσα Πόλη καί ἡ βασιλεία σέ αὐτόν τόν κόσμο κληροδοτήθηκε στό δικό μας γένος ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τήν κλήση ἀπό τόν Χριστό καί κυβέρνησε μέ σεμνότητα καί τιμιότητα;
Ὑπάρχει μήπως κανείς, πού ἀγνοεῖ ὅτι ἡ κληρονομιά τῆς δικῆς του διαδοχῆς (σ.σ. τοῦ Μ. Κωνσταντίνου) πέρασε στό δικό μας γένος καί ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κληρονόμοι καί διάδοχοί του;
Ἀπαιτεῖς νά μή ἀγνοοῦμε τά προνόμιά σου. Καί ἐμεῖς ἔχουμε τήν ἀντίστοιχη ἀπαίτηση νά δεῖς καί νά ἀναγνωρίσεις τό δίκαιό μας ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐξουσία μας στό κράτος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό ὁποῖ ο ἀρχίζει ἀπό τῶν χρόνων τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί …ἔζησε ἐπί χίλια χρόνια, ὥστε ἔφθασε μέχρι καί τήν δική μας βασιλεία.

Οἱ γενάρχες τῆς βασιλείας μου, ἀπό τίς οίκογένειες τῶν Δουκῶν καί τῶν Κομνηνῶν, γιά νά μή ἀναφέρω τοὺς ἄλλους, κατάγονται ἀπό ἑλληνικά γένη. Αὐτοί λοιπόν οἱ ὁμοεθνεῖς μου ἐπί πολλούς αἰῶνες κατεῖχαν τήν ἐξουσία στήν Κωνσταντινούπολη.
Καί αὐτούς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί οἱ προϊστάμενοί της τούς ἀποκαλοῦσαν Αὐτοκράτορες Ρωμαίων… Διαβεβαιοῦμε δέ τήν ἁγιότητά σου καί ὅλους τούς Χριστιανούς ὅτι οὐδέποτε θά παύσουμε νά ἀγωνιζόμαστε καί νά πολεμοῦμε κατά τῶν κατακτητῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Θά ἀσεβούσαμε καί πρός τούς νόμους τῆς φύσεως καί πρός τούς θεσμούς τῆς Πατρίδος καί πρός τούς τάφους τῶν πατέρων μας καί πρός τούς Ἱερούς Ναούς τοῦ Θεοῦ, ἐάν δέν ἀγωνιζόμασταν γι᾽ αὐτά μέ ὅλη μας τήν δύναμη…  Ἔχουμε μαζί μας τόν δίκαιο Θεό, ὁ ὁποῖος βοηθεῖ τούς ἀδικουμένους καί ἀντιτάσσεται στούς ἀδικοῦν τας…».

Ἕνας «βασιλεύς Ρωμαίων», ὁ Ἰωάννης Βατάτζης μᾶς ἄφησε ἔνα ἐξαιρετικό γραπτό μνημεῖο ἑλληνορθόδοξης αὐτοσυνειδησίας. Τέτοια κείμενα ἀξίζει νά διδάσκουμε στούς νέους μας.
Ἄς ἔχουμε τήν εὐλογία τοῦ εὐλαβοῦς Χριστιανοῦ καί πατριώτου Ἁγίου Ἰωάννου Γ΄Δούκα Βατάτζη (2).

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Βίος Οσίου Ιωαννικίου του Μέγα του εν Ολύμπω


Ο Όσιος Ιωαννίκιος ο Μεγάλος «ὁ ἐν Ὀλύμπῳ» εορτάζει στις 4 Νοεμβρίου

Επιστρέφει από την αίρεση της Εικονομαχίας
Ο Άγιος Ιωαννίκιος γεννήθηκε το 741 μ.Χ. στην επαρχία των Βιθυνών, σε κάποιο χωριό, του ονομαζόταν Μαρικάτο. Ευσεβείς Χριστιανοί ήσαν οι γονείς του. Τα ονόματα τους
ήσαν Μυριτρίκης και Αναστασία. Από μικρός επομένως ο Ιωαννίκιος μορφωνόταν με τα διδάγματα της Χριστιανικής Θρησκείας.
Επειδή ήταν ρωμαλέος και μεγαλόσωμος γι αυτό οι αξιωματούχοι του βασιλέως τον ξεχώρισαν και τον έγραψαν επίλεκτο στον στρατό. Πολλές απ’ τις σωματικές του ικανότητες
έδειξε στις διάφορες μάχες, ώστε προκαλούσε τον θαυμασμό των άλλων.
Ο διάβολος φθόνησε, γιατί ο Ιωαννίκιος φύλαγε τις εντολές του Κυρίου και έπλεξε εναντίον του παγίδες και πανουργίες. Τον έριξε δυστυχώς στην αίρεση των εικονομάχων.
Το ζήτημα της εικονομαχίας κράτησε στο Βυζάντιο πάνω από εκατό χρόνια. Πολλές καταστροφές επέφερε στο κράτος η Εικονομαχία. Μερικοί από τους εικονομάχους, από
την κακή τους συνήθεια, όχι απλώς δυστροπούσαν και δεν προσκυνούσαν τις άγιες εικόνες, αλλά και είχαν κηρύξει άγριο πόλεμο εναντίον τους.

Επειδή όμως αμάρτανε, γιατί ακριβώς δεν ήξερε, ο καρδιογνώστης Θεός δεν τον άφησε να μείνει πολύ χρόνο στην ασέβεια, άλλα με τον έξης τρόπο τον σαγήνευσε στην
Ορθοδοξία. Κάποια εποχή, ενώ ο Ιωαννίκιος γύριζε από τον πόλεμο, περνούσε από τον Όλυμπο. Εκεί συνάντησε έναν ενάρετο ασκητή. Ο ασκητής μόλις τον είδε του είπε:
— Ματαίως κουράζεσαι, Ιωαννίκιε, να φυλάξεις με τόσο κόπο την αρετή, χωρίς να προσκυνάς την εικόνα του Χριστού, πού τόσο περιφρονείς.
Μόλις άκουσε αυτά ο Ιωαννίκιος, θαύμασε τον άγιο Γέροντα. Έπεσε στα πόδια του και ζητούσε συγχώρηση. Του έδωσε δε την υπόσχεση του, πώς στο έξης θα προσκυνούσε
την εικόνα, του Χριστού και των άλλων Αγίων με ευλάβεια.
 

Ιωαννίκιος ο Βουλγαροφάγος
Παρακαλούσε ο Ιωαννίκιος τον Κύρ

ιο να του δώσει τη δύναμη να νικήσει, και τούς αοράτους δαίμονας. Λυπόταν πολύ επειδή είχε χάσει τόσον πολύτιμο καιρό, πολεμώντας τούς
Βουλγάρους και κινδυνεύοντας την ζωή του για πρόσκαιρη; δόξα. Ευχόταν προς τον Κύριο να τον συγχώρεση, δίνοντας ιερή υπόσχεση να μη φροντίζει πλέον για το σώμα του,
αλλά μόνο και μόνον για την ψυχή του.

Αναχωρεί για Ασκητής
Σκεπτόμενος, λοιπόν, αυτά, αποφάσισε να έλθει και να ασκητέψει στον Όλυμπο και να περάσει εκεί τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Προηγουμένως ήρθε στην Ιερά Μονή
των Αυγάρων. Εξομολογήθηκε στον Καθηγούμενο της Μονής Γρηγόριο, ο οποίος τον συμβούλεψε να μη πάει αμέσως τότε στην άσκηση, αλλά να υπομείνει ορισμένο χρόνο
με συνοδεία άλλων μοναχών, για να μάθει την υπακοή, την ταπείνωση και να συνηθίσει τούς πολέμους του πονηρού. Έμεινε στο Μοναστήρι του Αντιδίου δύο χρόνια
μαθαίνοντας ψαλμούς και αντιμετωπίζοντας, τους πολέμους του σατανά. Είχε πόθο αμέτρητο για ησυχία ο Ιωαννίκιος. Γι αυτέ επήρε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς τού
Μοναστηρίου και αναχώρησε. Νήστεψε ο Ιωαννίκιος 7 ημέρες και προσευχόταν στον Θεό να του γίνει οδηγός. Την έβδομη ημέρα άκουσε φωνή από τον ουρανό που το είπε
να προχωρήσει στο εσωτερικό του βουνού. Έπειτα βρήκε δύο ασκητές οι οποίοι του προφήτεψαν ότι θα ασκηθεί 50 χρόνια και θα πειραχτεί από φθονερούς αλλά δεν θα πάθει
τίποτα. Μετά από αυτά έχοντας την ευχή των ασκητών πήγε στο βουνό Τριχάλι.

Αυστηρότατη άσκηση
Σ’ αυτό έζησε ζωή ασκητική. Ουδέποτε εισερχόταν μέσα σε σπίτι ή σπηλιά. Πάντα ζούσε στο ύπαιθρο, έχοντας για σκέπη τον ουρανό. Υπέφερε τούς ανέμους και τα χιόνια όλη
την αγριότητα των καιρών. Επειδή μάθαιναν για αυτόν ο κόσμος έφυγε πιο πέρα στον Ελλήσποντο, εκεί έσκαψε έναν λάκκο ώστε να χωράει. Εκεί έζησε έχοντας ένα βοσκό να
του φέρνει κάθε μήνα λίγα ψωμιά και λίγο νερό. Εκάθησε 3 χρόνια προσευχόμενος.

Ο πειρασμός της πορνείας
Καθώς προχωρούσε ο Άγιος για τον καινούργιο τόπο της ασκήσεως του συνάντησε στο δρόμο του δυο μοναχές, μια μητέρα και, την κόρη της. Είχε όμως η Θυγατέρα της μεγάλο
πειρασμό πού την παρακινούσε προς την πορνεία τόσον πολύ, ώστε η μητέρα της δεν μπορούσε να την εμπόδιση πλέον με διδασκαλίες και παραδείγματα. Βλέποντας, λοιπόν,
τον Άγιο τον παρακάλεσε να της διαβάσει μια ευχή για να λυτρωθεί απ’ τον μεγάλο πειρασμό.
Ο Όσιος επειδή λυπήθηκε την κόρη, της είπε να βάλει τα χέρια της πάνω στον λαιμό του και προσευχήθηκε για να φύγει ο πειρασμός από την κόρη και να πάει πάνω σ αυτόν.
Και με την προσευχή του ελευθερώθηκε μεν η κόρη, αλλά ο πειρασμός φορτώθηκε πάνω στον Άγιο Ιωαννίκιο. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Ο Ιωαννίκιος προτιμούσε να πεθάνει
παρά να υποκύψει στον πειρασμό της πορνείας.
Σε λίγο όμως, κι ύστερα από πνευματικούς αγώνες, νηστεία, προσευχή και αγρυπνία, ο Θεός τον απάλλαξε από τον πειρασμό. Αφανίσθηκαν δε οι πονηρές σκέψεις και κάθε
επιθυμία της σάρκας από αυτόν.

Λαμβάνει το Αγγελικό Σχήμα
Άλλα παρά τα πνευματικά του παλαίσματα. Θεωρούσε τον εαυτό του, μικρό, τιποτένιο και γι αυτό ακόμη ο Ιωαννίκιος δεν είχε γίνει μοναχός. Άκουσε όμως φωνή από τον ουρανό
να του λέγει, να πάει να κατοίκηση σε καπόιο τόπο, πού τον έλεγαν Εριστή και να φορέσει εκεί το μοναχικό ένδυμα, σε εκείνο το ασκητήριο.
Όταν λοιπόν έλαβε το Άγιο σχήμα ο Ιωαννίκιος, ήλθε σε τόπο πού ονομαζόταν Κρίτημα και έμεινε εκεί δεμένος με μια αλυσίδα, πού είχε μάκρος εξ οργυές, περίπου τρία χρόνια.
Στο τέλος τού τρίτου χρόνου σκέφτηκε να πάει σε έναν τόπο Χελιδόνα, με σκοπό να συνομιλήσει με έναν άγιο άνδρα, πού ονομαζόταν Γεώργιος. Επήγε κατόπιν στη Μονή των
Αυγάρων με κάποιο μαθητή, πού τον έλεγαν Παχώμιο. Ανέβηκαν στο κοντινό βουνό, για να ιδούν τα κελιά, πού έκτιζαν εκεί. Αυτά προορίζονταν γι εκείνους, πού ήθελαν να ζουν
μακριά από τούς ανθρώπους.

Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσους κρυφούς δούλους έχει

Ανέβηκε ο αββάς Δανιήλ από τη Σκήτη, μαζί με τον μαθητή του, στην άνω Θηβαΐδα, όταν γιόρταζαν τη μνήμη του αββά Απολλώ. Εκεί έτρεξαν να τον συναντήσουν οι πατέρες που απείχαν μέχρι και εφτά μίλια και ήταν περίπου πέντε χιλιάδες. Και μπορούσε να τους δει κανείς να προσκυνούν πεσμένους πάνω στην άμμο, σαν να ήταν τάγματα αγγέλων, τα οποία με φόβο υποδέχονται τον Χριστό, γιατί άλλοι έστρωναν τα ρούχα τους μπροστά του, άλλοι τα κουκούλλια τους, και έβλεπες τα δάκρυά τους να τρέχουν σαν πηγές που ανάβλυζαν. Βγήκε ο προϊστάμενος του κοινοβίου και πριν πλησιάσει τον γέροντα τον προσκύνησε εφτά φορές και αφού ασπάστηκε ο ένας τον άλλο, κάθησαν. Τότε παρακάλεσε τον γέροντα να πει κάτι, γιατί δεν μιλούσε εύκολα στον καθένα. Καθώς λοιπόν κάθησαν έξω πάνω στην άμμο, γιατί δεν τους χωρούσε η εκκλησία, λέγει ο αββάς Δανιήλ στον μαθητή του· «Γράψε·  Αν θέλετε να σωθείτε, να επιδιώκετε την ακτημοσύνη και την σιωπή, γιατί απ’ αυτές τις δύο αρετές κρέμεται όλη η ζωή του μοναχού». Ο μαθητής του παρέδωσε αυτά που έγραψε σε κάποιον από τους αδελφούς, ο οποίος τα μετέφρασε στα αιγυπτιακά. Όταν διαβάστηκαν στους πατέρες, έκλαψαν όλοι και ξεπροβοδούσαν τον γέροντα. Κανένας δεν τολμούσε να του πει «Μείνε μαζί μας».
Όταν έφτασε στην Ερμόπολη λέγει στον μαθητή του· «Πήγαινε και χτύπα την πόρτα σ’ εκείνο το γυναικείο μοναστήρι». Υπήρχε εκεί ένα γυναικείο μοναστήρι, που ονομαζόταν του αββά Ιερεμία, και κατοικούσαν εκεί περίπου τριακόσιες μοναχές. Πήγε ο μαθητής του και χτύπησε την θύρα. Του λέγει η θυρωρός ευγενικά· «Καλώς ήλθες. Τί προστάζεις;». Απαντά· «Φώναξέ μου την μητέρα, την ηγουμένη, γιατί θέλω μ’ αυτή να μιλήσω». Αυτή απάντησε· «Δεν συναντά ποτέ κανέναν, όμως πες μου τι θέλεις και θα το διαβιβάσω». Αυτός είπε· «Πες της· “Κάποιος μοναχός θέλει να σου μιλήσει”. Η θυρωρός πήγε και το είπε αυτό και αφού ήλθε η ηγουμένη ευγενικά λέει στον αδελφό· «Η αμμάς μ’ έστειλε να σε ρωτήσω· “Τί ζητάς;”». Λέει ο αδελφός· «Να δείξετε αγάπη και να επιτρέψτε να κοιμηθούμε εδώ εγώ κι ένας γέροντας, γιατί είναι βράδυ και έξω θα μας φάνε τα θηρία». Του λέγει η αμμάς· «Ποτέ άνδρας δεν μπαίνει εδώ· συμφέρει να φαγωθείτε από τα έξω θηρία κι όχι από αυτά που βρίσκονται μέσα στην ψυχή». Της απαντά ο αδελφός· «Ο αββάς Δανιήλ είναι από τη Σκήτη». Αυτή μόλις τ’ άκουσε αυτό, άνοιξε και τις δύο θύρες και βγήκε τρέχοντας καθώς κι όλες οι άλλες μοναχές, και αφού έστρωναν τα μαφόριά τους από την είσοδο μέχρι το σημείο που βρισκόταν ο γέροντας έπεφταν στα πόδια του και φιλούσαν τα ίχνη των ποδιών του.
Όταν μπήκαμε μέσα στο μοναστήρι, έφερε η προϊσταμένη μια λεκάνη και τη γέμισε με χλιαρό νερό και βότανα και χώρισε σε δύο ομάδες τις αδελφές και έπλυναν τα πόδια του γέροντα και του μαθητή του. Αφού πήρε ένα ποτήρι έφερε τις αδελφές και έπαιρνε νερό από τη λεκάνη και το έριχνε πάνω από τα κεφάλια τους και ύστερα το έριχνε πάνω της και στο κεφάλι της. Όλες αυτές φαίνονταν σαν ακίνητες πέτρες, αμίλητες, και κάθε απάντησή τους δινόταν μ’ ένα χτύπημα κι αυτή η κίνησή τους ήταν αγγελική. Λέγει λοιπόν ο γέροντας στην ηγουμένη· «Εμάς σέβονται οι αδελφές ή έτσι είναι πάντοτε;». Αυτή είπε· «Πάντοτε έτσι είναι οι δούλες σου δέσποτα, όμως προσευχήσου γι’ αυτές». Λέει ο γέροντας· «Πες στο μαθητή μου ότι αυτή τη στιγμή αισθάνομαι άσχημα».
Μία απ’ αυτές κείτονταν κοιμισμένη στην εσωτερική αυλή, φορώντας σχισμένα παλαιά ρούχα. Λέει ο γέροντας· «Ποιά είναι αυτή που κοιμάται:». Του απαντά μία από τις αδελφές· «Είναι μέθυση και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Να την πετάξουμε έξω από το μοναστήρι φοβόμαστε το κρίμα· αν την αφήσουμε όμως σκανδαλίζει τις αδελφές». Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Πάρε τη λεκάνη και άδειασέ την πάνω της». Όταν τόκανε, αμέσως αυτή σηκώθηκε σαν από μεθύσι. Του λέει η αμμάς· «Δέσποτα έτσι είναι πάντοτε».
Αφού πήρε η ηγουμένη τον γέροντα τον έφερε στην τραπεζαρία, όπου παρέθεσε δείπνο στις αδελφές λέγοντας· «Ευλόγησε τις δούλες σου, ώστε μπροστά σου να γευματίσουν». Αυτός τις ευλόγησε και η ηγουμένη μαζί με τη δεύτερη μετά απ’ αυτήν κάθησαν μαζί του. Παρέθεσαν στον γέροντα ένα πιάτο με βρεγμένα και ωμά χορταρικά, χουρμάδες και νερό, στον μαθητή του πρόσφεραν βρασμένη φακή και λίγο ψωμί και εύκρατο, ενώ στις αδελφές παρέθεσαν πολλά φαγητά, ψάρια και κρασί άφθονο.    Έφαγαν πολύ καλά και κανείς δεν μίλησε. Όταν σηκώθηκαν λέει ο γέροντας στην ηγουμένη· «Τί είναι αυτό που έκανες; Εμείς έπρεπε να φάμε καλά, αλλά τελικά εσείς φάγατε τα καλά φαγητά». Του λέει η αμμάς· «Εσύ είσαι μοναχός, γι’ αυτό τροφή μοναχού σου πρόσφερα, ο μαθητής σου είναι μαθητής μοναχού και τροφή μαθητή του πρόσφερα. Εμείς είμαστε αρχάριες και τροφή αρχαρίων φάγαμε». Της λέει ο γέροντας· «Είναι αξιομνημόνευτη η αγάπη, πράγματι ωφεληθήκαμε».
Ενώ πήγαιναν να αναπαυθούν, λέει ο άββάς Δανιήλ στον μαθητή του· «Πήγαινε και δες πού κοιμάται η μέθυση· κάπου στην εσωτερική αυλή βρισκόταν». Αυτός πηγαίνει, βλέπει και του λέει·«Είναι κοντά στα αφοδευτήρια». Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Μείνε άγρυπνος αυτή τη νύχτα μαζί μου». Όταν αναπαύθηκαν όλες οι αδελφές, παίρνει ο γέροντας τον μαθητή του και πηγαίνει πίσω από ένα χώρισμα. Τότε βλέπουν τη μέθυση να σηκώνεται και να υψώνει τα χέρια της στον ουρανό, και τα δάκρυά της να τρέχουν σαν ποτάμι, να κινούνται τα χείλη της, να κάνει μετάνοιες και όταν αντιλαμβανόταν καμμιά αδελφή να πηγαίνει στα αφοδευτήρια, έπεφτε στο έδαφος ροχαλίζοντας.
Έτσι περνούσε όλες τις μέρες της. Λέει λοιπόν ο γέροντας στον μαθητή του· «Φώναξέ μου την ηγουμένη διακριτικά». Πήγε και τη φώναξε καθώς και τη δεύτερη στη σειρά και ολόκληρη τη νύχτα έβλεπαν αυτά που έκανε. Η ηγουμένη άρχισε να λέει κλαίγοντας· «Αχ, για πόσα κακά δεν την κατηγόρησα». Κι όταν ακούστηκε το εγερτήριο, διαδόθηκε γι’ αυτήν στην αδελφότητα. Αυτή κατάλαβε τι έγινε και φεύγει κρυφά και πηγαίνει εκεί που κοιμόταν ο γέροντας και κλέβει το ραβδί του και την κάπα του και ανοίγει με προσοχή τη θύρα του μοναστηριού και γράφει ένα σημείωμα, το οποίο τοποθετεί στην κλειδαριά της θύρας, λέγοντας· «Να προσεύχεσθε για μένα και να μου συγχωρήσετε για όσα σας έφταιξα» και εξαφανίστηκε.
Όταν ξημέρωσε, την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν. Πηγαίνουν στην πύλη και βρίσκουν ανοιχτή τη θύρα και το σημείωμα εκεί και γίνεται μεγάλος θρήνος στο μοναστήρι. Και λέει ο γέροντας· «Εγώ γι’ αυτήν ήλθα εδώ, γιατί τέτοιους μεθύστακες αγαπά ο Θεός». Όλες οι μοναχές εξομολογούνταν στον γέροντα τι είχαν κάνει σε βάρος της. Και αφού ευλόγησε ο γέροντας τις αδελφές, αναχώρησε μαζί με τον μαθητή του για το κελλί τους, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό, ο οποίος μόνον αυτός γνωρίζει πόσους κρυφούς δούλους έχει.
 (Δημ. Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», εκδ. Αδελφ. Η Αγία Μακρίνα, Θεσ/νίκη, σ. 55-61)

« Να βλέπεις τους άλλους ως αγίους»

Πολλοί πλησίαζαν τον Γέροντα για να λύσουν τις πνευματικές απορίες τους. Ιδιαίτερα οι μοναχοί έθεταν το θέμα των σχέσεών τους με τον Γέροντα και τους παράδελφούς τους.
Στην σημερινή εποχή πλήθυνε το δικαίωμα και ο αυταρχισμός. Η νέα γενιά ζει μέσα σε ένα κοσμικό περιβάλλον , που συνεχώς εξαπλώνεται και που διέκοψε την επαφή και συνύπαρξη με την παλαιά γενεά. Αυτό στην καλογερική ζωή προκαλεί διακοπή και ασυμφωνία.

Οι παλαιότεροι Γέροντες, που είναι οι φορείς της παραδόσεως, φαίνονται σήμερα στους νέους που προσέρχονται στον μοναχισμό λίγο παράξενοι. Όσοι από τους νέους έχουν καταρτισθεί με την μελέτη των Πατερικών κειμένων δεν δυσκολεύονται , γιατί αντελήφθησαν το θέμα της πίστεως και της υπακοής στον Γέροντα. Στους περισσότερους όμως γεννιούνται διλήμματα και προβάλουν το « γιατί;». Αφού ο Γέροντας δεν έχει δίκαιο , γιατί επιμένει; Ή αφού δεν γνωρίζει καλά, γιατί θέλει να τον υπακούομε;

Σε αυτό το φαύλο κύκλο του ορθολογισμού στεκόταν , ο μακάριος, ως πραγματικός φάρος διακρίσεως. Όποιος πρόβαλλε ερωτήσεις και λάθη ή ελαττώματα ή και παραλείψεις του Γέροντος του απαντούσε στερεότυπα:

« Παιδί μου, ο καρπός της ησυχίας που επιδιώκεις είναι να επιδιώκεις να βλέπεις τους άλλους ως αγίους, ως αγγέλους. Όταν βλέπεις στους άλλους ελαττώματα και ιδίως στον Γέροντά του, να ξέρεις ότι έπεσε η πνευματική σου ζωή , υποβιβάστηκε , και χρειάζεται πολλή μετάνοια και αυτομεμψία. Όταν βλέπω και κρίνω μέσα μου τους αδελφούς μου , να ξέρω ότι δεν πάω καλά.. Πρέπει να πιστέψω καλά μέσα μου, ότι ο κάθε αδελφός είναι καλός και άγιος και μόνο εγώ είμαι ο πιο αχρείος . Σε κάθε παρεξήγηση να βάζω εγώ μετάνοια, είτε φταίω είτε όχι, για να είμαι πάντα ειρηνικός με τους άλλους και να είναι μαζί μου η Χάρις του Θεού. Ποτέ να μην κοινωνήσω τα θεία Μυστήρια αν έχω πικράνει κάποιον αδελφό και δεν έχω συνδιαλλαγεί μαζί του »

Ο μακαριστός ιερομόναχος Eφραίμ Κατουνακιώτης για τον Άγιο Γεώργιο Καρσλίδη

Ο μακαριστός ιερομόναχος Eφραίμ Κατουνακιώτης είχε πληροφορία ότι ο όσιος Γεώργιος είναι μεγάλος άγιος. Έτσι παρά την ηλικία και την ασθένειά του πήγε ταπεινός προσκυνητής στο μοναστήρι του οσίου και γονάτισε για να προσευχηθεί στον τάφο του. Ήταν μάλιστα ο πρώτος που ζήτησε να του φτιάξουν εικόνα του οσίου με φωτοστέφανο. Φεύγοντας από τον τάφο πήρε χώμα ως φυλαχτό. Όταν ένας ιερεύς επισκέφθηκε τον παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια και του είπε πώς έχει κάποια προβλήματα με την οικογένειά του, τού υπέδειξε ότι τον ιατρό τον έχει πλησίον του, εννοώντας τον όσιο Γεώργιο. Μάλιστα τού έδειξε το χώμα, το οποίο είχε πάρει από τον τάφο του, το οποίο έβγαζε ένα λαμπερό φώς, ως να καιγόταν βαμβάκι βουτηγμένο σε οινόπνευμα. Ο ιερεύς αυτός ειχε διατελέσει προ ετών εφημέριος στη μονή του οσίου.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ.

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ

15 Ήταν όλοι αξιωματούχοι του Πέρση βασιλιά Σαπώρ του Β'. Το 330 μ.Χ. , επειδή, ομολόγησαν ότι, είναι χριστιανοί, συνελήφθησαν και μαστιγώθηκαν σκληρά. Έπειτα, τους έριξαν στις φλόγες μιας μεγάλης φωτιάς. Αλλά οι θερμές δεήσεις τους προς το Θεό προκάλεσαν φοβερή θύελλα με βροχή, που έσβησε τη φωτιά.Αυτό προκάλεσε φόβο στους Πέρσες , και τον ίδιο το Σαπώρ, με αποτέλεσμα να αναβάλει, το θάνατο των γενναίων χριστιανών. Αλλά μετά μερικές μέρες, τους έφερε και πάλι στο κριτήριο. Αφού είδε ότι δεν μπορούσε να αλλάξει το χριστιανικό τους φρόνημα, αποκεφάλισε πρώτο τον Αφθόνιο.Έπειτα, απευθυνόμενος στον Ελπιδηφόρο, του είπε να φανεί λογικός, σαν εγγράμματος που ήταν και μπορούσε να διακρίνει το ψέμα από την αλήθεια. Ο Ελπιδοφόρος του αποκρίθηκε ότι γι' αυτό ακριβώς πιστεύει στο Χριστό, διότι Αυτός είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιδ' 6). Δηλαδή ο σωστός δρόμος, που οδηγεί στην απόλυτη αλήθεια και στην πραγματική και πηγαία ζωή, που αξίζει κανείς να πεθάνει γι' αυτή. Η απάντηση του Ελπιδοφόρου εξαγρίωσε τον Σαπώρ και αμέσως τον αποκεφάλισε. Οι θυσίες αυτές ενθάρρυναν ακόμα περισσότερο τους υπόλοιπους, και έμειναν ακλόνητοι στην πίστη τους. Τότε ο Σαπώρ διέταξε να τους ρίξουν μέσα σε αναμμένο καμίνι. Έτσι, μαρτυρικά και ένδοξα, παρέδωσαν όλοι τη μακάρια ψυχή τους στο ζωοδότη Χριστό.
Απολυτίκιο: Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ακίνδυνον μέλψωμεν, συν Αφθονίω ομού, κλεινόν Ανεμπόδιστον, Ελπιδοφόρον στερρόν, Πηγάσιον ένδοξον ούτοι γαρ ακινδύνως, εξαφθόνου κρατήρας, πηγάζουσι τοις ελπίδι, αρραγεί προσιούσι, χαρίτων ανεμποδίστων, κρήνην θεόβρυτον.

ΓΙΑΤΙ ΘΥΜΩΝΟΥΜΕ;

ΓΕΡΩΝ ΠΑΐΣΙΟΣ:

1 - Γέροντα, εγώ νομίζω ότι δεν θυμώνω, αλλά απλώς νευριάζω.

- Πώς γίνεται αυτό, βρε παιδί; Αν νευριάζης, πρέπει να εξετάσες να δεις μήπως έχεις το πάθος του θυμού. Άλλο αν κάποιος νευριάσει και πει καμμιά κουβέντα, επειδή είναι νευριασμένος ή έχει κάποιο πρόβλημα, έναν πόνο κ.λπ. 

Τότε «καλημέρα» να του πει ο άλλος , «δεν με παρατάς κι εσύ!»
– μπορεί να του απαντήσει. Μα καλά, «καλημέρα» του είπε∙ δεν του είπε κάτι κακό. Αυτός όμως είναι κουρασμένος, έχει τον πόνο του, γι’ αυτό αντιδρά έτσι. Βλέπεις, και το πιο υπομονετικό γαϊδουράκι, όταν το παραφορτώσεις, θα κλωτσήσει.
- Γέροντα, όταν δεν είμαι συμφιλιωμένη με τον εαυτό μου, μου φταίει το καθετί και αντιδρώ.


- Αν δεν είσαι συμφιλιωμένη με τον εαυτό σου , αυτό σημαίνει ότι έχεις μια πνευματική αδιαθεσία και είναι φυσικό μετά να αντιδράς.
Όπως, όταν κάποιος είναι σωματικά άρρωστος, χάνει καμμιά φορά την υπομονή του και κουράζεται λ.χ. να ακούει τους άλλους να μιλάνε, έτσι και όταν δεν είναι σε καλή πνευματική κατάσταση, του λείπει η εγρήγορση, η υπομονή , η ανεκτικότητα.
- Τι φταίει, Γέροντα, που θυμώνω με το παραμικρό;


-
Φταίει που πιστεύεις ότι πάντοτε φταίνε οι άλλοι. Ο θυμός σ’ εσένα ξεκινάει από τους αριστερούς λογισμούς που βάζεις για τους άλλους. Εάν βάζεις δεξιούς λογισμούς, δεν θα εξετάζεις τί σου είπαν ή πώς σου το είπαν, θα παίρνεις το βάρος επάνω σου και δεν θα θυμώνεις.

- Όμως, Γέροντα, δεν μπορώ να πιστέψω ότι πάντοτε φταίω εγώ.


- Φαίνεται, υπάρχει μέσα σου κρυφή υπερηφάνεια. Να προσέχεις, γιατί ο θυμός έχει μέσα δικαιολογία, υπερηφάνεια, ανυπομονησία, αναίδεια.


- Γέροντα,
γιατί σήμερα οι άνθρωποι νευριάζουν τόσο εύκολα;

- Τώρα και οι μύγες νευριάζουν! Έχουν πείσμα, θέλημα!… Παλιά, αν τις έδιωχνες, έφευγαν. Τώρα, επιμένουν…
Είναι όμως αλήθεια ότι και μερικά επαγγέλματα σήμερα όχι μόνο δεν βοηθούν για την ψυχική ηρεμία, αλλά και τον εκ φύσεως ήρεμο άνθρωπο μπορεί να τον κάνουν νευρικό.

- Γέροντα, εγώ όταν ήμουν στον κόσμο, θύμωνα πολύ∙
τώρα στο μοναστήρι γιατί δεν θυμώνω;

- Πολλές φορές ,από μερικές εξωτερικές αφορμές αγανακτεί ο άνθρωπος και ξεσπά, επειδή δεν αναπαύεται με αυτό που κάνει και θέλει κάτι άλλο.
Αυτές όμως οι αντιδράσεις είναι εξωτερικές σκόνες που φεύγουν, όταν βρει ο άνθρωπος αυτό που τον αναπαύει.

Κοσμάς Μοναχός.Ένα μικρό αφιέρωμα στον Ηπειρώτη-Aγιορείτη καλόγερο που έγραψε ιστορία…..



Σύντομα βιογραφικά στοιχεία.
Ὁ Μοναχὸς Κοσμᾶς, κατὰ κόσμον Ἀνδρέας Παπαπέτρου, γεννήθηκε στὸ Γκρίμποβο στὶς 10 Μαρτίου 1952. Οἱ γονεῖς του Γεώργιος καὶ Δήμητρα ἦταν ἄνθρωποι ἁπλοὶ μὲ βαθιὰ πίστη στὸν Θεό.
Ὁ νεαρὸς Ἀνδρέας διακρινόταν ἀπὸ μικρὸς γιὰ τὴν ἔφεση στὰ γράμματα. Τελείωσε ἀριστοῦχος στὴν πατρίδα του τὸ Δημοτικὸ καὶ τὸ Γυμνάσιο. Εἰσῆλθε στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν καὶ πῆρε τὸ πτυχίο του μὲ ἄριστα συνεχίζοντας μὲ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν Ρώμη.

Από την Ρώμη στο Άγιο Όρος και στην Καλαβρία

Ἤδη ἀπὸ τὴν νεότητά του διακρινόταν γιὰ τὸ εὐρὺ καὶ ἀνήσυχο πνεῦμα του, τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦσε νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἀπὸ μία ζωὴ συμβατικὴ καὶ «συνηθισμένη». Ἔψαχνε γιὰ τὸ ἀπόλυτο, γιὰ πληρότητα ζωῆς καὶ ἐλευθερίας. Διαβάζοντας τοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ γνωρίζοντας ἐνάρετους μοναχούς, πόθησε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ζωή τους, μία ζωὴ κοντὰ στὸν Θεό, ἀπερίσπαστη, ἀσκητική, μὲ προσευχὴ καὶ ἐγκράτεια.

Ἔτσι, ἐγκαταλείποντας τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου, πῆρε τὴν μεγάλη ἀπόφαση καὶ τὸ 1984,σὲ ἡλικία 32ἐτῶν, πῆγε στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, ὅπου μετὰ ἀπὸ ἑνάμιση χρόνο, στὶς 17 Ἰανουαρίου 1986 ἔγινε μοναχὸς παίρνοντας τὸ μοναχικὸ ὄνομα Κοσμᾶς.

Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ὀνόματος δὲν ἦταν τυχαία. Προστάτη του Ἅγιο θεωροῦσε τὸν ἁγιορείτη Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, ὁ ὁποῖος μέσα σὲ πολὺ δύσκολες συνθῆκες, κατὰ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνα μπόρεσε, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος νὰ μεταλαμπαδεύσει τὴν φλόγα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, πρὸς τὰ περισσότερα μέρη τῆς τουρκοκρατούμενης τότε Ἑλλάδας. Χάρις στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ ἁγιορείτου νέου ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ παρέμεινε χριστιανικὸ καὶ ὀρθόδοξο.Μέσα στὴν Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας παρέμεινε ὁ π. Κοσμᾶς ὡς μοναχός ἑνάμιση χρόνο. Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ἡσυχίας, καὶ ἀφοῦ ἀσκήθηκε ἄλλο ἑνάμιση χρόνο στὴν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐγκαταστάθηκε τὸ 1989 στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου-Ὁσίου Θεοφίλου Μυροβλύτου στὴν ἐρημικὴ περιοχὴ τῆς Καψάλας, στὰ ὅρια τῆς Μονῆς Παντοκράτορος μέσα σὲ αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ κακοπάθεια. Εἶχε ἰδιαίτερο σύνδεσμο μὲ τὸν γνωστὸ ἁγιορείτη ἐνάρετο Γέροντα Παΐσιο. Ὅταν ὁ π. Κοσμᾶς εἶχε συναντήσει τὸν π. Παΐσιο, τότε αὐτός, δίχως νὰ τὸν γνωρίζει, τὸν κοίταξε καὶ τοῦ εἶπε: «Τί ὡραῖος τόπος ποὺ εἶναι ἡ Καλαβρία π. Κοσμᾶ!». Ὁ π. Κοσμᾶς ἀπόρησε, καὶ ἀπὸ τότε ἄρχισε μὲ πιὸ πολὺ ζῆλο νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ νὰ μελετᾶ.

Καρπὸς τῶν μελετῶν του ὑπῆρξε ἡ ἔκδοση τοῦ πρωτοτύπου κειμένου μὲ νεοελληνικὴ μετάφραση τοῦ Βίου τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τοῦ Γραμματικοῦ τὸ 1992 καθὼς καὶ τοῦ πρωτοτύπου κειμένου τοῦ Βίου τοῦ Ὁσίου Ἠλία τοῦ Νέου (τοῦ Σικελιώτου), μὲ εἰσαγωγὴ καὶ μετάφραση στὰ νέα ἑλληνικὰ καὶ παράλληλη μετάφραση στὰ ἰταλικὰ ἀπὸ τὸν Stefano dell’ Isola, τὸ 1993.

Μὲ ἐνέργειες τοῦ π. Κοσμᾶ τελέσθηκε στὶς 2.5.1993 θεία Λειτουργία στὸν παλαιὸ μικρὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στὸν Ἱέρακα τῆς Καλαβρίας ποὺ ἦταν κλειστὸς γιὰ αἰῶνες. Παρόντος τοῦ ἰδίου, ὁ Καλαβρὸς φιλόλογος Domenico Minuto ἀνέγνωσε στὰ ἰταλικὰ λόγο τοῦ π. Κοσμᾶ ποὺ ἄρχιζε ὡς ἑξῆς:«Ἤρθαμε ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἀπέναντι στεριὰ ἀκολουθώντας τοὺς ἴδιους δρόμους ποὺ ἔκαναν οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ἡ Ὁδηγήτρια (Madona d’ Istria) τοῦ Ἱέρακος, ἔφθασε ἐδῶ κάτω στὸ γιαλό. Τὶς ἴδιες διαδρομὲς ἔκαναν καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Καλαβρίας, ποὺ πήγαιναν ὅπου τοὺς ὁδηγοῦσε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ θάλασσα περισσότερο μᾶς ἑνώνει, παρὰ μᾶς χωρίζει»

Tὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὁδήγησε τὸν π. Κοσμᾶ, μετὰ ἀπὸ μία σύντομη παραμονὴ στὴν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νὰ μεταβεῖ τὸν ἑπόμενο χρόνο, φθινόπωρο τοῦ 1994, στὴν Καλαβρία ὅπου παρέμεινε γιὰ 11 συνεχόμενα χρόνια μέχρι τὸ τέλος τοῦ 2005. Ἔχοντας τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ του ἐγκαταστάθηκε στὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεριστοῦ στὸ Μπιβόντζι. Ἀναστήλωσε τὸν ἐρειπωμένο ναὸ μὲ πολλοὺς κόπους, ζώντας σὲ συνθῆκες ἰδιαίτερα δύσκολες. Ἀναφέρει σὲ ἕνα σχετικὸ κείμενο:«Μόλις πρωτοῆρθα νὰ μείνω μέσα στὰ ἐρείπια τοῦ Μοναστηριοῦ γοητεύθηκα ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ… ἐπιθυμοῦσα ν᾿ ἀκουστοῦν ξανὰ οἱ ψαλμωδίες μας, ἡ ἑλληνικὴ λαλιά…».Ἔγραφε ἐξομολογητικά: «Θυμοῦμαι νοσταλγικὰ τὰ πρῶτα χρόνια στὸ μοναστήρι, ὅταν ἡ ἐκκλησία ἦταν ξεσκέπαστη, ὅπου φώλιαζε ὁ γκιώνης. Χωρὶς νερό, χωρὶς ἠλεκτρικό. Ὅμως ἡ χάρη τοῦ ἁγίου ἦταν ἐμφανής… Προτίμησα τὸ ρόλο τοῦ καντηλανάφτη κι ὄχι τοῦ ἱεραποστόλου. Ἐδῶ ἔζησαν πολλοὶ ἅγιοι…».

Γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἰταλία ἀναφέρει ἐπιγραμματικὰ ὁ π. Κοσμᾶς:«τρεῖς εἶναι οἱ παράγοντες ποὺ ἐπέτρεψαν καὶ προκάλεσαν τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πρῶτος ἦταν ἡ ἔντονη ἐπιθυμία μερικῶν πεφωτισμένων, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν σχέσεις μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὁ δεύτερος εἶναι ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἄνετη καὶ ἀπρόσκοπτη κίνηση μεταξὺ τῶν πολιτῶν τῶν κρατῶν-μελῶν της… Ὁ τρίτος παράγοντας εἶναι ἡ ἀποϊεροποίηση τοῦ Δυτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐναγωνίως ἀναζητᾶ τὸ ἱερό… Ἡ παρουσία μας σ᾿ ἕναν τόπο ποὺ εἶχε τραφεῖ μὲ φιλοκαλικὰ κείμενα κατὰ τὸ παρελθὸν εἶναι εὐπρόσδεκτη καὶ προκαλεῖ ποικίλες συζητήσεις, καλὲς περιέργειες καὶ ἐνδιαφέρουσες ἀναζητήσεις».

Γιὰ τὸ ἔργο τοῦ π. Κοσμᾶ στὴν Ἰταλία ὑπάρχουν σίγουρα πολλοὶ ἄνθρωποι μὲ πλούσιες προσωπικὲς ἐμπειρίες ποὺ θὰ εἶχαν πολλὰ νὰ ποῦν γιὰ τὸν ταπεινὸ μοναχό, τὸν διακονητὴ τῶν Ἁγίων, γιὰ τὴν ἀνιδιοτελῆ καὶ γεμάτη ἀγάπη προσφορά του σὲ ὅλους ἀδιακρίτως.Μερικοὺς μῆνες μετὰ τὴν ἄδικη καὶ ὀδυνηρὴ ἀπομάκρυνση τοῦ π. Κοσμᾶ ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ἐπανῆλθε στὴν Καψάλα τὸ καλοκαίρι τοῦ 2006 καὶ συγκεκριμένα στὴν Καλύβη τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Στὸ ἱστορικὸ αὐτὸ ἐξάρτημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος ἔζησαν κατὰ τὸ παρελθὸν σπουδαῖες προσωπικότητες ὅπως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ἅγιος Μακάριος Κορίνθου καὶ ὁ ἅγιος Νήφων ὁ Χίος. Στὴν ταπεινὴ αὐτὴ Καλύβη, τῆς ὁποίας ἦτο Γέρων, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὶς 12 Δεκεμβρίου 2010 (Ν.Η.).Μέχρι τέλους, ὁ πόθος καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τοὺς ἀδελφούς του στὴν Ἰταλία ἔφλεγε τὴν καρδιά του.

Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα του κείμενα τολμᾶ νὰ ἀναφέρει ἐξομολογητικά ἀλλὰ καὶ προφητικά:«Ὅλες οἱ ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου τούτου μοῦ ἄφησαν ἕνα κατακάθι πίκρας καὶ μαρασμοῦ… Πέρα ἀπὸ ἕνα ξεφάντωμα, πέρα ἀπὸ μιὰ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση, πέρα ἀπὸ μιὰ ὕψιστη σαρκικὴ ἡδονή, ὁ Θεὸς μᾶς περιμένει πάντα στὴν ἄλλη ὄχθη ὅταν ἀποκαμωμένοι ἀπὸ τὸ ἀνικανοποίητο νιώθουμε τὴν παγερὴ μοναξιά μας… Πάντα ἀνοίγει ἕνα παράθυρο σκοτεινὸ ἀλλὰ ἀληθινὸ καὶ μᾶς δείχνει ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε τὰ πράγματα διαφορετικά. Μὴ φοβηθεῖς τέτοια παράθυρα οὔτε νὰ σβήσης ἀπὸ τὴ μνήμη σου ἕναν αἰφνίδιο θάνατο ἑνὸς συμπολίτη σου γιατὶ θὰ χάσης ἕνα πολύτιμο ὀπτικὸ πεδίο. Οἱ ἀτυχίες εἶναι κοντά, ἕτοιμες νὰ ἀνοίξουν ρῆγμα στὴν τσιμεντένια αὐτοπεποίθησή μας. Μέσα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «ἀπαίσια» ρήγματα φθάνει ὁ Θεὸς ποὺ σέβεται κι ἀγαπᾶ τὴν μοναξιά μας. Τίποτε ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴν ἀπελπισία».

Καὶ σὲ ἕνα ἄλλο κείμενό του ἐπίσης ἀναφέρει:«Ἀναλογίζομαι τὸ ἔργο τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ Μεθοδίου, τὸ ὁποῖο ἐξωτερικὰ ἀπέτυχε ἀλλὰ εἶχε μακροχρόνιες ἐπιπτώσεις. Ἀναλογίζομαι τὶς ταπεινώσεις καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ὑπέστησαν».Πράγματι,ο π. Κοσμᾶς δὲν θὰ πρέπει νὰ σβήσει ἀπὸ τὴν μνήμη μας. Ὁ αἰφνίδιος θάνατός του μᾶς ἀνοίγει ἕνα πολύτιμο ὀπτικὸ πεδίο. Τὸ ἔργο του, πιστεύουμε, θὰ ἔχει μακροχρόνιες ἐπιπτώσεις. Ἄναψε τὸ κεράκι τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ καὶ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μετὰ ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες στὴν Ἰταλία, καὶ τώρα, ἐλεύθερος στὸν οὐρανό, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε πόνο, λύπη καὶ στεναγμό, συνεχίζει τὴν ἀποστολή του: νὰ εὔχεται γιὰ τοὺς ἀδελφούς του ποὺ τόσο ἀγάπησε.

Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Κοσμᾶ μοναχοῦ !Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχή του!

Μοναχός Γεώργιος Βατοπεδινός (1899-1966)

Ο κατά κόσμον Δημήτριος Καζάνης γεννήθηκε στη Νικήτη της Χαλκιδικής το 1899. Προσήλθε στη μονή Βατοπεδίου το 1914 κι εκάρη μοναχός σε αυτή το 1916. Το 1926 αναχώρησε της μονής και περιφερόταν στα όριά της επί 35 χρόνια.

Ο ιερομόναχος Χρυσόστομος Μουστάκας, που τον συντάντησε, γράφει στο ωραίο βιβλίο του για το Άγιον Όρος γι’ αυτόν, πως ο σκούφος του από την πολυκαιρία και τον ιδρώτα ειχε χάσει το πρώτο του χρώμα. Ήταν πάντοτε μονοχίτων και ανυπόδητος και ποτέ δεν λούσθηκε. Μόνιμη θερινή τροφή του κυρίως τα σύκα και τον χειμώνα καρύδια, κάστανα, κούμαρα και βελανίδια. Οι χυμοί των σύκων ένωναν τα γένεια του και τα νωπά καρύδια μαύριζαν τα χέρια του με τα’ άκοπα νύχια. Δεν μαγείρευε ποτέ. Αν πήγαινε σε κανένα πανηγύρι έτρωγε με βουλιμία για να τον κατηγορούν ως γαστρίμαργο και άφηνε αβγά στα γένεια του για να τον περιγελούν. Δεν γνώριζε τι να κάνει δύο εκατόδραχμα, που του έδιναν τον χρόνο από το μοναστηριακό ταμείο, στη δεκαετία του 1950. Θεμέλια του μοναχού, αν τον ρωτούσες, απαντούσε πως είναι: «πρώτον υποταγή και συνάμα ταπείνωση». Και αν του έλεγες, γιατί τόση ευτέλεια στην ενδυμασία του, θ’ άκουγες πως: «Όταν σε σκεπάσει το χώμα τα πολυτελή ενδύματα δεν έχουν να σε βοηθήσουν τίποτε». Κουρέλια σκέπαζαν το σώμα του. Ανάμεσα στα βάτα που κρυβόταν, όπου τον διέκρινες με ανοιγμένα χέρια, έμοιαζε με αητό. Κάποτε έκανε τον σαλό και απόφευγε έτσι τους περίεργους θαυμαστές. Έφευγαν εκείνοι, έφευγε και αυτός από τις ρεματιές στα δάση και από τις πλαγιές στα υψώματα. Κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων με δάκρυα. Σιγόψελνε στις αγρυπνίες, παγώνοντας στους νάρθηκες. Τον θεωρούσαν σαλεμένο και τρελό και αυτός χαιρόταν αφάνταστα. Γέροντες με προορατικό χάρισμα τον θαύμαζαν για τη μεγάλη του ταπείνωση.
Ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης στο βιβλίο του για τους Αγιορείτες πατέρες γράφει περί αυτού: «ζούσε σαν πραγματικό πετεινό του ουρανού μέσα στο Άγιον Όρος, κάτω από τον ουράνιο τρούλο του Θεού, γιατί δεν είχε καλύβι, όπως οι άλλοι πατέρες. Ελευθερωμένος λοιπόν από την ματαιότητα,με την αρετή της ακτημοσύνης και σκλαβωμένος από την αγάπη του Θεού, γύριζε στον Άθωνα σαν “καλό αλητάκι” του Χριστού. Όλη του η περιουσία ήταν τα τριμμένα ρούχα που φορούσε, τα ίδια χειμώνα-καλοκαίρι. Στα δε πόδια του είχε τυλιγμένα φαρδιά κουρέλια για κάλτσες, για να μη κατεβαίνει κάτω το λίγο αίμα του από την ορθοστασία στην προσευχή και από τις πορείες του στις κορυφές και λαγκαδιές όπου πήγαινε για να μένη άγνωστος από τους ανθρώπους. Η μεν ψυχή του όλο ενωνόταν με τον Θεό, τα δε ρούχα του όλο και κουρελιαζόταν, αλλά φαίνοταν σαν φτερά, γιατί ο Γέροντας είχε Χάρη Θεού».
Πολλοί τον θεωρούσαν, όπως είπαμε, ανόητο, αλλά ήταν ανόητοι αρκετά. Άνθρωπος μεγάλης αυταπάρνησης, ανιδιοτέλειας και ταπεινώσεως. Γι’ αυτό ήταν πάντοτε μόνος. Μόλις αντιλαμβανόταν ότι καταλάβαιναν την κ| απομακρυνόταν αμέσως για τα βουνά, που φύλαγαν τα μυστικά του. Κορόιδευε έτσι την ανθρώπινη ματαιοδοξία, είχε βαθιά αίσθηση της ματαιότητας της ζωής. Ήταν ένας διά Χριστόν σαλός.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΤΑΞΙ

ΜΙΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ...

1 Μιά μέρα, ο Γέροντας Πορφύριος πήρε τρία πνευματικά του παιδιά, για να τελέσει έναν Εσπερινό σε κάποιο μοναστήρι.

Αρχικά, είπανε να πάνε με τα πόδια• αφού, όμως, περπάτησαν κάποια απόσταση και επειδή ο Γέροντας ήταν κουρασμένος, απoφάσισαν να πάρουν ΤΑΞΙ. Αμέσως φάνηκε ένα ΤΑΞΙ και τα πνευματικά του παιδιά είπαν να του κάνουν νεύμα να σταματήσει.

- Θα σταματήσει μόνος του ο οδηγός• αλλά όταν μπούμε μέσα, μη μιλήσει κανένας στον οδηγό. Μόνον εγώ θα του μιλάω, είπε ο Γέροντας Πορφύριος.

Πράγματι, σταμάτησε χωρίς να του κάνουν νεύμα. Μόλις ξεκίνησε, άρχισε ο οδηγός του ΤΑΞΙ να καταφέρεται εναντίον των κληρικών και να τους κατηγορεί για 1002 πράγματα.


- Έτσι δεν είναι βρε παιδιά;
Τι λέτε κι’ εσείς; έλεγε ο οδηγός του ΤΑΞΙ στα παιδιά, αλλά εκείνα, όμως, «τσιμουδιά», κατά την εντολή του Γέροντος Πορφυρίου.

Αφού, λοιπόν, είδε και αποείδε ότι δεν του απαντούσαν τα παιδιά, στράφηκε στο Γέροντα:


-Έτσι δεν είναι παππούλη; Τι λες κι’ εσύ; Δεν είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα που τα γράφουν κι οι εφημερίδες;


Τού λέει, τότε, ο Γέροντας Πορφύριος:


-
Παιδί μου, θα σού πω μια μικρή ιστορία. Θα σού την πω μία φορά• δεν θα χρειαστεί δεύτερη.

Ήταν ένας άνθρωπος από το τάδε μέρος (το ανέφερε), που είχε έναν ηλικιωμένο γείτονα, ο οποίος είχε ένα μεγάλο κτήμα.
Μιά νύχτα, τον σκότωσε και τον έθαψε. Στη συνέχεια, με διάφορα πλαστά χαρτιά, πήρε το χτήμα του γείτονά του
και το πούλησε. Καί ξέρεις τι αγόρασε με τα χρήματα τα οποία πήρε πουλώντας αυτό το χτήμα; Αγόρασε ένα… ΤΑΞΙ!!! Ο οδηγός, συγκλονισμένος, σταματά στην άκρη του δρόμου.


-Μην πείς τίποτε παππούλη• μόνο εγώ κι’ εσύ το ξέρουμε…


-Όχι, παιδί μου• το ξέρει κι’ ο Θεός! Καί να φροντίσεις από εδώ και μπρός ν’ αλλάξεις ζωή!

ΣΕ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΘΕΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

.......Για την αντιμετώπιση της αναισθησίας της ψυχής, αδελφέ μου, βοηθάει η συνεχής ανάγνωση των θείων Γραφών, οι κατανυκτικοί λόγοι των θεοφόρων Πατέρων, η μνήμη της κρίσεως του Θεού και της εξόδου της ψυχής από το σώμα, της συναντήσεως των φοβερών δυνάμεων, με τις οποίες συνεργάστηκε για το κακό στην ολιγοχρόνια και ελεεινή αυτή ζωή.

Ακόμα η μνήμη της μελλοντικής παραστάσεώς του στο φρικτό και αδέκαστο βήμα του Χριστού, όπου θα του ζητηθεί λόγος ενώπιον του Θεού, όλων των αγίων αγγέλων και όλης γενικά της κτίσεως, όχι μόνον για τις πράξεις , αλλά και για τα λόγια και για τους λογισμούς. Να φέρνεις στο νου σου πάντοτε την απόφαση του φοβερού και δικαίου κριτή σ’ αυτούς που θα βρεθούν στ’ αριστερά Του και θα τους πει: «Φύγετε μακρυά μου , καταραμένοι ,στην αιώνια φωτιά που είναι ετοιμασμένη για το διάβολο και τους αγγέλους του ( Ματθ.25, 41 ) . Είναι επίσης ωφέλιμο να φέρνεις στο νου σου και τις μεγάλες ανθρώπινες θλίψεις , για να μπορέσει λίγο να μαλακώσει η αναίσθητη ψυχή και να έρθει σε συναίσθηση της κακής καταστάσεώς της.

Το ότι παρουσιάζει αδυναμία στην αγάπη για τους αδελφούς, σου συμβαίνει, επειδή δέχεσαι τους λογισμούς που σου υποβάλλουν οι υποψίες και εμπιστεύεσαι στην καρδιά σου. Και ακόμα, επειδή δεν θέλεις να υποφέρεις καθετί που σου συμβαίνει, χωρίς να έχει πριν συγκατατεθεί η προαίρεσή σου. Οφείλεις λοιπόν, με τη βοήθεια του Θεού, πρώτα-πρώτα να μην πιστεύεις καθόλου στις υποψίες σου και να φροντίζεις με όλη σου τη δύναμη να ταπεινώνεσαι στους αδελφούς σου και να κόβεις για χάρη τους το θέλημά σου.

Αν σε βρίσει κανείς απ’ αυτούς ή σε θλίψει ,να προσεύχεσαι πολύ γι’ αυτόν , όπως είπαν οι Πατέρες , σαν να είναι μεγάλος ευεργέτης σου και γιατρός της φιληδονίας σου. Κάνοντας αυτά θα μειωθεί και ο θυμός σου, εφόσον βέβαια, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, «χαλινάρι του θυμού είναι η αγάπη». Πάνω απ’ όλα όμως , παρακάλεσε το Θεό να σου χαρίσει πνευματική αγρύπνια και σύνεση, για να γνωρίσεις ποιο είναι το θέλημα Του, το αγαθό και ευάρεστο και τέλειο. Και ακόμα παρακάλεσέ Τον να σου χαρίσει δύναμη για να είσαι έτοιμος να κάνεις κάθε έργο αγαθό......
Από το βιβλίο: «ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ

Όσιος Δαβίδ ο Γέρων, ο εν Ευβοία (16ος αι.)


Καταγόταν από το χωριό Γαρδινίτσα Λοκρίδος και ήταν υϊός ιερέως. Τρίχρονος ακόμη της του Τιμίου Προδρόμου «επισκοπής και εμφανείας έτυχε, παραδόξως αυτώ οφθέντι και οδηγήσαντι τούτον εν τω ιδίω ιερώ σήκω». Από τότε «ανήγετο εν φόβω Κυρίου, ταίς θείαις μελέταις τρεφόμενος». Μόλις δεκαπέντε ετών φορά το μοναχικό σχήμα, από τον μετέπειτα μητροπολίτη Ναυπάκτου Ακάκιο.

Κατόπιν ήλθε «εις τον λιμένα της αρετής», το Άγιον Όρος, στη μονή της Μεγίστης Λαύρας, όπου «πάν είδος ταμιευσάμενος ενάρετου επιδόσεως», επέστρεψε στη μονή πού ρασοφόρεσε. Συνέχισε τον αγώνα του «αδιακρίτω υπακοή και πλούτω βαθείας φρονήσεως, ή παιδιόθεν συνήκμασεν, εξού και το επώνυμον του Γέροντος είληφε».

Για τον πλούτο των αρετών του χειροτονήθηκε Ιερεύς και έγινε ηγούμενος της μονής της Παναγίας της Βαρνάκοβας, πού είναι κοντά στη Ναύπακτο. Αρνήθηκε επίμονα να χειροτονηθεί αρχιερεύς, παρά την αξιωσύνη του. Όταν λειτουργούσε, ήταν περικυκλωμένος από θείο φως και στεκόταν ψηλά από τη γή.

Ασκήθηκε στο όρος Στείριο και κατέληξε στην πλησίον της Λίμνης Ευβοίας ορεινή περιοχή, όπου συνέστησε τη μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Συγκέντρωσε πολλούς φίλους της αρετής ως μαθητές, «της φήμης αυτού πανταχού εξεληλυθυίας». Έκανε πολλές ελεημοσύνες, περιόδευε διάφορες μητροπόλεις και με την ευλογία των αρχιερέων κήρυττε τον λόγο του Θεού στα διψασμένα πλήθη του υπόδουλου Γένους.

Τέλος, «πλείστα θαύματα κατεργασάμενος, και πολλούς οδηγήσας προς σωτηρίαν, και μέγας φανείς εν λόγω και έργω, και προειπών την προς Χριστόν ανάλυσιν, εκοιμήθη τον Οσίοις πρέποντα ύπνον». Οι τελευταίοι λόγοι του προς τους μαθητές του ήταν: «Ιδού, αδελφοί, ο Δεσπότης Χριστός ήλθεν».

Τα τίμια λείψανα του θαυματουργού οσίου Δαβίδ φυλάγονται στη μονή του, καθώς και προσωπικά του αντικείμενα. Τον βίο του έγραψε ο μαθητής του Χριστόφορος. Ο βίος και η ακολουθία του εξοδόθησαν αρκετές φορές. Ακολουθίες νεώτερες συνέθεσαν ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης και ο Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας.
Η μνήμη του τιμάται την 1η Νοεμβρίου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...