Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Οσιομάρτυς Μακάριος από την Κίο της Βιθυνίας (†1590) Μνήμη 6 Οκτωβρίου


 
Ο οσιομάρτυς Μακάριος καταγόταν από την Κίο της Βιθυνίας. Από μικρό οι ευσεβείς γονείς του τον έβαλαν κοντά σε κάποιο ράφτη για να μαθαίνει την τέχνη. Ο ράφτης, μαζί με την τέχνη, του μάθαινε να ζει με ευσέβεια, να ζει συνειδητά την ορθόδοξη πίστη.
Όταν ο άγιος ήταν δεκαοκτώ ετών ο πατέρας του αρνήθηκε με τη θέλησή του τον Χριστό και έγινε μουσουλμάνος, πήγε δε και κατοίκησε στην Προύσα, επειδή εκεί βρισκόντουσαν πολλοί αγαρηνοί.
Κάποια μέρα ο άγιος, Μανουήλ ονομαζόμενος τότε, πήγε στην Προύσα ν' αγοράσει υλικά για την τέχνη του. Συνέβη όμως να τον συναντήσει ο εξωμότης πατέρας του στην αγορά. Τότε ο ασεβέστατος τον έσυρε βίαια στο δικαστήριο λέγοντας ότι, τον καιρό που εξώμοσε αυτός, είχε υποσχεθεί και ο γιος του να εξωμόσει. Ο νέος φυσικά αρνιόταν πως έδωσε τέτοια υπόσχεση. Όμως οι μουσουλμάνοι, που είχαν συγκεντρωθεί, δέρνοντάς τον και πιέζοντάς τον του έκαναν δια της βίας περιτομή.
Μετά από λίγες ημέρες ο Μανουήλ βρήκε ευκαιρία και πήγε στο Άγιον Όρος, στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Εκεί υποτάχθηκε σε κάποιο ενάρετο γέροντα ο οποίος τον έκειρε μοναχό με το όνομα Μακάριος. Ο άγιος ως μοναχός εκτός από την υπακοή έκανε πολλούς πνευματικούς αγώνες και σκληραγωγίες. Έκλαιγε κάθε μέρα για την ακούσια «άρνησή» του.
Αφού έμεινε στη Σκήτη της Αγίας Άννης δώδεκα χρόνια, άναψε μέσα του ο ασυγκράτητος πόθος για ομολογία και μαρτύριο. Ο γέροντάς του αφού συμβουλεύτηκε και άλλους διακριτικούς πατέρες συμφώνησε και με τις ευχές των πατέρων αναχώρησε.
Αρχικά πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου πήγε στον νομοκράτορα των Τούρκων και ζήτησε και πήρε έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ότι, όποιος γίνει μουσουλμάνος χωρίς τη θέλησή του, μπορεί να επιστρέψει στην προτέρα του πίστη χωρίς να τον εμποδίσουν. Κατόπιν πήγε στο νησί της Χάλκης όπου έμεινε στη Μονή της Αγίας Τριάδος και εκεί εμήνυσε της μητέρας του και ήλθε από την Κίο , συναντήθηκαν, της έδωσε μια μικρή εικόνα της Παναγίας πού είχε φέρει από το Άγιο Όρος και την έστειλε πίσω στην πατρίδα του χωρίς να της φανερώσει τον σκοπό του για το μαρτύριο.
Σε λίγες ημέρες και αφού φύλαξε σε μια γωνιά του μοναστηριού το αγγελικό σχήμα, το πολυσταύρι και το κουκούλι, για να μη τα βρουν οι ασεβείς και τα καταπατήσουν, πήγε με τα μοναχικά ενδύματα στην Προύσα.
Μόλις τον είδαν οι Τούρκοι αμέσως τον αναγνώρισαν και τον συνέλαβαν. Στην ερώτησή τους γιατί άφησε την πίστη στο Ισλάμ τους απάντησε με θάρρος:
Κατάλαβα πως η πίστη σας είναι ψεύτικη και μολυσμένη γι' αυτό την άφησα και επέστρεψα στη δική μου, την αληθινή. Σας συμβουλεύω και εσάς ν' αρνηθείτε τέτοια πίστη ψεύτικη και ακάθαρτη, ν' αναθεματίσετε τον Μωάμεθ και να πιστέψετε στον Κύριο Ιησού Χριστό, να βαπτισθείτε για να γλυτώσετε την αιώνια κόλαση και να κληρονομήσετε την αιώνια ζωή.
Όταν τ' άκουσαν όρμησαν να τον ξεσχίσουν και, δέρνοντάς τον, τον πήγαν στο δικαστήριο λέγοντας ότι έβρισε την πίστη μας, αναθεμάτισε τον Μωάμεθ κι ενώ από μόνος του είχε έρθει στην πίστη μας, θεωρώντας την καλύτερη, τώρα επέστρεψε στη δική του και τη δική μας τη βρίζει και την περιφρονεί. Όταν τ' άκουσε αυτά ο δικαστής του είπε:
Εσύ από μόνος σου ήρθες στην πίστη μας θεωρώντας την καλύτερη από τη δική σου και τώρα την αρνήθηκες και γύρισες στη δική σου κι έγινες και καλόγηρος. Τώρα γρήγορα να έρθεις στην πίστη μας και θα σε τιμήσουμε και θα σου δώσουμε και πολλά δώρα ειδ' άλλως θα διαλύσω τις σάρκες σου με τα βασανιστήρια.
Εγώ την πίστη σας, του απάντησε ο άγιος, ποτέ δεν την αγάπησα αλλά με τη βία και χωρίς τη θέλησή μου μου έκαναν περιτομή κι αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι ομόπιστοί σου κι ας ομολογήσουν την αλήθεια. Εγώ ποτέ δεν αρνήθηκα τον Χριστό μου και ούτε τον αρνούμαι, με κανένα τρόπο. Και έδωσε ήρεμα στον κριτή το έγγραφο του μουλά (ιεροδικαστή). Ο δικαστής είδε το έγγραφο, ίσως και να σπλαχνίστηκε τον νέο και έκρινε δίκαιο να τον αφήσει ελεύθερο .
Μαζεύτηκαν όμως οι Τούρκοι και κατηγορούσαν τον δικαστή πως δεν είναι συνειδητός μουσουλμάνος και ενώ θα έπρεπε να πιέζει τους απίστους να γίνουν μουσουλμάνοι αδιαφορεί και μάλιστα αυτούς που φεύγουν από την πίστη του Ισλάμ δεν τους τιμωρεί, όπως κι εκείνον τον καλόγηρο. Τον απειλούσαν μάλιστα πως θα του κάνουν και αναφορά στον Σουλτάνο για να τον τιμωρήσει. Ο δικαστής μεταμελήθηκε τότε, φοβήθηκε, συνέλαβε ξανά τον άγιο και προσπαθούσε είτε με το καλό είτε με το κακό να τον κάνει ν' αλλαξοπιστήσει. Ο άγιος όμως ήταν σταθερός στην ομολογία του και στο επιχείρημα του δικαστή ότι η πίστη τους είναι η αληθινή γιατί έχουν την εξουσία και πολλά υλικά αγαθά ο άγιος πρόβαλε το πρόσκαιρο και φθαρτό των επιγείων πραγμάτων σε αντίθεση με την αιώνια και άφθαρτη βασιλεία του Χριστού καθώς και την ατελεύτητη κόλαση που περιμένει τους ασεβείς.
Τότε θύμωσε ο δικαστής και διέταξε να βασανίσουν τον άγιο. Πρόσταξε να τον κρεμάσουν από τις μασχάλες έτσι ώστε ν' αγγίζουν οι άκρες των δακτύλων των ποδιών του στη γη χωρίς να μπορεί να πατήσει ολόκληρο το πέλμα και μια φορά την ημέρα να τον κατεβάζουν και να τον δέρνουν. Και αφού υπέμεινε ο μάρτυς αυτό το βασανιστήριο για σαράντα ημέρες, πρόσταξε ο ηγεμόνας να τον φέρουν μπροστά του, πιστεύοντας ότι θα υποχωρήσει. Αλλά αποδείχθηκαν μάταιες οι προσπάθειες του δικαστή που διέταξε τώρα να κατεβάσουν τον άγιο κατακέφαλα σε ένα ξεροπήγαδο και πάλι να τον ανεβάζουν μια φορά την ημέρα και να τον δέρνουν.
Υπέμεινε αυτό το βασανιστήριο για ενενήντα ημέρες. Μια νύχτα εμφανίστηκε το άκτιστο φως στο ξεροπήγαδο, ακούστηκαν αγγελικές υμνωδίες και μια θαυμάσια ευωδία. Ο πατέρας του αγίου, που ήταν παρών σ' όλα τα βάσανα και τις ανακρίσεις που έκαναν του αγίου, έσκυψε να δει τι είναι αυτό και αμέσως τυφλώθηκε, ως ακάθαρτος που ήταν, και έμεινε τυφλός ως το τέλος της ζωής του. Αντίθετα ένας μουσουλμάνος κατάδικος και αυτός μέσα στο ξεροπήγαδο πίστεψε και βαφτίστηκε και μαρτύρησε για τον Χριστό.
Ο δικαστής που έμαθε όλα αυτά διέταξε να φέρουν τον μάρτυρα μπροστά του και τον ρώτησε τι ήταν όλα αυτά τα θαυμάσια που είχαν συμβεί. Ο άγιος του απήντησε ότι όποιος πιστεύει στον Χριστό όχι μόνο αυτά μπορεί να δει αλλά και άλλα μεγαλύτερα. Και άρχισε να λέγει διάφορα από την Αγία Γραφή, την οποία είχε διδαχθεί στο Άγιο Όρος, όλοι δε οι παριστάμενοι μουσουλμάνοι τον άκουγαν με ενδιαφέρον.
Ο δικαστής τότε φοβήθηκε μήπως πιστέψουν και άλλοι Τούρκοι στον Χριστό και διέταξε να τον βγάλουν έξω από την Προύσα σ' ένα χείμαρρο και να τον φονεύσουν.
Πράγματι η διαταγή εκτελέστηκε. Αρχικά τον λιθοβόλησαν και κατόπιν τον αποκεφάλισαν. Αμέσως άρχισαν αστραπές και βροντές και μεγάλη αναστάτωση τόσο που τρομοκρατήθηκαν οι δήμιοι και παραλίγο θα σκοτωνόντουσαν, αν δεν έβρισκαν κάπου καταφύγιο.
Έμεινε δε το άγιο λείψανο άταφο στον χείμαρρο. Οι Χριστιανοί κάθε βράδυ έβλεπαν ουράνιο φως να κατεβαίνει πάνω στο λείψανο του αγίου. Κάποιοι ευλαβείς Χριστιανοί τόλμησαν τέλος και ενταφίασαν κρυφά τον άγιο.
Όταν αργότερα του έκαναν ανακομιδή, έστειλαν την αγία κάρα του στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου ασκήτευε, έστειλαν και στην μητέρα του μέρος από αυτόν και τα υπόλοιπα λείψανά του καθιέρωσαν την Αγία Τράπεζα της Αγίας Τριάδος στην πατρίδα του. Κάποια μοιράστηκαν και στην Προύσα για τον αγιασμό των πιστών.
 Πηγή: ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Μοναχού Μωυσέως, Αγιορείτου

H διαθήκη του κτίτορος της ρουμάνικης σκήτης Οσίου γέροντος Νήφωνος Ιερομονάχου

Του  Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε 

 Ες τό νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος. μήν.

γώ πογεγραμμένος Νήφων Μεγαλόσχημος ερομόναχος, βλέποντας τόν αυτό μου πολύ δύνατον, λόγ τν γηρατειν καί ερισκόμενον πλησίον το θανάτου, πειδή δέν γνωρίζω οτε τήν μέρα, οτε τήν ρα στήν ποία θά μέ καλέση Δίκαιος Κριτής ν᾿ πολογηθ γιά τίς μαρτίες μου, θεώρησα ς πατρικό μου καθκον νά φήσω σ᾿ἐσς, τά πνευματικά μου παιδιά, ατούς τούς λίγους λόγους καί τελευταα νά σς παρακαλέσω νά μνημονεύετε καί μένα τόν Πνευματικό σας Πατέρα, ν καί δέν μουν ξιος νά εμαι πνευματικός σας δηγός καί διδάσκαλος.
Λοιπόν, γώ, τώρα παιδιά μου, πηγαίνω πρός τόν Δίκαιον Κριτήν, διότι δη φθασε καιρός τς μς ναχωρήσεως. ν σες, πειδή χετε κόμη καιρό μπροστά σας, πρέπει νά φροντίσετε γιά τίς ψυχές σας, γνωρίζοντας πολύ καλά, τι μετά τήν πάροδο ατς τς ζως, δέν μς φελε πλέον τίποτε μετάνοια.
πότε ατός εναι λοιπόν καιρός τν σκητικν πόνων, ν στήν λλη ζωή καιρός τν στεφάνων καί μοιβν. λα τά εχάριστα καί εθυμα ατο το κόσμου, τά ποα γιά λίγο διάστημα τέρπουν καί χαροποιον τίς ασθήσεις το σώματος, μέσως μς γκαταλείπουν καί χάνονται.
χαρά μως καί εφροσύνη τν πέραν το τάφου γαθν εναι παντοτεινή καί αώνιος.
Εναι γνωστόν,τι λόγ προσεξίας καί μελείας μας πέφτουμε πό τήν γάπη καί τόν πόθο τν φθάρτων γαθν. Γι᾿ ατό σς λέγω: Νά γωνιζώμεθα μέ λες τίς δυνάμεις μας μέ τήν βοήθεια το Κυρίου μας ησο Χριστο καί τς Παναχράντου Μητρός Του γιά τήν κπλήρωσι τν σωτηρίων ντολν Του: γιά τήν πίστι, τήν πίστι, τήν γάπη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον.
Διότι Θεός, πως λέγει τό Εαγγέλιο «γάπη στι καί μένων ν τ γάπ, ν τ Θε μένει καί Θεός ν ατ» (Α’ωάν.4,16). κόμη μς λέγει Σωτήρ: «ν τούτ γνώσονται πάντες, τι μοί μαθηταί στε, άν γάπην χητε ν λλήλοις»(ωάν.13,35).
Καί πόστολος πάλι λέγει: «Καί άν χω προφητείαν...καί πσαν γνσιν...γάπην δέ μή χω οδέν εμι» (Α΄Κορ.13,2). κτός πό τήν γάπη νά χουμε καί τήν καθαρότητα το σώματός μας, γιά νά κατοικ μέσα μας τό γιο Πνεμα, σάν σέ να γιασμένο τόπο, τό ποον νά πλημμυρίζη θεία εωδία καί γιαστική χάρις.
πίσης ν᾿ γωνίζεσθε μέ λες τίς δυνάμεις σας γιά νά φυλάξετε τήν ερήνην μεταξύ σας, στε, άν συμβ νά φιλονεικήσετε, νά μή δύση λιος καί εσθε κόμη συμφιλίωτοι, πως λέγει πόστολος, λλά τήν δια μέρα νά συμφιλιώνεσθε καί νά πιφέρετε τήν γάπην μεταξύ σας, διότι χωρίς ατήν εναι δύνατον νά δτε τόν Χριστόν, τόν λιον της Δικαιοσύνης.
ν γιά τά πάθη καί τούς μπαθες λογισμούς νά πλιζώμεθα μέ τήν  νηστεία, τήν γρυπνία καί περισσότερο π᾿ λα μέ τήν γία προσευχή, τήν μνήμη το θανάτου, στε τσι νά τοιμαζώμαθε κάθε ρα γιά τήν ξοδο π᾿ ατή τήν ζωή καί τήν συνάντησι μέ τόν Κύριο.
Ατά τά λίγα πό τά πολλά σς φήνω, Πατέρες καί δελφοί μου. σες μως, ς καλοί ργάτες τν ρετν, μπορετε νά προσθέσετε καί περισσότερα. Καί πάλιν πιθυμ νά τονίσω τόν ξς λόγον μου: Νά χετε γάπην μεταξύ σας, νά εσθε ταπεινοί, πάκουοι, γαθοί καί νά ποτάσσεσθε στόν Γέροντά σας καί νας στόν λλον.
Νά μή πωθτε νας τόν λλον. Πρωτοκαθεδρίες καί ξιώματα νά μή πιζητήσετε, διότι ατές ο πιθυμίες πολύ τραυματίζουν τήν ψυχή. Πρέπει καλά νά γνωρίζετε ατά πού μς λέγει Σωτήρ: «ς άν θέλη ν μν εναι πρτος, σται μν δολος»(Ματ.20,27). Νά γίνουμε λοιπόν μες καλλίτεροι πό τόν Σωτήρα μας, ποος πλυνε τά πόδια των μαθητν Του; Καί χι μόνον τν ποστόλων, λλά κι ατο το προδότου Του ούδα, λλά καί λλες ταπεινωτικές πηρεσίες κανε πρός τούς μαθητάς Του.
Κι ατά γίνονται φανερά πό τόν λόγο Του πού λέγει: «Οκ λθον διακονηθναι, λλά διακονσαι» (Ματ.20,28). Νά συγχωρτε μέ προθυμία νας τόν λλον, ταν θά σς συμβαίνει κάποια διένεξις μεταξύ σας. Διότι λέγει πόστολος: «λλήλων τά βάρη βαστάζετε, καί οτως ναπληρώσατε τόν νόμον το Χριστο» (Γαλ.6,2).
Γι᾿ ατό καί γώ, φο επα ατά, βλέποντας τι πλησιάζει τό τέλος μου καί προγνωρίζοντας τι θά μο εναι πλέον δύνατον νά δωθομε καί πάλι σ᾿ ατή τήν ζωή καί χωριζόμενος πό σς, παρακαλ κανείς πό σς νά μήν εναι ργισμένος ναντίον μου.
Γι᾿ ατό γραψα ατή τήν ταπεινή διαθήκη, τώρα πού ερίσκομαι κόμη ναμεταξύ σας, νά ζητήσω συγχώρησι πό λους σας, γιά κάθε παράπτωμά μου πού ς νθρωπος σφαλα πέναντί σας. μοίως καί γώ σς συγχωρ λους γιά ,τι ς νθρωποι πράξατε. λλά καί πάλι σς ζητ συγχώρησι καί σς λέγω μέ λη μου τήν καρδιά: Συγχωρήσατέ μοι. Συγχωρήσατέ μοι.
Συγχωρήσατέ μοι, Πατέρες καί δελφοί γιά ,τι κακό καμα πέναντί σας ς νθρωπος. Καί πάλι τώρα καί γώ μέ λη μου τήν καρδιά ν νόματι το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος, σς συγχωρ καί σς λύνω κάθε μάρτημα πού κάνατε ς νθρωποι καί σες σέ μένα. Καί σάκις σς καταράσθηκα σς πετίμησα, τώρα σς συγχωρ καί σς λύνω μέ λη μου τήν καρδιά, λέγοντας: Θεός νά σς συγχωρήση! Θεός νά σς συγχωρήση!  Καί πό μένα τόν μαρτωλό καί νάξιο νά χετε τήν ελογία καί συγχώρησί μου στόν παρόντα καί στόν μέλλοντα αἰῶνα. μήν, μήν, μήν.
Ατή διαθήκη γράφθηκε στό γιον ρος θω στήν ταπεινή σπηλιά, τιμωμένη στήν Γέννησι το ησο Χριστο, τό τος 1898, στίς 15 Αγούστου.
ερομόναχος Νήφων Μεγαλόσχημος

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Όσιος Σάββας ο Βατοπαιδινός, ο δια Χριστόν σαλός (†1349) Μνήμη 5 Οκτωβρίου


Ο όσιος Σάββας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη περί το 1280 από λίαν ενάρετους γονείς, οι όποιοι τελικά μόνασαν. Ο άριστος βιογράφος του οσίου και γνώριμος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος τους εγκωμιάζει θαυμάσια. Ο όσιος ονομαζόταν κατά κόσμον Στέφανος. Έλαβε καλή βασική μόρφωση και από νωρίς αγάπησε θερμά την αρετή, τη σωφροσύνη, την εγκράτεια και την ταπείνωση, ώστε ηταν σε όλους πολύ αγαπητός.
Νέος αφήνει πατρίδα, γένος, υπόληψη και πατρική αγάπη και έρχεται στο Άγιον Όρος. «Εισέρχεται στον ιερό Άθωνα, τον όντως χρυσό και αγαπητό Άθωνα, τον πρόξενο των καλυτέρων αγαθών σε μένα απ’ οτιδήποτε άλλο» κατά τον άγιο βιογράφο του. Τίθεται στην υπακοή σεβάσμιου και έμπειρου Γέροντος στην περιοχη των Καρυών σε κελλί Βατοπαιδινό. Στην κουρά του λαμβάνει το όνομα Σάββας. Υπόμενε καρτερικά την αυστηρότητα του Γέροντος του και τη σκληρότητα της υπερβολικής του εγκράτειας. Η πείνα, η δίψα, η ολονύκτια αγρυπνία, η ορθοστασία, η δέηση τον συνόδευαν πάντοτε. Ο αυστηρός του Γέροντας του ηταν λίαν αγαπητός, αφού τον θεωρούσε βέβαιο οδηγό της σωτηρίας του. Ο ίδιος ηταν πολύ αγαπητός σε όλους τους συνασκητές του και χαίρονταν τη συνομιλία του. Λόγω της μεγάλης του ταπεινοφροσύνης αρνήθηκε να δεχθεί την ιερωσύνη. Βλέποντας πως δεν εισακούεται, την ημέρα της χειροτονίας του κρύφθηκε σε μέρος που αδυνατούσαν να τον ανακαλύψουν. Χαρακτηριστικά γεγονότα φανερώνουν το μέγεθος της ανυπόκριτης φιλαδελφίας του, όταν σε μακρά οδοιπορία λαβαίνει στον ώμο του τα πράγματα και τον ίδιο τον αδελφό του συνοδοιπόρο του. Λόγω επιδρομών των Καταλανών ο Γέροντας του αναχωρεί με άλλους πατέρες για μονή της Θεοτόκου της Θεσσαλονίκης. Ο ϊδιος μή θέλοντας να έχει τις περιποιήσεις των γονέων και τις κολακείες των γνωστών, φίλων και συγγενών, αναχωρεί για τα νησιά Λήμνο, Λέσβο και Χίο και καταλήγει στη Μικρά Ασία, στην Έφεσο. Επισκέπτεται την Πάτμο και άλλα νησιά και καταλήγει στην Κύπρο.
Μετά απόθερμή και ένδακρυ προσευχή αποφασίζει ν’ ακολουθήσει τη δύσκολη οδό της διά Χριστόν σαλότητος, απορρίπτοντας όλα τα ρούχα του και περιφερόμενος στα βουνά άστεγος και γυμνός, αλλά και στις πόλεις άγνωστος, αμίλητος, άσιτος και απρόσιτος. Νεκρός για τον κόσμο ζούσε με συνεχή νηστεία η μάλλον ασιτία. Έφθανε να τρώει μία φορά την εβδομάδα μόνο άγρια χόρτα. Δεν είχε στρώμα, στέγη, ένδυση, φιλία και γνωριμία. Ζούσε πράγματι μια ζωή σπάνια, υπερφυή, απερίγραπτη, ασυνήθιστη κι απίθανη. Εκτεθειμένος στον καύσωνα, στο ψύχος, στην καταιγίδα, τη νεροποντή, τον άνεμο, τα θηρία, τα ερπετά, και τη στέρηση απορούσε κανείς πως δεν τον επισκεπτόταν ο θάνατος. Έτσι όμως έγινε θαυμαστός στους αγγέλους και μισητός στους δαίμονες. Ο σοφός περιφερόταν ώς άσοφος και μωρός διά Χριστόν κατά τον θειο Παύλο. Αρκετοί τον θεωρούσαν παράφρονα και τον περιφρονούσαν και απομακρύνονταν από κοντά του. Μερικοί άρχιζαν να τον σέβονται και να τον τιμούν, υποψιαζόμενοι τον μυστικό άγώνα του και την επιλεγμένη σιωπή του. Με τα αγωνίσματα του πολεμούσε τη μαλθακότητα της ηδονής, την παραδοξότητα της αλαζονείας, τη θρασύτητα της υπεροψίας και την κακότητα της εμπάθειας. Ορισμένοι τον παρεξηγούσαν, τον υποπτεύονταν, τον έβριζαν κι έφθασαν να τον δείρουν ανελέητα. Εκείνος όμως είχε μια υπέροχη συγχωρητικότητα και θεωρούσε τις κατ’ αυτού ενέργειες των ανθρώπων καθαρά δαιμονοκίνητες. Ο δαίμονας όταν έβλεπε οι έντεχνες παγίδες του να καταστρέφονται από τον επιτήδειο ασκητή, του έσπερνε μύριους δεξιούς λογισμούς περί υψηλής αγιότητός του και απομακρύνσεως από την οδό που βαδίζει μέσα στον κόσμο με τόσες περιπέτειες. Μα δεν κατάφερε τίποτε να κερδίσει από τον ταπεινό εργάτη του ευαγγελίου. Κάποτε που εισήλθε σε ένα μοναστήρι παπικών που γευμάτιζαν εξήλθε αιμόφυρτος από το ξύλο που του έδωσαν θεωρώντας τον ώς απατεώνα. Παντού και πάντοτε διατηρούσε τη σιωπή, τη νήψη, την προσευχή και την ταπείνωση. “Εφθασε όμως ο καιρός που η περιφρόνηση, η κακομεταχείριση και η υβρεολογία μετατράπηκε σε θαυμασμό, δόξα και τιμή για τον όσιο. Ο ευλαβής κυπριακός λαός άρχισε να τον τιμά ώς άγιο, ενώ ακόμη ζούσε, με ιδιαίτερη αγάπη. Η τιμή όμως ενοχλούσε υπερβολικά τον άνθρωπο του Θεού, όπως άλλους η ατιμία, και έτσι αποφάσισε την αναχώρηση από τη μεγαλόνησο, όπου έζησε πολυ καιρό με υπερθαύμαστους άγώνες.
Βαρύ πένθος κατέλαβε τους Κύπριους με την αποχώρηση του. Μετά από περιπέτειες έφθασε στους Αγίους Τόπους και έγινε ταπεινός προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των άλλων πανίερων προσκυνημάτων. Κατόπιν επισκέφθηκε το θεοβάδιστο όρος Σινά ώς αρχάριος και ανίδεος με την ανυπέρβλητη και πρωτοφανή μετριοφροσύνη του. Επιστρέφει στα Ιεροσόλυμα και εγκλείεται στα ασκητήρια πέραν του Ιορδάνου προσευχόμενος θερμά και αδιάλειπτα. Οί δαίμονες ξεσήκωσαν δυνατό πόλεμο εναντίον του ακατάφερτα, αφού είχαν να κάνουν με άφοβο και γενναίο άθλητή του πνεύματος, που δεν κάμπτεται και δειλιάζει εύκολα. Παρά τη σωματική του καχεξία, την αδυναμία και τους δαιμονικούς δαρμούς, η καρδιά του μένει προσηλωμένη στον Κύριο της δόξης, που τον αξιώνει άρρητης θεοψίας και θείας φωτοχυσίας. Η αγάπη του ηταν μεγάλη για την αφάνεια, την ασημότητα, την αδοξία και τη μυστικότητα. Ο θεός όμως τον φανέρωνε προς ωφέλεια πολλών, που συνέτρεχαν από παντού, διδάσκονταν από τη σιωπή του και ευφραίνονταν από τη γαλήνη της θέας του προσώπου του. Αρκούνταν σε μερικά νεύματα και φιλούσε τα πόδια τους. Όλοι τον είχαν για μεγάλο άγιο.
Φοβούμενος τη δόξα των ανθρώπων αναχώρησε πάλι κρυφά στη βαθύτερη έρημο για μεγαλύτερη άσκηση, ώστε να αποκάμει και να τον υπηρετούν άγγελοι. Ο Χριστός του φανερώθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε άρρητο φως και αυτή ηταν η μεγαλύτερη χαρά του. Νέοι κίνδυνοι και νέοι φοβεροί πειρασμοί τον οδήγησαν πλησίον του θανάτου, αλλά υπήρξαν αγγελοφάνειες κι ανείπωτες θειες παραμυθίες. Εισήλθε στη μονή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, όπου έγινε γνωστός και του απέδωσαν μεγάλες τιμές μοναχοί και λαϊκοί που συνέτρεξαν να τον δούν. Εκείνος όμως έμεινε ατάραχος στη φίλη ησυχία και προσευχή, αντιστεκόμενος σταθερά στις δαιμονικές πλεκτάνες. Οί δαίμονες τα έχασαν μαζί του με τη μόνιμη ανδρεία στάση του και την υπέρμετρη άσκησή του. Δεν ηξεραν τί άλλο φοβερό να του κάνουν. Συνεχώς τους καταντρόπιαζε. Τελικά τον άφησαν ησυχο, αφού είδαν ότι ο εναντίον του πόλεμός τους τον έκανε αγιώτερο. Έφθασε να μεταστεί σωματικά, ύστερα από σαρανταήμερη τελεία νηστεία, ορθοστασία κι αγρυπνία. θα νό μιζε κανείς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του, ότι πρόκειται για ακίνητο άγαλμα. Είδε για τρίτη φορά τον Χριστό μέσα σε απειρόκαλο φως και γέμισε από ανεκλάλητη ευφροσύνη, γενόμενος υιός φωτός, συνομιλητής αγγέλων, φωτοφόρος και θεοφόρος, φωτόμορφο τέκνο της Εκκλησίας, μακάριος για την καθαρότητα της καρδιάς του, λαμβάνοντας την παύλεια υιοθεσία και γευόμενος το άκτιστο θαβώρειο φως, ώς πιστός μαθητής του Κυρίου. Στη συνέχεια της ζωής του έμενε αναπόσπαστος στη θέα της καταπληκτικής εκείνης θεοφάνειας. Γι’ αυτό και δεν εκινείτο διόλου, αλλά έμενε στο ίδιο μέρος ακίνητος επί πολύ. Κατόπιν αποφάσισε να πάει υποτακτικός στο κοινόβιο του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη, προς έκπληξη των εκεί μοναζόντων, όπου ανέλαβε το διακόνημα του εκκλησιαστικού. Η θεία χάρη που είχε μέσα του τον έκανε να επιτελεί θαύματα, να ημερεύει λιοντάρια και να τον υπακούουν. Με θεϊκή δι’ αγγέλου εντολή αναχώρησε από το μοναστήρι. Οι μοναχοί τον αποχωρίσθηκαν θλιμμένοι. Στα Ιεροσόλυμα τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές. Πορεύθηκε προς τη Δαμασκό και την Αντιόχεια της Συρίας. Στον δρόμο του συνάντησε μια γυναίκα με το νεκρό παιδι της στην αγκαλιά της. Βλέποντας τα δάκρυά της και τις παρακλήσεις της το ανέστησε. Για να αποφύγει τις τιμές αναχώρησε αμέσως αλλάζοντας δρόμο. Και άλλοτε πραγματοποίησε το ίδιο θαύμα.
Με πλοίο έφθασε στην Κρήτη, όπου επί διετία ασκήθηκε στα έρημα βουνά της με υπερθαύμαστο και υπεράνθρωπο τρόπο, ώστε να ασθενήσει. Κατόπιν μετέβη στην Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ηράκλεια και την Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε σιωπηλός κι έγκλειστος στη μονή του Αγίου Διομήδους. Η φήμη όμως δεν μπόρεσε πάλι να κρυφτεί. Τον αναζήτησε ο πατριάρχης Ησαΐας και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ ο Παλαιολόγος. Του ζητήθηκε και υπέγραψε ορθή ομολογία πίστεως, που κατανύσει τους πάντες και τους κάνει να τον τιμούν και να τον μεγαλύνουν. Έτσι ώς φυγόδοξος έφυγε ξανά για μακρυά.
Επέστρεψε στο Άγιον Όρος, το περιόδευσε σιωπηλός και ηλθε στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου είχε επιστρέψει και ο Γέροντάς του και είχε μακάρια αναπαυθεί. Ο πάντα ταπεινόφρων Σάββας προτίμησε την υπακοή. Ελυσε τη σιωπή του και έγινε ξανά εκκλησιαστικός, ψάλτης, αναγνώστης, τραπεζάρης και νοσοκόμος. Σε όλα τα διακονήματα ηταν πρόθυμος, ακριβής, προσεκτικός και αποδοτικός. Υπόδειγμα μοναχού, κυρίως στο ναό, αλλά και στο διακόνημα και στο κελλί του. Δίδασκε με το βιωμένο του παράδειγμα, το υφος και το ηθος του, τη στάση του, και την προσευχή του. Είχε πλούσια βιώματα από τη νήψη και τη θεωρία, που γίνονταν αντιληπτά από τη χαρά του και τα πολλά του δάκρυα. «Όλη η Βατοπαιδινή αδελφότητα τον παρακαλούσε να. δεχθεί την ιερωσύνη, μα στάθηκε αδύνατον, θέλοντας ν’ ασχολείται μόνο με τον εαυτό του κι όχι με τους άλλους. Απόφευγε πάντα τις τιμές, αγαπούσε υπερβολικά την ταπείνωση κι υπόμενε τις δοκιμασίες, τρέφοντας περισσή αγάπη στον ηγούμενο και τους αδελφούς του, που τους δίδασκε όλους με την ησυχη κι απαθή ζωή του. Η ζωή του στο Βατοπαίδι ηταν γεμάτη από θεοφάνειες κι αγγελοφάνειες».
Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1341-1347) οι Βατοπαιδινοί αδελφοί του και οι Αγιορείτες πατέρες τον πίεσαν αφόρητα να ηγηθεί ειρηνευτικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να τερματισθεί ο φοβερός εμφύλιος σπαραγμός. Υπάκουσε ξανά, παρότι προείδε και προείπε ότι η αποστολή τους δεν θα έχει αίσιο τέλος. Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έπι μία εξαετία αφοσιώθηκε στην προσευχή, αφού οι λόγοι του περι ειρήνης και ομονοίας δεν εισακούονταν. Οί ένδακρεις προσευχές του για τον παρασυρμό των ανθρώπων από τα άγρια πάθη ηταν συνεχείς ενώ οι λόγοι του υπέρ συμφιλιώσεως των αντιμαχόμενων πολύ λίγοι. Με σκληρά λόγια, για πρώτη φορά, μίλησε κατά του Ανδρέα Παλαιολόγου, που ηγείτο του κινήματος των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη και ηταν υπαίτιος πολλών αιματοχυσιών κι ανθρωποκτονιών. Συνέχεια των πολιτικών ταραχών υπήρξαν οι εκκλησιαστικές έριδες με αρχηγό τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό, φοβερό πολέμιο του ιερού ησυχασμού και ύποκειμενικό ερμηνευτή των θείων δογμάτων. Ο όσιος Σάββας κατόπιν ουρανίων αποκαλύψεων έγινε ορθός υπερασπιστής των δογμάτων και αυστηρός επιτημητής του δεύτερου Ιούδα και Αρείου, Γρηγορίου Ακινδύνου, ακολούθου του Βαρλαάμ. Ο ίδιος ο Σάββας ηταν σύμβουλος του αυτοκράτορας Ιωάννου ΣΤ του Καντακουζηνού, τον όποιο στήριζε με τις προσευχές του και υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας.
Ο αυτοκράτορας πρότεινε στην Εκκλησία την εκλογή του Σάββα ώς πατριάρχη και όλοι συμφώνησαν απόλυτα. Εκείνος όμως επίμονα αρνήθηκε. Αναγκάσθηκε να έλθει ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του για να τον πείσει, αλλά στάθηκε τελείως αδύνατο, παρότι τον παρακαλούσε ικετευτικά έπι ημέρες και είχαν ετοιμασθεί όλα τα της χειροτονίας του. Η ταπείνωση του δεν τον άφηνε να ανέρχεται αλλά μόνο να κατέρχεται, να κρύβεται, να κάνει τον σαλό, τον αμαθή, να σιωπά. Έφθασε, κατά τον βιογράφο του, στην ακρότητα όλων των αρετών και έγινε υπερφυής συμμέτοχος στη αγγελική εκείνη αϋλία και καθαρότητα, χωρίς κάν να υστερήσει. Ως απαθής έφθασε στην αρίστη ταπεινοφροσύνη και στο μέγα της αγάπης μυστήριο. Πέρασε την τελευταία εξαετία της ζωής του σχεδόν έγκλειστος στη μονή της Χώρας. Προείδε το τέλος του και το ανάφερε στον μαθητή του, λέγοντάς του λόγους περί ταπεινοφροσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά περί το 1349.
Πράγματι η βιογραφία του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου αποτελεί εξαιρετικό αγιολογικό κείμενο. Είναι ένα από τα καλύτερα αθωνικά συναξάρια, το όποιο γράφθηκε προς ενίσχυση των συγχρόνων και πνευματική ανάταση των μοναχών. Ο βίος υπάρχει σε αρκετά αγιορειτικά χειρόγραφα.
Αναφέρεται πως τον Οκτώβριο του 1840, όταν γίνονταν επισκευές στο οστεοφυλάκειο τοϋ κοιμητηρίου της μονής Βατοπαιδίου, βρέθηκαν τα οστά ενός μοναχού να ευωδιάζουν. Τοϋ απεδόθη το όνομα Ευδόκιμος. Ο ασκητής Ιάκωβος ανέφερε στη σύναξη της μονής ότι πρόκειται για τον όσιο Σάββα τον Βατοπαιδινό, προφανώς ύστερα από κάποια αποκάλυψη. Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης αναφέρει πως ο όσιος Σάββας παρουσιάσθηκε σε Βατοπαιδινό Γέροντα Κελλιώτη, τον όποιο θεράπευσε από ασθένεια, και τοϋ είπε: «Δεν λέγομαι Ευδόκιμος, άλλα Σάββας Μοναχός. Πλην να ειπής εις τους Πατέρας της Ιεράς Μονής να με αποκαλώσιν Εύδόκιμον».
Ο όσιος Σάββας δεν αναφέρεται στους συναξαριστές.
Ή μνήμη του τιμάται στις 5 Οκτωβρίου και στις 15 Ιουνίου, την Τετάρτη της Διακαινησίμου μετά των Σιναϊτών Αγίων και στις 10 Ιουλίου μετά των Βατοπαιδινών Αγίων. Πλήρη ασματική ακολουθία προς τιμή του συνέθεσε ο κος Φ. Α. Τζελέπης.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Όσιος Ευδόκιμος ο Βατοπαιδινός Μνήμη 5 Οκτωβρίου

  Υπήρξε ανώνυμος αδελφός της μονής Βατοπαιδίου. Τα ιερά λείψανά του βρέθηκαν κατά μία επισκευή του παλαιού κοιμητηρίου, εκπέμποντας άρρητη ευωδία. Το σκήνωμα του οσίου βρέθηκε σε στάση προσευχής, με σταυρωμένα τα χέρια. Είχε στο στήθος μία εικόνα της Παναγίας, που δείχνει ότι αυτόβουλα είχε φθάσει εκεί, προβλέποντας το τέλος του και μη θέλοντας από   ταπείνωση να τιμάται. Δίκαια και έξυπνα οι θαυμάζοντες συμμοναστές του τον ονόμασαν Ευδόκιμο, γιατί έζησε ευδοκίμως και ευδόκησε ο Θεός να βρεθούν τα τίμια λείψανά του, τα οποία έκαναν θαύματα και μεταφέρθηκαν στο Καθολικό της μονής στις 5 Οκτωβρίου 1840.
Για τον όσιο αυτόν ο διακριτικός Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης (+1929) γράφει: «Προς ένδειξιν της αληθείας αναγκάζομαι διά την πολλήν Σας αγάπην να εξιστορή­σω συνοπτικώς ολίγα τινά εκ της καθόλου βιογραφίας του Αγίου Ευδοκίμου. Εγώ, ως γνωρίζετε καλώς, ο ταπεινός υποφαινόμενος προ τριακονταετίας εχρημάτισα εις την Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου, οπότε εμελέτησα αρκούντως την βιογραφίαν του Αγίου. Επίσης ήκουσα τις αφηγήσεις ευυπολήπτων προσώπων, άτινα ευρέθησαν κατά την ανακομιδήν του λειψάνου του Αγίου Ευδοκίμου, ήτις εγένετο κατά το 1840. Ήσαν δε οι αυτόπται ούτοι, ο Ιάκωβος ο Σιμιτζής, ο Γρηγοράκης ο ψάλτης και ο Διακο-Δανιήλ εξ΄Ιερισσού, οίτινες μοι διηγούντο πολλάκις τα της εν λόγω ανακομιδής. Τότε παρήσαν και τρεις Αρχιερείς, ο πρώην Βάρνης Ιωσήφ, ο Αδριανουπόλεως (Γρηγόριος) και ο Χρύσανθος (πρώην) Σμύρνης, όστις λαβών τον λόγον είπεν ενώπιον του συσσωρευθέντος λαού:
«Πατέρες και αδελφοί, ενταύθα δεν πρέπει να υπάρχη ενδοιασμός περί της αγιότητος του Αγίου, διότι ούτος προϊδών τον θάνατον αυτού και φεύγων την δόξαν των ανθρώπων, ελθών ενταύθα παρέδωκε το πνεύμα και η άπειρος ευωδία του αγίου αυτού λειψάνου καταμαρτυρεί την τούτου αγιότητα. Και επειδή αγνοούμεν την ονομασίαν του, διά τούτο ας τον αποκαλέσωμεν Ευδόκιμον, καθ' όσον δι' ευδοκίας Θεού ευρέθη το άγιον Λείψανόν του.
»Ούτως αυθημερόν συνετάχθη η ακολουθία του και γενομένης ολονυκτίου αγρυπνίας κατ' εκείνην την εσπέραν ήρχισαν τα θαύματα. Και πρώτον εθεράπευσε γηραιόν τινά Μοναχόν εκ Κουλτού, όστις επί πενταετίαν ήτο παράλυτος και αυθωρεί εγένετο υγιής. Επίσης και ο Ιατρός της Μονής των Ιβήρων Γρηγόριος, πάσχων τους οφθαλμούς, επικαλεσθείς τον Άγιον είπεν: "Εάν με κάμης υγιή, αμέσως θα κάμω αργυράν θήκην διά να τεθώσι τα άγιά σου Λείψανα". Και κατά την νύκτα εκείνην εμφανισθείς ο Άγιος τον εθεράπευσε, και ήδη καταφαίνεται εν τη αργυρά θήκη το όνομα του διαληφθέντος Γρηγορίου»: «Το δ' ηργύρωσε Γαβριήλ σεμνόν Κάρη. Ευδόκιμον ευρών των πόνων ακέστορα».
Η μνήμη του τελείται πανηγυρικά στις 5 Οκτωβρίου. Ο υμνογράφος Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννίτης στη συμπλήρωση της Ακολουθίας στους Οσίους Αγιορείτες Πατέρες, τον αναφέρει στη δ' ώδή: «Συν θείω Ευδοκίμω ου η εύρεσις πάντας, των αγίων λειψάνων κατ΄ηύφρανε». Ωραία εικόνα του σώζεται στη μονή, έργο του γνωστού αγιογράφου ιερομονάχου Μακαρίου Γαλατσάνου: «Δι' εξόδων του οσιωτάτου κυρίου Γαβριήλ Ιατρού Βατοπαιδινού του εκ Ναούσης μωμβ'» (1852). Τα περι του βίου του οσίου Ευδοκίμου αναφέρονται και σε χειρόγραφο του ιεροδιακόνου Μελετίου Βατοπαιδινού, το οποίο καταλήγει: «Πας όστις επικαλεσθή τον Άγιον μετά πίστεως ας μη αμφιβάλλη διά την εκπλήρωσιν της αιτήσεως, αρκεί μόνον να αιτή από τον Άγιον δίκαια και αγαθά, ου ταις ικεσίαις και ημείς των συμβαινόντων ρυσθείημεν, και Βασιλείας ουρανίου αξιωθείημεν».
Ακολουθία και Παρακλητικό Κανόνα προς τιμή του οσίου συνέθεσε και ο κ. Χαραλάμπης Μπούσιας.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτο, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις: Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου
Άγιον Όρος, 2007

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Η ζωή στη σκήτη της Αγίας Άννης στο Άγιο Όρος

Φανερώνουσα τάς αντιμισθίας, τάς οποίας θα έχουν από Θεού οί εν τη Ιερά ημών Σκήτη έγκαταβιούντες μοναχοί καί υπομένοντες την ενταύθα σκληρότητα του τόπου.

Προ ετών επί του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου, του εν τη ίερά Σκήτη της Άγιας Άννης μοναχικώς έγκαταβιώσαντος καί όσίως τελειωθέντος (έκοιμήθη τη 27η Ιουλίου του 1775), έγένετο εν τω τύπω τούτω (κάτωθεν της Σκήτης, πλησίον του ελαιώνας του Πατριάρχου, ένθα το Προσκυνητάριον καί ο Τίμιος Σταυρός, τοποθετηθείς ενταύθα προς αίώνιον άνάμνησιν του γεγονότος θαύματος, η μάλλον της θείας άποκαλύψεως) το έξης θαυμάσιον:
Γέροντος τίνος υποτακτικός, μεταφέρων εκ της θαλάσσης φορτίον επί των ώμων καί ανερχόμενος μετά πολλού κόπου, αλλά καί υπό αδημονίας καταληφθείς, ως ματαίως δήθεν κοπιάζων, έκάθησεν ενταύθα μετά του φορτίου προς ολίγην άνάπαυσιν, τυραννούμενος υπό των ανωτέρω λογισμών, οπού παραδόξως ακούει άνωθεν, την κατ' έξαίρετον τρόπον εφορον καί άρωγόν ημών Ύπεραγίαν Θεοτόκον λέγουσαν αύτώ:
«Τί αδημονείς καί θλίβεσαι; Γίνωσκε ότι οί κόποι τους οποίους οί αδελφοί ύπομένουσιν άχθοφορούντες, ως θυσία εύάρεστος εις τον Θεόν προσφέρονται, καί οί ιδρώτες ους χύνουσιν ανερχόμενοι, ως αίμα μαρτυρικόν παρά τω Χριστώ λογισθήσονται, καί μέγαν μισθόν λήψονται εν τη ήμέρα της κρίσεως οί αγογγύστως υπομένοντες τους σκληρούς κόπους καί αγώνας της ενταύθα ασκήσεως καί υπακοής».

Ταϋτα άκουσας ό αδελφός καί πληροφορηθείς τη καρδία διηγήσατο τοις άδελφοίς καί πατράσι, διανύσας δε εν πνευματική χαρα καί όσιότητι το υπόλοιπον της εν ασκήσει καί υπακοή ζωής ο απήλθε προς αιωνίους μονάς, ίνα λάβη τον μισθόν των κόπων αυτοϋ, κατά την θείαν ύπόσχεσιν.

Δια τον αυτόν Πατριάρχην Κύριλλον διηγούνται τα εξής: «Εις το αυτό οπού έγινε το ανωτέρω θαυμάσιον, είχε κτήμα έλαιόφυτον, σωζόμενον σήμερον, το όποιον έπεσκέπτετο, άνερχόμένος καί κατερχόμενος καβάλλα γαϊδουράκι. Εν μια των ήμερών,ότε ανήρχετο επιβαίνων επί του αυτού ζώου εις την Καλύβην του, οί δε άλλοι αδελφοί άνέβαινον καί κατέβαιναν πεζή προς την θάλασσαν, κάθιδροι καί μετά κόπου μεταφέροντες επί των ώμων τα προς απαραίτητα, είδεν Άγγελον λαμπαδηφό ρον, όστις έσπόγγιζε δια τίνος μανδηλίου τον ιδρώτα των κοπιώντων Πατέρων και αδελφών, αυτόν δε άντιπαρήλθε και δεν έσπόγγισε. Λυπηθείς δια τούτο ό Πατριάρχης είπεν "Άγιε "Άγγελε, σπόγγισε και έμέ με αυτό το μανδήλι- "Οχι, του άπαντα ο "Άγγελος, διότι είσαι καβάλλα επί του ζώου καί δεν κοπιάζεις, σπογγίζω μόνον τους κοπιάζοντας καί ιδρώνοντας εις τον τόπον τούτον. "Ας ασπασθώ τουλάχιστον το μανδήλι αυτό, ανταπαντά ό Πατριάρχης. "Αλλά καί δια τοϋτο δεν είσαι άξιος, είπεν ό φαινόμενος "Άγγελος, καί έξηφανίσθη. Τότε ό άοίδιμος Πατριάρχης έπώλησε το ζώον καί έζησε του λοιπού ως οι άλλοι Πατέρες καί αδελφοί της Σκήτης». Με τοιαύτα θαύματα καί θειες αποκαλύψεις, καί αγίας παραδόσεις καί επαγγελίας ζουν ενταύθα οί Πατέρες της Σκήτης, «την εαυτών σωτηρίαν κατεργαζόμενοι» κατά τον θείον Άπόστολον, έχοντες κραταιάν προστάτιν καί εφορον, μετά την Κυρίαν Θεοτόκον, την σεπτήν Αυτής μητέρα, την άγίαν καί πανένδοξον καί θαυματουργόν "Άνναν, ης ή χάρις καί ή βοήθεια είη μεθ' ημών καί υμών εν παντί καί πάντοτε. Αμήν».


Χαρακτηριστικό της ευλάβειας των Άγιαννανιτών πατέρων είναι το παρακάτω περιστατικό του ιερομόναχου Μήνα με ένα ψαρά, πού πήγε Κυριακάτικα να του πωλήσει ψάρια για την πανήγυρη της καλύβης του: «Ό Γέροντας παραξενεύτηκε πότε τα έπιασε, γιατί ήταν Κυριακή. Ρωτάει λοιπόν τον ψαρά: -Πότε τα έπιασες; Εκείνος απάντησε: -Σήμερα το πρωϊ. Είναι φρέσκα-φρέσκα! Τότε ό παπα-Μηνάς του λέει: -Παιδί μου, δεν μπορώ να τα αγοράσω, είναι αφορισμένα, γιατί τα έπιασες την Κυριακή. Ό ψαράς δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Τότε του λέει ό Γέροντας: -Θέλεις να βεβαιωθείς γι' αυτό; Δώσε ένα ψάρι στο γάτο καί θα δείς ότι δεν θα το φάει. Πράγματι δεν το έφαγε το ψάρι ό γάτος, έδειξε αποστροφή. Αυτό φυσικά συγκλόνισε τον ψαρά καί στο έξης σεβόταν τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες εορτές».

Στή Σκήτη της Αγίας Άννης, γράφει ό αείμνηστος Καθηγούμενος της Μονής Διονυσίου Γαβριήλ, «διελάρυζαν οί πνευματοφόροι πατέρες του παρελθόντος- εξ αυτής προήρχοντο οί πλήρεις πνεύματος καί σοφίας πνευματικοί, οί φρονηματίσαντες επί γενεάς καί εν ήμέραις δουλείας καί εκβιασμού συνειδήσεων το χριστεπώνυμον πλήρωμα, εις έμμονήν προς τα παραδεδομένα της άμωμήτου του Χριστού πίστεως καί εκείθεν έβλάστησε δεκάς όλη καλλινίκων μαρτύρων εν όσιότητι πρότερον τον τόπον καθαγιασάσης. Ημείς οί περιλειπόμενοι θα ενθυμούμεθα πάντοτε τον βαθυστόχαστον Κύριλλον, τον άπλούστατον πλην διακριτικώτατον Ίωάσαφ, τον βιβλικής μορφής Καισάριον καί τόσους άλλους πνευματικούς ιερομόναχους οικοδομήσαντας καί παρηγορήσαντας καί εις ούρανόν κατευθύνοντας χιλιάδας ψυχών δια της ιεράς έξομολογήσεως καί των πατερικών των νουθεσιών». Ό γέροντας Χαράλαμπος ό Άγιαννανίτης, πού κοιμήθηκε το 1945 στην καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, διακρινόταν όχι μόνο για τη σκληραγωγία στην οποία υποβαλλόταν, την αδιάλειπτη προσευχή καί τα φιλάνθρωπα αισθήματα του,άλλά καί για τη συνεχή μνήμη θανάτου. Ό Κύπριος γέροντας Νικόδημος της καλύβης της Αναλήψεως, παρά την πτώχεια του, ήταν τόσο φιλόξενος, πού έμοιαζε «ή φιλοξενία του με αυτήν του Πατριάρχου Αβραάμ. Κάθε οδοιπόρος θα εύρισκε εις την καλύβην του στέγην. Κάθε πεινασμένος άρτον. Κάθε πτωχός έλεος καί εύεργεσίαν». "Εξεδήμησε σε ηλικία 100 χρόνων καί φανέρωσε προορατικό χάρισμα. Στήν Κύπρο ήταν μάγειρας του Βρετανού Αρμοστή, αλλά απαρνήθηκε την κοσμική ζωή για την πνευματική.
Στή Σκήτη πάντοτε συνδυαζόταν το θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον με την καλλιέργεια του εσωτερικού πνευματικού κόσμου των πατέρων, όπως με εξαίρετο τρόπο το αποδίδει ό Χερουβείμ ό Άγιαννανίτης: «Το πνευματικό περιβάλλον της σκήτης μας, γεμάτο ζωή καί φως με τίς όσιακές καί αγωνιστικές μορφές των πατέρων, εναρμονιζόταν άριστα με το ασύγκριτο φυσικό πλαίσιο της μικρής εκείνης πολίχνης. Τα άφθονα νερά της, οί καταπράσινοι κήποι με τα καρποφόρα δένδρα, τα άνθη, τα πουλιά με προεξάρχοντα το αηδόνι καί το κοτσύφι, τα βράχια, ή σιωπή, Ολα αυτά έδιναν μια μαγευτική όψη.

Κάθε απόγευμα, το καλοκαίρι, μετά τον εσπερινό άρχιζε το πότισμα του κήπου μας. Το νερό κελάρυζε κι έτρεχε από τίς στέρνες στους κήπους δημιουργώντας μια όμορφη συναυλία. Πολλές φορές βοηθούσα τον π. Παΐσιο στο πότισμα. Τίς ώρες εκείνες γινόταν ένα είδος συναγερμου για την καλλιέργεια καί συντήρηση των κηπουρικών μας.

Πιο κάτω από μας, στην καλύβη του Αγίου Σεραφείμ, έμενε ό μακαριστός παπα-Διονύσιος με τους εκλεκτούς υποτακτικούς του Σεραφείμ καί Γελάσιο. Συνέπιπτε να περιποιούνται κι αυτοί την ίδια ώρα τον κήπο τους, καθώς καί οί περισσότεροι από τους άλλους πατέρες. Όλοι όμως είργάζοντο με σιωπή καί προσευχή. Ή σκήτη τότε έμοιαζε με μελισσώνα, με ήσυχη, όμογνωμούσα πνευματική οικογένεια».



(Από το βιβλίο του Ι.Μ.Χατζηφώτη,Η σκήτη της Θεοπρομήτορος Αγ.Άννης στο Άγιον Όρος "Άθως, εκδ. Άδελφότητος Θεοφιλαίων, "Αγ. Όρος)

Η αναπηρία είναι ευλογία από τον Θεό


Σωστή αντιμετώπιση της αναπηρίας- Μια αναπηρία, Γέροντα, μπορεί να δημιουργήση σύμπλεγμα κατωτερότητος;

- Αυτά είναι μπανταλά[i].

                - Στους αναπήρους όμως, Γέροντα, μερικές φορές συμβαίνει αυτό.

                - Συμβαίνει, γιατί δεν τοποθετούνται σωστά. Όταν καταλάβουν ότι η αναπηρία είναι ευλογία από τον Θεό, τοποθετούνται σωστά και απαλλάσσονται από την μειονεκτικότητα. Όταν ένα μικρό παιδί έχει κάποια αναπηρία και δεν έχει βοηθηθή, ώστε να χαίρεται για την αναπηρία του, τότε έχει ελαφρυντικά, αν αισθάνεται μειονεκτικά. Αλλά, αν μεγαλώση και παραμένη η μειονεκτικότητα, σημαίνει ότι δεν έχει συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής.

Σε ένα κοριτσάκι, όταν ήταν εννέα χρονών, παρουσιάσθηκε όγκος στο μάτι του και οι γιατροί του αφήρεσαν το ένα μάτι. Τα παιδιά στο σχολείο το κορόιδευαν και αυτό το καημένο βασανιζόταν. Ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε το πρόβλημά του. «»Σκέφθηκα, Γέροντα, μου είπε, πως, αν του παίρνω ό,τι μου ζητάει, θα το βοηθήσω, γιατί θα χαίρεται και θα ξεχνάη την στενοχώρια για την αναπηρία του. Ναι, αλλά πως να το κάνω αυτό; Έχω άλλα πέντε μικρά παιδιά, που ζηλεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν». «Τι είναι αυτά; του λέω. Αυτά είναι μια ψεύτικη παρηγοριά· δεν είναι λύση. Αν του παίρνης τώρα όποιο φόρεμα σου ζητάει, μετά από λίγα χρόνια θα σου ζητήση να του πάρης και μερσεντές. Πως θα τα βγάλης πέρα; Ύστερα θα μάθη ότι μερικοί έχουν αεροπλάνα στην ταράτσα τους και θα σου ζητάη να του πάρης αεροπλάνο! Τι θα κάνης τότε; Προσπάθησε να βοηθήσης το παιδί σου να χαρή που έχει ένα μάτι. Να αισθάνεται ότι είναι μάρτυρας. Πολλούς Μάρτυρες τους έβγαζαν τα μάτια, τους έκοβαν τα αυτιά, την μύτη, και ο κόσμος γελούσε μαζί τους. Αυτοί όμως, ενώ υπέφεραν από τον πόνο και από την κοροϊδία των ανθρώπων, δεν υποχωρούσαν και υπέμειναν ακλόνητοι το μαρτύριο. Αν το παιδί καταλάβη και αντιμετωπίση με δοξολογία την αναπηρία του, ο Θεός θα το κατατάξη με τους Ομολογητές. Μικρό πράγμα είναι να οικονομήση ο Θεός να βγάλουν το μάτι του παιδιού με τέτοιο τρόπο, που να μην πονέση, και να το κατατάξη με τους Ομολογητές; Γιατί αυτό δεν έχει αμαρτίες να εξοφλήση και θα έχει καθαρό μισθό από αυτήν την αναπηρία». Με ευχαρίστησε ο καημένος και έφυγε αναπαυμένος. Πράγματι βοήθησε το κοριτσάκι του να καταλάβη ότι η αναπηρία του ήταν ευλογία από τον Θεό και να δοξολογή τον Θεό. Έτσι μεγάλωσε φυσιολογικά, σπούδασε φιλολογία και τώρα εργάζεται ως καθηγήτρια και χαίρεται πιο πολύ από άλλες κοπέλες που τα έχουν όλα και βασανίζονται, γιατί δεν έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής.

                - Όταν οι άνθρωποι δεν καταλάβουν το βαθύτερο νόημα της ζωής, βασανίζονται και με τις ευλογίες και με τις ευκαιρίες που τους δίνει ο Θεός για την σωτηρία τους. Ενώ, όποιος τοποθετείται σωστά, όλα τα χαίρεται. Και κουτσός να είναι, το χαίρεται! Και να μην του κόβη πολύ, το χαίρεται. Και φτωχός να είναι, το χαίρεται.

                Καταλαβαίνω βέβαια πόσο δυσκολεύονται οι ανάπηροι και προσεύχομαι πολύ γι’ αυτούς, και πιο πολύ για τις κοπέλες. Για ένα αγόρι μια αναπηρία δεν είναι και τόσο βαρύ· για μια κοπέλα όμως, που θέλει να αποκατασταθή, είναι δύσκολο.

                Ιδίως οι τυφλοί πόσο δυσκολεύονται! Οι καημένοι δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν· όταν περπατούν, σκοντάφτουν... Στην προσευχή μου ζητώ από τον Θεό να δώση στους τυφλούς τουλάχιστον λίγο φως, για να μπορούν κάπως να αυτοεξυπηρετούνται.

                - Γέροντα, κι εγώ στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να διαβάσω έστω ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο, γιατί δεν βλέπω καλά. Μας έχετε πει πως, αν διαβάζη κανείς κάθε μέρα ένα κεφάλαιο, αγιάζεται.

                - Γιατί να στενοχωριέσαι γι’ αυτό; Αν διαβάσης λίγους στίχους ή μόνο μία λέξη ή απλώς ασπασθής το Ευαγγέλιο, δεν αγιάζεσαι; Άλλωστε εσύ δεν γνώρισες τώρα τον Χριστό. Γιατί δεν μελετάς νοερά όσα διάβασες ή όσα άκουσες μέχρι τώρα; Όλη η βάση είναι η σωστή τοποθέτηση. Να πης: «Τώρα ο Θεός με θέλει έτσι, πριν από λίγα χρόνια με ήθελε αλλιώς». Ένας ευλαβής δικηγόρος στα γεράματά του δεν έβλεπε και μου είπε μια φορά: «Κάνε, άγιε Γέροντα, προσευχή να μπορώ λίγο να διαβάζω και να γνωρίζω τα προσφιλή μου πρόσωπα». «Τα προσφιλή πρόσωπα τα γνωρίζεις και από την φωνή, του είπα. Όσο για το διάβασμα, τόσα χρόνια διάβαζες. Τώρα να λες την ευχή. Φαίνεται ότι τώρα ο Θεός αυτό θέλει από σένα». Και από τότε ο καημένος ένιωθε μεγαλύτερη χαρά από ό,τι όταν έβλεπε.



Ο ουράνιος μισθός για την αναπηρία

                Όταν έχουμε κάποια αναπηρία, αν κάνουμε υπομονή και δεν γκρινιάζουμε, τότε έχουμε μεγαλύτερο μισθό. Γιατί όλοι οι ανάπηροι αποταμιεύουν. Ένας κουφό αυτί, ένας τυφλός από το τυφλό μάτι, ένας κουτσός από το κουτσό πόδι. Είναι μεγάλη υπόθεση! Αν κάνουν και λίγο αγώνα κατά των ψυχικών παθών, θα έχουν να λάβουν και στεφάνια από τον Θεό. Βλέπεις, οι ανάπηροι πολέμου παίρνουν σύνταξη, παίρνουν και παράσημα.

                Όποιος έχει ομορφιά, λεβεντιά, υγεία, και δεν αγωνίζεται να κόψη τα ελαττώματά του, θα του πη ο Θεός: «Απήλαυσες στην ζωή σου τα αγαθά σου, την λεβεντιά σου! Τι σου χρωστώ τώρα; Τίποτε». Ενώ όποιος έχει μια αναπηρία – είτε έτσι γεννήθηκε, είτε την κληρονόμησε από τους γονείς του, είτε την απέκτησε αργότερα -, πρέπει να χαίρεται, γιατί έχει να λάβη στην άλλη ζωή. Όταν μάλιστα δεν έχει φταίξει, θα έχει καθαρό ουράνιο μισθό, χωρίς κρατήσεις. Δεν είναι μικρό πράγμα μια ολόκληρη ζωή να μην μπορή κάποιος λ.χ. να απλώση το πόδι του, να μην μπορή να καθήση, να μην μπορή να κάνη μετάνοιες κ.λπ. Στην άλλη ζωή ο Θεός θα του πη: «Έλα, παιδί μου, κάθησε πια αιώνια άνετα σ’ αυτήν την πολυθρόνα». Γι’ αυτό λέω, χίλιες φορές να είχα γεννηθή καθυστερημένος διανοητικά, τυφλός, κουφός, γιατί θα είχα να λάβω τότε από τον Θεό.

                Οι ανάπηροι, εάν δεν γογγύζουν, αλλά δοξολογούν ταπεινά τον Θεό και ζουν κοντά Του, θα έχουν την καλύτερη θέση στον Παράδεισο. Ο Θεός θα τους κατατάξη με τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες, που έδωσαν για την αγάπη του Χριστού τα χέρια και τα πόδια τους, και τώρα στον Παράδεισο φιλούν με ευλάβεια συνέχεια τα πόδια και τα χέρια του Χριστού.

                - Και όταν, Γέροντα, κάποιος είναι λ.χ. κουφός και γκρινιάρης;

                - Και τα μικρά παιδιά γκρινιάζουν. Ο Θεός σε πολλά δεν δίνει σημασία. Βλέπετε, οι καλοί γονείς αγαπούν όλα τα παιδιά τους εξίσου, αλλά δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αδύνατα ή τα ανάπηρα. Το ίδιο κάνει και ο Θεός, ο Καλός μας Πατέρας, για τα παιδιά Του που είναι αδύνατα σωματικά ή πνευματικά, αρκεί αυτά να έχουν αγαθή διάθεση και να Του δίνουν το δικαίωμα να επεμβαίνη στην ζωή τους.



Τα καθυστερημένα παιδιά

                Οι μάνες που έχουν καθυστερημένα παιδιά, που κάνουν συνέχεια σκηνές, που λερώνουν, τι τραβάνε οι καημένες! Μαρτύριο! Γνώρισα μια μάνα που έχει κοτζάμ παιδί και δεν μπορεί να το κουμαντάρη, γιατί κάνει κάτι αταξίες!... Το καημένο παίρνει τις ακαθαρσίες και πασαλείβει τα ντουβάρια, τα σεντόνια... Η μάνα να συμμαζεύη, να καθαρίζη το σπίτι, να κάνη όλο το νοικοκυριό, και αυτό να τα κάνη όλα άνω-κάτω, όλα να τα λερώνη. Να κρύβη η φουκαριάρα τα απορρυπαντικά και αυτό να τα βρίσκη και να τα πίνη! Ολόκληρα ντουλάπια τα πετάει κάτω από το μπαλκόνι. Φύλαξε ο Θεός και δεν σκότωσε κανέναν μέχρι τώρα. Και δεν είναι μια μέρα και δυο. Χρόνια ολόκληρα είναι η κατάσταση!

                - Μπορεί, Γέροντα, κάποιος που είναι λειψός στο μυαλό να έχει ταπείνωση και καλωσύνη;

                - Πως δεν μπορεί! Να, αυτό το παιδάκι που έρχεται συχνά εδώ στο μοναστήρι μπορεί να είναι διανοητικά καθυστερημένο, αλλά την καλωσύνη που έχει αυτό, ποιος λογικός άνθρωπος την έχει; Τι προσευχή, τι μετάνοιες κάνει! Όταν με την κήλη δυσκολευόμουν να κάνω μετάνοιες, του είπαν οι γονείς του: «Ο Παππούλης είναι άρρωστος· δεν μπορεί να κάνη μετάνοιες». «-Κάνω ‘γω», είπε εκείνο, και έκανε μετά μετάνοιες για μένα και γινόταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πόσο φιλότιμο, πόση αρχοντιά έχει! Μια φορά το έδειρε ένα παιδί στην γειτονιά, κι εκείνο, αφού έφαγε το ξύλο, του έδωσε το χέρι και του είπε: «Γεια, χαρά!». Ακούς; Ποιος γνωστικός το κάνει αυτό, κι ας έχει διαβάσει Ευαγγέλιο και ένα σωρό πνευματικά βιβλία. Να, και πριν από λίγες μέρες που είχε έρθει εδώ όλη η οικογένεια του να με δη, αυτό κάθησε δίπλα μου και η αδελφούλα του πιο πέρα. Μόλις είδε την αδελφούλα του που κάθησε μακριά μου, «έλα, κοντά Παππούλη», της λέει και την έβαλε δίπλα μου. Πολύ με συγκίνησε και του έδωσα ευλογία έναν μεγάλο φιλντισένιο σταυρό που μου είχαν φέρει από τα Ιεροσόλυμα. Μόλις τον πήρε στα χέρια του, «γιαγιά», είπε και έδειξε πως θα τον βάλη στον τάφο της γιαγιάς του! Φοβερό! Τίποτε δεν θέλει για τον εαυτό του· όλα για τους άλλους! Αυτό θα πάη με τα τσαρούχια στον Παράδεισο, αλλά θα βάλη και τους γονείς του στον Παράδεισο.

                Μακάρι να ήμουν και εγώ στην θέση του, και ας μην καταλάβαινα και ας μη μιλούσα. Ενώ ο Θεός μου έδωσε όλα τα αγαθά, εγώ τα αχρήστευσα. Στην άλλη ζωή θα κρύβωνται μπροστά του ακόμη  και θεολόγοι. Μου λέει ο λογισμός ότι οι θεολόγοι Άγιοι στον Ουρανό δεν θα είναι σε καλύτερη θέση ως προς την γνώση του Θεού από αυτά τα παιδάκια. Ίσως σ’ αυτά να δώση ο δίκαιος Θεός και κάτι παραπάνω, γιατί εδώ έζησαν στερημένα.

                - Γέροντα, όταν μελαγχολή κανείς, τι πρέπει να κάνη, για να το ξεπεράση;

                - Χρειάζεται θεία παρηγοριά.

                - Και πως θα την πάρη;

                - Να γαντζωθή στον Χριστό και ο Χριστός θα του την δώση. Πολλές φορές μπλέκεται το φιλότιμο με τον εγωισμό. Οι περισσότεροι σχιζοφρενείς είναι ευαίσθητες ψυχές. Τυχαίνει να συμβή ένα τιποτένιο πράγμα ή κάτι που δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν και υποφέρουν πολύ. Άλλος σκοτώνει άνθρωπο και είναι σαν να μη συμβαίνη τίποτε, ενώ ένας ευαίσθητος, ένα γατάκι αν πατήση λίγο στο πόδι κατά λάθος, υποφέρει και δεν κοιμάται από την στενοχώρια του. Και άμα δεν κοιμηθή δυο-τρία βράδια, μετά φυσικά θα τρέξη στον γιατρό.

                - Γέροντα, η ψυχολογία λέει ότι, για να βοηθηθή ένας ψυχοπαθής, πρέπει να λείψη το αίτιο.

                - Ναι, αλλά αν υπάρχη αίτιο. Γιατί μερικές φορές, ενώ κάποια πράγματα είναι φυσιολογικά, δικαιολογούνται κατά κάποιον τρόπο, οι άνθρωποι μπαίνουν σε λογισμούς, που πάνε να παλαβώσουν. «Μήπως έχω κάτι κληρονομικό; μήπως δεν είμαι καλά;», λένε. Γνώρισα ένα παλληκάρι που σπούδαζε, διάβαζε έντεκα ώρες το εικοσιτετράωρο και έπαιρνε υποτροφία. Βοηθούσε και την οικογένεια του, γιατί ο πατέρας του ήταν άρρωστος. Στο τέλος κουράστηκε, γιατί ήταν ευαίσθητο· είχε συνεχώς πονοκεφάλους και με πολύ κόπο πήρε το πτυχίο. Είχε μετά λογισμούς μήπως ήταν κληρονομικό. Τι κληρονομικό; Μα και μόνον αν διαβάζη κανείς έντεκα ώρες την ημέρα, θα πάθη υπερκόπωση, πόσο μάλλον να βοηθάη και τους γονείς και να είναι και ευαίσθητος.

                - Γέροντα, ένα παιδί παρουσίασε κάποια μελαγχολία μετά την αυτοκτονία του πατέρα του. Μήπως είναι κληρονομικό;

                - Μπορεί να τραυματίσθηκε ψυχικά το παιδί. Δεν είναι απόλυτο ότι αυτό είναι κληρονομικό. Ύστερα δεν ξέρουμε και ο πατέρας σε τι κατάσταση βρέθηκε και αυτοκτόνησε. Βέβαια, ένα παιδί που ο πατέρας του είναι κλειστός εκ φύσεως χρειάζεται βοήθεια. Γιατί, αν συνεχίση και αυτό να είναι κλειστό – έχει και τον λογισμό μήπως είναι κάτι κληρονομικό -, μπορεί να αρρωστήση.

                Ο Θεός πάντοτε επιτρέπει να δοκιμασθή ο άνθρωπος όσο αντέχει, αλλά προστίθενται και οι κοροϊδίες των ανθρώπων, οπότε κάμπτεται η ψυχή από το επιπλέον βάρος και γογγύζει. Τους τρελούς οι άνθρωποι τους αποτρελαίνουν. Στην αρχή η τρέλα οικονομιέται. Παλιά δεν υπήρχαν ψυχιατρεία και, αν ήταν κανείς τρελός, τον έκλειναν σε κάποιο δωμάτιο με σιδεριές! Ήταν μια. Περιστέρω την έλεγαν, που την είχαν  κλεισμένη στο σπίτι! Τα παιδιά την πετροβολούσαν, την κορόιδευαν. Αγρίευε η φουκαριάρα, έπιανε τις σιδεριές, φώναζε και ό,τι έβρισκε μπροστά της το πετούσε έξω! Στην άλλη ζωή όμως θα δης η Περιστέρω να ξεπερνάη πολλές γνωστικές.

                Θυμάμαι και μια άλλη περίπτωση. Ήταν μια οικογένεια που η μεγάλη κόρη τους ήταν λίγο λειψή, αλλά είχε πολλή καλοσύνη. Ήταν σαράντα ετών, αλλά ήταν σαν πέντε. Τι σκηνές της έκαναν μικροί-μεγάλοι! Μια φορά την άφησαν οι γονείς της να μαγειρέψη κι εκείνοι πήγαν στο χωράφι. Θα ερχόταν ο αδελφός της από το χωράφι, για να φέρη τα καλαμπόκια, και θα έπαιρνε το φαγητό να το πάη στο χωράφι να φάνε οι γονείς τους και οι εργάτες. Μάζεψε η καημένη από τον κήπο κολοκυθάκια, μελιτζάνες, φασολάκια και τα είχε έτοιμα να τα μαγειρέψη. Πάει η μικρότερη αδελφή της, που ήταν σωστός πειρασμός, τραβάει τον γάιδαρο από το αυτί και τον βάζει και τα τρώει όλα! Άντε μετά η καημένη να πάη να μαζέψη άλλα. Και δεν είπε τίποτε. Μέχρι να τα ετοιμάση ξανά, ήρθε ο αδελφός της, και αυτή μόλις τότε έβαζε φαγητό στην φωτιά. Ξεφόρτωσε τα ζώα και, όταν είδε ότι δεν ήταν έτοιμο το φαγητό, της έδωσε ένα ξύλο! Τι ταλαιπωρία περνούσε κάθε μέρα! Η μάνα της η φουκαριάρα παρακαλούσε να πεθάνη πρώτα η κόρη της και μετά αυτή, γιατί σκεφτόταν ποιος θα την φρόντιζε. Και πράγματι, πέθανε πρώτα η κόρη και ύστερα η μάνα.

                Πάντως, αυτοί που δεν είναι καλά στο μυαλό, είναι καλύτερα από πολλούς άλλους. Έχουν το ακαταλόγιστο και χωρίς εξετάσεις περνούν στην άλλη ζωή.



Η σωστή τοποθέτηση των γονέων για την αναπηρία των παιδιών τους

                Υπάρχουν μητέρες που, αν διαπιστωθή κατά την εγκυμοσύνη ότι το παιδάκι που θα γεννήσουν θα είναι ανάπηρο ή διανοητικά καθυστερημένο, κάνουν έκτρωση και το σκοτώνουν. Δεν σκέφτονται ότι και αυτό έχει ψυχή. Πόσοι πατέρες έρχονται και μου λένε: «Το δικό μου το παιδί να είναι σπαστικό; Γιατί να το κάνη έτσι ο Θεός; Δεν μπορώ να το αντέξω». Πόση αναίδεια προς τον Θεό έχει αυτή η αντιμετώπιση, πόσο πείσμα, πόσο εγωισμό. Αυτοί, να τους βοηθήση ο Θεός, να γίνουν χειρότεροι. Κάποτε ήρθε στο Καλύβι με τον πατέρα του ένας φοιτητής που είχε πάθει το μυαλό του από λογισμούς και του είχαν κάνει ηλεκτροσόκ. Το καημένο είχε στριμωχθή πολύ από το σπίτι του. Είχε και μια ευλάβεια! Έκανε μετάνοιες και χτυπούσε το κεφάλι του κάτω στο χώμα. «Μήπως λυπηθή το χώμα ο Θεός, έλεγε, και λυπηθή και εμένα που το χτύπησα». Δηλαδή μήπως λυπηθή ο Θεός το χώμα που πόνεσε από το δικό του χτύπημα και λυπηθή κι εκείνον. Μου έκανε εντύπωση! Αισθανόταν τον εαυτό του ανάξιο. Όποτε ζοριζόταν, ερχόταν στο Όρος. Του τακτοποιούσα τους λογισμούς, περνούσε έναν-δυο μήνες καλά και ύστερα πάλι τα ίδια. Ο πατέρας του δεν ήθελε να βλέπουν οι γνωστοί τους το παιδί, γιατί θιγόταν η υπόληψή του. Υπέφερε από τον εγωισμό του. «Εκτίθεμαι στον κόσμο με τον γιο μου», μου είπε. Μόλις το ακούει το παιδί, του λέει: «Βρε, να ταπεινωθής. Εγώ είμαι τρελός και κινούμαι άνετα. Θα με βάλης σε καλούπια; Να ξέρης ότι έχεις ένα τρελό παιδί και να κινήσαι άνετα. Ο μόνος είσαι που έχεις τρελό παιδί;» Σκέφθηκα: «Ποιος είναι τώρα από τους δυο τρελός;».

                Βλέπετε που οδηγεί πολλές φορές ο εγωισμός; Να θέλη ο πατέρας ακόμη και την καταστροφή του παιδιού του! Και στον κόσμο όταν ήμουν, γνώριζα έναν καθυστερημένο διανοητικά, που οι συγγενείς του, όταν πήγαιναν κάπου με καμιά συντροφιά, δεν τον έπαιρναν μαζί τους, για να μη ντροπιασθούν! Και εμένα με κορόιδευαν, επειδή καταδεχόμουν να συζητάω μαζί του. Εγώ όμως τον είχα σε καλύτερη θέση στην καρδιά μου από ό,τι εκείνους.


[i] Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε την λέξη «μπανταλός» με την σημασία του «χαζούλικος».

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Τούβλο – τσάι

Όταν είχα πάει στο Κοινόβιο (ΣΗΜ. στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου το έτος 1953), με έβαλαν ως αρχάριο να βοηθώ τον τραπεζάρη. Τότε ένα γεροντάκι ογδόντα χρονών, τελείως εξαντλημένο, μου ζήτησε να του πηγαίνω στο κελλί του καμμιά σούπα. Τέλειωνα λοιπόν την διακονία μου και του πήγαινα την σούπα.Μια μέρα με είδε ένας αδελφός και μου είπε: «Μην τον καλομαθαίνης, γιατί μετά θα σου ζητάη συνέχεια βοήθεια και δεν θα σε αφήση να ησυχάσης· ούτε τα πνευματικά σου θα μπορής να κάνης. Εγώ ξέρεις τι έπαθα; Πήγα μια φορά λίγο να τον βοηθήσω, γιατί ήταν κρυωμένος, και μετά δεν με άφηνε ήσυχο· χτυπούσε κάθε λίγο τακ – τακ τον τοίχο. "Κάνε αγάπη, έλα, γύρισέ  με λίγο". Ύστερα από λίγο, τακ – τακ "Κάνε αγάπη, βάλε μου ένα ζεστό τούβλο" (ΣΗΜ. παλαιότερα ζέσταιναν τούβλα και τα χρησιμοποιούσαν αντί για θερμοφόρες). Τούβλο – τσάι, τούβλο – τσάι, πού να προφάσω μετά να κάνω τα πνευματικά μου! Αγανάκτησα!».

Ακούς εκεί πέρα; Είναι φοβερό! Το γεροντάκι να υποφέρη, να βογγάη, να του ζητάη κάτι για να ανακουφισθή, και εκείνος να μη θέλη να πάη, για να μη διακόψη τα πνευματικά του! Αυτά είναι τελείως ξερά πράγματα. Πιο πολύ θα μετρούσε για τον Θεό το "τούβλο – τσάι" παρά οι μετάνοιες και τα κομποσχοίνια που έκανε…καθ' όλην την εντέλειαν! Από την μια έλεγε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με", και από την άλλη: "Άσε με ήσυχο"!
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...