Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Γιατί υπάρχουν οι δοκιμασίες και ο πόνος στη ζωή μας;

"Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος"

Οι σταυροί των δοκιμασιών

        Γέροντα, το σταυρουδάκι που μου δώσατε το φορώ συνέχεια και με βοηθάει στις δυσκολίες.

        - Να, τέτοια σταυρουδάκια είναι οι δικοί μας σταυροί, σαν αυτά που κρεμούμε στον λαιμό μας και μας προστατεύουν στην ζωή μας. Τι νομίζεις, έχουμε μεγάλο σταυρό εμείς; Μόνον ο Σταυρός του Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς, γιατί ο Χριστός από αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους δεν θέλησε να χρησιμοποιήση για τον εαυτό Του την θεϊκή Του δύναμη. Και στην συνέχεια σηκώνει το βάρος των σταυρών όλου του κόσμου και μας ελαφρώνει από τους πόνους των δοκιμασιών με την θεία Του βοήθεια και με την γλυκειά Του παρηγοριά.

                Ο Καλός Θεός οικονομάει για τον κάθε άνθρωπο έναν σταυρό ανάλογο με την αντοχή του, όχι για να βασανιστή, αλλά για να ανεβή από τον σταυρό στον Ουρανό – γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι σκάλα προς τον Ουρανό. Αν καταλάβουμε τι θησαυρό αποταμιεύουμε από τον πόνο των δοκιμασιών, δεν θα γογγύζουμε, αλλά θα δοξολογούμε τον Θεό σηκώνοντας το σταυρουδάκι που μας χάρισε, οπότε και σε τούτη την ζωή θα χαιρόμαστε, και στην άλλη θα έχουμε να λάβουμε και σύνταξη και «εφάπαξ». Ο Θεός μας έχει εξασφαλισμένα κτήματα εκεί στον Ουρανό. Όταν όμως ζητούμε να μας απαλλάξη από μια δοκιμασία, δίνει αυτά τα κτήματα σε άλλους και τα χάνουμε. Ενώ, αν κάνουμε υπομονή, θα μας δώση και τόκο.

                Είναι μακάριος αυτός που βασανίζεται εδώ, γιατί, όσο πιο πολύ παιδεύεται σ’ αυτήν την ζωή, τόσο περισσότερο βοηθιέται για την άλλη, επειδή εξοφλά αμαρτίες. Οι σταυροί των δοκιμασιών είναι ανώτεροι από τα «τάλαντα», από τα χαρίσματα, που μας δίνει ο Θεός. Είναι μακάριος εκείνος που έχει όχι έναν σταυρό αλλά πέντε. Μια ταλαιπωρία ή ένας θάνατος μαρτυρικός είναι και καθαρός μισθός. Γι’ αυτό σε κάθε δοκιμασία να λέμε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί αυτό χρειαζόταν για την σωτηρία μου».

Οι δοκιμασίες βοηθούν να συνέλθουν οι άνθρωποι
    Γέροντα, μαθαίνω για την ταλαιπωρία των δικών μου. Θα τελειώσουν ποτέ τα βάσανά τους;   - Κάνε υπομονή, αδελφή μου, και μη χάνεις την ελπίδα σου στον Θεό. Όπως κατάλαβα από όλες τις δοκιμασίες που περνούν οι δικοί σου, ο Θεός σας αγαπάει και επιτρέπει όλες αυτές τις δοκιμασίες για ένα λαμπικάρισμα πνευματικό ολόκληρης της οικογένειας. Εάν εξετάσουμε κοσμικά τις δοκιμασίες της οικογένειάς σου, φαίνεστε δυστυχισμένοι. Εάν  όμως τις εξετάσουμε πνευματικά, είστε ευτυχισμένοι, και στην άλλη ζωή θα σας ζηλεύουν όσοι θεωρούνται σε τούτη την ζωή ευτυχισμένοι. Με αυτόν τον τρόπο ασκούνται και οι γονείς σου, μια που τον αρχοντικό τρόπο, τον πνευματικό, δεν τον γνωρίζουν ή δεν τον καταλαβαίνουν. Πάντως, κρύβεται ένα μυστήριο στις δοκιμασίες του σπιτιού σου, αλλά και σε oρισμένα άλλα σπίτια, ενώ γίνεται τόση προσευχή! «Τις οίδε τα κρίματα του Θεού;»[i]. Ο Θεός να βάλη το χέρι Του και να δώση τέρμα στις δοκιμασίες.

                - Γέροντα, δεν γίνεται οι άνθρωποι να συνέλθουν με άλλον τρόπο και όχι με κάποια δοκιμασία;

                - Πριν επιτρέψη ο Θεός να έρθη μια δοκιμασία, εργάστηκε με καλό τρόπο, αλλά δεν τον καταλάβαιναν, γι’ αυτό μετά επέτρεψε την δοκιμασία. Βλέπετε, και όταν ένα παιδί είναι ανάποδο, στην αρχή ο πατέρας του το παίρνει με το καλό, του κάνει τα χατίρια, αλλά, όταν εκείνο δεν αλλάζη, τότε του φέρεται αυστηρά, για να διορθωθή. Έτσι και ο Θεός μερικές φορές, όταν κάποιος δεν καταλαβαίνη με το καλό, του δίνει μια δοκιμασία, για να συνέλθη. Αν δεν υπήρχε λίγος πόνος, αρρώστιες κ.λπ., θα γίνονταν θηρία οι άνθρωποι· δεν θα πλησίαζαν καθόλου στον Θεό.

                Η ζωή αυτή είναι ψεύτικη και σύντομη· λίγα είναι τα χρόνια της. Και ευτυχώς που είναι λίγα, γιατί γρήγορα θα περάσουν οι πίκρες, οι οποίες θα θεραπεύσουν τις ψυχές μας σαν τα πικροφάρμακα. Βλέπεις, οι γιατροί, ενώ οι καημένοι οι άρρωστοι πονούν, τους δίνουν πικρό φάρμακο, γιατί με το πικρό θα γίνουν καλά, όχι με το γλυκό. Θέλω να πω ότι και η υγεία από το πικρό βγαίνει, και η σωτηρία της ψυχής από το πικρό βγαίνει.

Με τον πόνο μας επισκέπτεται ο Χριστός

                Άνθρωπος που δεν περνάει δοκιμασίες, που δεν θέλει να πονάη, να ταλαιπωρήται, που δεν θέλει να τον στεναχωρούν ή να του κάνουν μια παρατήρηση, αλλά θέλει να καλοπερνάη, είναι εκτός πραγματικότητος. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν»[ii], λέει ο Ψαλμωδός.

                Βλέπεις, και η Παναγία μας πόνεσε και οι Άγιοί μας πόνεσαν, γι’ αυτό και εμείς πρέπει να πονέσουμε, μια που τον ίδιο δρόμο ακολουθούμε. Με την διαφορά ότι εμείς, όταν έχουμε λίγη ταλαιπωρία σ’ αυτήν την ζωή, ξοφλούμε λογαριασμούς και σωζόμαστε. Αλλά και ο Χριστός με πόνο ήρθε στην γη. Κατέβηκε από τον Ουρανό, σαρκώθηκε, ταλαιπωρήθηκε, σταυρώθηκε. Και τώρα ο Χριστιανός την επίσκεψη του Χριστού έτσι την καταλαβαίνει, με τον πόνο.

                Όταν επισκέπτεται ο πόνος τον άνθρωπο, τότε του κάνει επίσκεψη ο Χριστός. Ενώ, όταν δεν περνάη ο άνθρωπος καμμιά δοκιμασία, είναι σαν μία εγκατάλειψη του Θεού. Ούτε ξοφλάει, ούτε αποταμιεύει. Μιλάω βέβαια για έναν ο οποίος δεν θέλει την κακοπάθεια για την αγάπη του Χριστού. Σου λέει: «Έχω την υγεία μου, έχω την όρεξή μου, τρώω, περνάω μια χαρά, ήσυχα...», και δεν λέει ένα «δόξα Σοι ο Θεός». Τουλάχιστον, αν αναγνωρίζη όλες αυτές τις ευλογίες του Θεού, κάπως τακτοποιείται η υπόθεση. «Δεν μου άξιζαν αυτά, να πη, αλλά, επειδή είμαι αδύνατος, γι’ αυτό ο Θεός με οικονομάει». Στον βίο του Αγίου Αμβροσίου[iii] αναφέρεται ότι κάποτε ο Άγιος φιλοξενήθηκε με την συνοδεία του στο σπίτι κάποιου πλουσίου. Βλέποντας ο Άγιος τα αμύθητα πλούτη του τον ρώτησε να είχε καμμιά φορά δοκιμάσει κάποια θλίψη. «Όχι, ποτέ, του απάντησε εκείνος. Τα πλούτη μου συνέχεια αυξάνονται, τα κτήματά μου ευφορούν, ούτε πόνο έχω, ούτε αρρώστια είδα ποτέ». Τότε ο Άγιος δάκρυσε και είπε στην συνοδεία του: «Ετοιμάστε τα αμάξια να φύγουμε γρήγορα από 'δω, γιατί αυτόν δεν τον επισκέφθηκε ο Θεός!». Και μόλις βγήκαν στον δρόμο, το σπίτι του πλουσίου βούλιαξε! Η καλοπέραση που είχε ήταν εγκατάλειψη Θεού[iv].

«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει»[v]

                - Γέροντα, γιατί ο κόσμος υποφέρει σήμερα τόσο πολύ;

                - Από την αγάπη του Θεού! Εσύ σαν μοναχή σηκώνεσαι το πρωί, κάνεις τον κανόνα σου, κάνεις κομποσχοίνια, μετάνοιες κ.λπ. Για τους κοσμικούς οι δυσκολίες που περνούν είναι ο κανόνας τους, οπότε εξαγνίζονται μ’ αυτές. Τους κάνουν μεγαλύτερο καλό από την κοσμική καλοπέραση, η οποία δεν τους βοηθάει ούτε να πλησιάσουν στον Θεό, ούτε να αποταμιεύσουν μισθό ουράνιο. Γι’ αυτό πρέπει να τις δέχωνται ως δώρα από τον Θεό.

                Ο Καλός Θεός με τις δοκιμασίες παιδαγωγεί σαν καλός Πατέρας τα παιδιά Του, από αγάπη, από θεία καλωσύνη, και όχι από κακότητα ούτε από κοσμική, νομική, δικαιοσύνη, γιατί θέλει να επιστρέψουν κοντά Του. Επειδή δηλαδή θέλει να σώση τα πλάσματά Του και να κληρονομήσουν την ουράνια Βασιλεία Του, επιτρέπει τις δοκιμασίες, για να παλέψη ο άνθρωπος, να αγωνισθή και να δώση εξετάσεις στην υπομονή στους πόνους, ώστε να μην μπορή να Του πη ο διάβολος: «Πως τον ανταμείβεις αυτόν ή πως τον σώζεις, αφού δεν κοπίασε;». Τον Θεό δεν Τον ενδιαφέρει αυτή η ζωή, αλλά η άλλη. Πρώτα μας φροντίζει για την άλλη ζωή και ύστερα γι’ αυτήν.

                - Γιατί όμως, Γέροντα, ο Θεός σε μερικούς ανθρώπους δίνει πολλές δοκιμασίες, ενώ σε άλλους δεν δίνει;

                - Τι λέει η Αγία Γραφή; «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει»[vi]. Ένας πατέρας έχει λ.χ. οκτώ παιδιά. Τα πέντε μένουν στο σπίτι, κοντά στον πατέρα τους, και τα τρία φεύγουν μακριά του και δεν τον σκέφτονται. Σ’ αυτά που μένουν κοντά του, αν κάνουν καμμιά αταξία, τους τραβάει το αυτί, τους δίνει κανένα σκαμπιλάκι· ή, αν είναι φρόνιμα, τα χαϊδεύει, τους δίνει και καμμιά σοκολάτα. Ενώ αυτά που είναι μακριά, ούτε χάδι ούτε σκαμπίλι έχουν. Έτσι κάνει και ο Θεός. Τους ανθρώπους που είναι κοντά Του και εκείνους που έχουν καλή διάθεση, αν σφάλουν λίγο, τους δίνει ένα σκαμπιλάκι και εξοφλούν ή, αν τους δώση περισσότερα σκαμπίλια, αποταμιεύουν. Σ’ εκείνους πάλι που είναι μακριά Του δίνει χρόνια, για να μετανοήσουν. Γι’ αυτό βλέπουμε κοσμικούς ανθρώπους να κάνουν σοβαρές αμαρτίες και παρ’ όλα αυτά να έχουν άφθονα υλικά αγαθά και να ζουν πολλά χρόνια, χωρίς να περνούν δοκιμασίες. Αυτό γίνεται κατ’ οικονομίαν Θεού, για να μετανοήσουν. Αν δεν μετανοήσουν, θα είναι αναπολόγητοι στην άλλη ζωή.

Ο πόνος του Θεού για τις δοκιμασίες των ανθρώπων

Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος! Πόσα προβλήματα! Και έρχονται μερικοί εδώ να μου τα πουν σε δυο λεπτά στο πόδι, για να παρηγορηθούν λίγο. Μια βασανισμένη μάνα μου έλεγε: «Γέροντα, έρχονται στιγμές που δεν αντέχω άλλο και τότε λέω : ‘’Χριστέ μου, κάνε μια μικρή διακοπή και ύστερα ας ξαναρχίσουν τα βάσανα’’». Πόση ανάγκη από προσευχή έχουν οι άνθρωποι! Αλλά και κάθε δοκιμασία είναι δώρο από τον Θεό, είναι ένας βαθμός για την άλλη ζωή. Αυτή η ελπίδα της ανταμοιβής στην άλλη ζωή μου δίνει χαρά, παρηγοριά και κουράγιο, και μπορώ να αντέξω τον πόνο για τις δοκιμασίες που περνούν πολλοί άνθρωποι.

Ο Θεός μας δεν είναι Βάαλ, αλλά Θεός αγάπης. Είναι Πατέρας που βλέπει την ταλαιπωρία των παιδιών Του από τους διάφορους πειρασμούς και τις δοκιμασίες που περνούν και θα μας ανταμείψη, φθάνει να κάνουμε υπομονή στο μικρό μαρτύριο της δοκιμασίας ή μάλλον της ευλογίας.

- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν είναι σκληρό αυτό που επέτρεψε ο Θεός; Δεν  πονάει ο Θεός;».

- Ο πόνος του Θεού για τους ανθρώπους που βασανίζονται από αρρώστιες, από δαίμονες, από βαρβάρους κ.λπ. έχει συγχρόνως και χαρά για την ουράνια αμοιβή που τους έχει ετοιμάσει. Έχοντας δηλαδή υπ’ όψιν Του ο Θεός την ανταπόδοση που θα λάβη στον Ουρανό όποιος περνάει δοκιμασίες και γνωρίζοντας τι τον περιμένει στην άλλη ζωή, αυτό Τον κάνει να μπορή να «αντέχη» τον πόνο. Εδώ επέτρεψε να κάνη τόσα εγκλήματα ο Ηρώδης[vii]. Δεκατέσσερις χιλιάδες νήπια έσφαξε και πόσους γονείς, που δεν άφηναν τους στρατιώτες να σκοτώσουν τα παιδιά τους, τους σκότωναν κι εκείνους! Οι βάρβαροι στρατιώτες, για να φανούν στους αρχηγούς τους καλύτεροι, έκοβαν τα παιδάκια κομματάκια. Όσο πιο πολύ βασανίζονταν τα παιδάκια, τόσο περισσότερο πονούσε ο Θεός, αλλά και τόσο περισσότερο χαιρόταν για την μεγαλύτερη δόξα που θα είχαν να απολαύσουν στον Ουρανό. Χαιρόταν για τα Αγγελουδάκια αυτά, που θα αποτελούσαν το αγγελικό μαρτυρικό τάγμα. Άγγελοι από Μάρτυρες!

Στις θλίψεις ο Θεός δίνει την αληθινή παρηγοριά

Ο Θεός βλέπει από κοντά τις ταλαιπωρίες των παιδιών Του και τα παρηγορεί σαν καλός Πατέρας. Γιατί, τι νομίζεις, θέλει να βλέπη το παιδάκι Του να ταλαιπωρήται; Όλα τα βάσανά του, τα κλάματά του, τα λαμβάνει υπ’ όψιν Του και ύστερα πληρώνει. Μόνον ο Θεός δίνει στις θλίψεις την αληθινή παρηγοριά. Γι’ αυτό, άνθρωπος που δεν πιστεύει στην αληθινή ζωή, που δεν πιστεύει στον Θεό, για να Του ζητήση το έλεός Του στις δοκιμασίες που περνάει, είναι όλο απελπισία και δεν έχει νόημα η ζωή του. Πάντα μένει αβοήθητος, απαρηγόρητος και βασανισμένος σ’ αυτήν την ζωή, αλλά καταδικάζει και αιώνια την ψυχή του.

Οι πνευματικοί όμως άνθρωποι, επειδή όλες τις δοκιμασίες τις αντιμετωπίζουν κοντά στον Χριστό, δεν έχουν δικές τους θλίψεις. Μαζεύουν τις πολλές πίκρες των άλλων, αλλά παράλληλα μαζεύουν και την πολλή αγάπη του Θεού. Όταν ψάλλω το τροπάριο «Μη καταπιστεύσης με ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα», καμμιά φορά σταματώ στο «αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου...». Αφού δεν έχω θλίψη, πως να πω «θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι»[viii]; Ψέμματα να πω; Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη, γιατί, όταν ο άνθρωπος τοποθετηθή σωστά, πνευματικά, όλα αλλάζουν. Αν ο άνθρωπος ακουμπήση την πίκρα του πόνου του στον γλυκύ Ιησού, οι πίκρες και τα φαρμάκια του μεταβάλλονται σε μέλι.

                Αν καταλάβη κανείς τα μυστικά της πνευματικής ζωής και τον μυστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται ο Θεός, παύει να στεναχωριέται για ό,τι του συμβαίνει, γιατί δέχεται με χαρά τα πικρά φάρμακα που του δίνει ο Θεός για την υγεία της ψυχής του. Όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού ζητάει συνέχεια από τον Θεό να του λευκάνη την ψυχή. Όταν όμως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις δοκιμασίες κοσμικά, βασανίζονται. Αφού ο Θεός όλους μας παρακολουθεί, πρέπει να παραδίνεται κανείς εν λευκώ σ’ Αυτόν. Αλλιώς είναι βάσανο· ζητάει να του έρθουν όλα, όπως εκείνος θέλει, αλλά δεν του έρχονται όλα όπως τα θέλει, και ανάπαυση δε βρίσκει.

                Είτε χορτάτος είναι κανείς είτε νηστικός, είτε τον επαινούν, είτε τον αδικούν, πρέπει να χαίρεται και να τα αντιμετωπίζη όλα ταπεινά και με υπομονή. Τότε ο Θεός συνέχεια θα του δίνη ευλογίες, ώσπου να φθάση η ψυχή του σε σημείο να μη χωράη, να μην αντέχη την καλωσύνη του Θεού. Και, όσο θα προχωράη πνευματικά, τόσο θα βλέπη την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα λειώνη από την αγάπη Του.

Οι κατά παραχώρησιν Θεού πειρασμοί και θλίψεις

                Οι δοκιμασίες που μας έρχονται είναι μερικές φορές η αντιβίωση που δίνει ο Θεός για τις αρρώστιες της ψυχής μας και πολύ μας βοηθούν πνευματικά. Τρώει ο άνθρωπος ένα μαλακό σκαμπίλι και μαλακώνει η καρδιά του. Ο Θεός ξέρει φυσικά σε τι κατάσταση βρίσκεται ο καθένας μας, αλλά, επειδή εμείς δεν ξέρουμε, επιτρέπει να δοκιμασθούμε, για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να βρούμε τα πάθη που υπάρχουν κρυμμένα μέσα μας και να μην έχουμε παράλογες απαιτήσεις την ημέρα της Κρίσεως. Γιατί, και να παρέβλεπε τα πάθη μας και να μας έπαιρνε όπως είμαστε στον Παράδεισο, και εκεί πάλι θα δημιουργούσαμε προβλήματα. Γι’ αυτό ο Θεός επιτρέπει στον διάβολο να δημιουργή εδώ πειρασμούς, για να μας ξεσκονίζουν, ώστε να ταπεινωθή και να εξαγνισθή η ψυχή μας με τις θλίψεις, οπότε μετά μας χαριτώνει.

                Η πραγματική χαρά γεννιέται από την πίκρα που γεύεται κανείς με χαρά για τον Χριστό που πικράθηκε, για να μας σώση. Ο Χριστιανός πρέπει να χαίρεται ιδιαίτερα, όταν τον βρίσκη κάποια δοκιμασία, χωρίς να έχη δώσει ο ίδιος αφορμή.

                Λέμε καμμιά φορά στον Θεό: «Θεέ μου, δεν ξέρω τι θα κάνης, εν λευκώ σου παραδίδω τον εαυτό μου, για να τον κάνης άνθρωπο». Οπότε και ο Θεός πάει να με κάνη όχι μόνον άνθρωπο αλλά υπεράνθρωπο και αφήνει τον διάβολο να ‘ρθή να με πειράξη και να με ταλαιπωρήση. Τώρα με τον καρκίνο βλέπω τα τερτίπια του και γελάω. Βρε τον διάβολο! Εσείς ξέρετε με τι σαπούνι πλένει ο διάβολος τον άνθρωπο, όταν ο Θεός επιτρέπη να τον πειράξη, για να δοκιμασθή; Με τους αφρούς της κακίας του. Έχει καλό ... σαπούνι! Όπως η γκαμήλα βγάζει αφρούς, όταν θυμώνη, έτσι κάνει και ο διάβολος σε τέτοιες περιπτώσεις. Και μετά τρίβει τον άνθρωπο, όχι για να φύγουν οι λεκέδες του και να εξαγνισθή, αλλά από κακία. Και ο Θεός όμως αφήνει τον διάβολο να τρίβη τον άνθρωπο, ίσα-ίσα μέχρι να φύγουν οι λεκέδες και να καθαρίση. Αν άφηνε να τον τρίψη όπως τρίβουν τα ρούχα, θα τον ξέσχιζε.

                - Γέροντα, μπορούμε να λέμε για τους διάφορους πειρασμούς που συμβαίνουν στην ζωή μας ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού;

                - Όχι, να μην μπερδεύουμε το θέλημα του Θεού με τον πειρασμό και με όσα φέρνει ο πειρασμός. Ο Θεός αφήνει τον διάβολο ελεύθερο μέχρις ενός σημείου να πειράξη τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο τον αφήνει ελεύθερο να κάνη το καλό ή το κακό. Δεν φταίει όμως ο Θεός για το κακό που θα κάνη ο άνθρωπος. Ο Ιούδας λ.χ. ήταν μαθητής του Χριστού. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν θέλημα Θεού να γίνη προδότης; Όχι, αλλά ο ίδιος ο Ιούδας επέτρεψε στον διάβολο να μπη μέσα του. Κάποιος είπε σε έναν ιερέα: «Πάτερ, σε παρακαλώ, κάνε ένα Τρισάγιο για τον Ιούδα». Ήταν δηλαδή σαν να έλεγε: «Εσύ, Χριστέ, είσαι άδικος· έτσι ήταν θέλημά Σου, να Σε προδώση ο Ιούδας· γι’ αυτό τώρα βοήθησέ τον».

                Μετρημένες είναι οι περιπτώσεις που επιτρέπει ο Θεός να δοκιμασθούν μερικοί ευλαβείς, για να έρθη σε συναίσθηση κάποιος που έχει άσχημη ζωή και να μετανοήση. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν διπλό μισθό. Δίνει δηλαδή ο Θεός την δυνατότητα σε μερικούς οι οποίοι με τις δοκιμασίες που περνούν εξοφλούν σ’ αυτήν την ζωή αμαρτίες και γκρινιάζουν παράλογα, να βοηθηθούν από την υπομονή αυτών που, ενώ δεν έσφαλαν, ταλαιπωρούνται, αλλά δεν γογγύζουν. Ας υποθέσουμε ότι ένας πολύ καλός, πολύ ευλαβής, οικογενειάρχης βρίσκεται στο σπίτι του με την οικογένειά του και ξαφνικά γίνεται σεισμός και πέφτει το σπίτι, πλακώνει όλη την οικογένεια και μετά από φοβερή ταλαιπωρία πεθαίνουν όλοι. Γιατί το επέτρεψε αυτό ο Θεός; Για να μη γογγύζουν οι άλλοι που φταίνε και τιμωρούνται.

                Γι’ αυτό, όσοι σκέφτονται τους μεγάλους σταυρούς των δικαίων, ποτέ δεν στεναχωριούνται για τις δικές τους μικρές δοκιμασίες. Βλέπουν ότι, ενώ έσφαλαν στην ζωή τους, εν τούτοις υποφέρουν λιγώτερο από τους δικαίους, γι’ αυτό λένε σαν τον καλό ληστή[ix]: «Αυτοί δεν έκαναν τίποτε και υπέφεραν τόσο· εμείς τι πρέπει να πάθουμε;» Δυστυχώς όμως μερικοί μοιάζουν με τον ληστή που σταυρώθηκε εξ αριστερών του Χριστού[x] και λένε: «Πήγαιναν με τον σταυρό στο χέρι και δες τι έπαθαν!»

 

Μπροστά στη θεία δικαιοσύνη η ανθρώπινη είναι μηδέν

Η Θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη
- Γέροντα, τί είναι Θεία δικαιοσύνη;- Θεία δικαιοσύνη είναι να κάνης αυτό που αναπαύει τον άλλον. Αν έχης λ.χ. να μοιρασθής κάτι με κάποιον άλλον, να του δώσης όχι το μισό από αυτό που έχεις, αλλά όσο
θέλει εκείνος. Να του πης: Πόσα θέλεις; δυόμισι; τρία; πάρ' τα. Να δίνης τα καλά και να κρατάς τα σάπια. Να δίνης τα περισσότερα και να κρατάς τα λιγώτερα. Να, πες πως μας φέρνει τώρα μια αδελφή δέκα δαμάσκηνα. Αν εγώ από λαιμαργία φάω τα οκτώ και σου
αφήσω τα δύο, θα σε αδικήσω. Αν πω: αφού είμαστε δύο, θα φάω τα πέντε και θα σου
αφήσω τα άλλα πέντε, τότε έχω την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Αν όμως δω ότι σου αρέσουν
τα δαμάσκηνα και φάω μόνον ένα και σου πω: κάνε αγάπη να φας εσύ τα υπόλοιπα, γιατί
εμένα δεν μου πολυαρέσουν, αλλά με πειράζουν και στα έντερα, τότε έχω την θεία δικαιοσύνη.

- Δηλαδή ανθρώπινη δικαιοσύνη ποιά είναι;
- Ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι, αν πρέπη λ.χ. να μοιρασθής κάτι με κάποιον άλλον, να δίνης το μισό και να κρατάς το άλλο μισό.

- Γέροντα, τί θέση έχει η ανθρώπινη δικαιοσύνη στην πνευματική ζωή;
- Η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν είναι για τους πνευματικούς ανθρώπους, είναι φρένο για τους κοσμικούς ανθρώπους.
Ο πνευματικός άνθρωπος είναι ανόητος, αν αποβλέπη σ' αυτήν, γιατί μπροστά στην θεία δικαιοσύνη η ανθρώπινη είναι μηδέν. Αλλά και ο κοσμικός άνθρωπος, αν πετύχη κάτι σ' αυτήν την ζωή εφαρμόζοντας την ανθρώπινη δικαιοσύνη, δεν θα έχη την πραγματική χαρά και ανάπαυση.
Ας υποθέσουμε ότι δύο αδέλφια έχουν ένα κτήμα δέκα στρέμματα. Ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι να πάρη ο καθένας από πέντε στρέμματα. Θεία δικαιοσύνη είναι να πάρη ο καθένας αυτό που έχει ανάγκη.
Αν δηλαδή ο ένας αδελφός έχη επτά παιδιά και ο άλλος δύο ή η δουλειά του ενός είναι κατώτερη από την δουλειά του άλλου, πρέπει να πάρη περισσότερο εκείνος που έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Σ' αυτήν την περίπτωση είναι αδικία να πάρη ο δεύτερος όσα και ο πρώτος. Ο κοσμικός άνθρωπος όμως δεν λαμβάνει υπ' όψιν του ότι ο αδελφός του δυσκολεύεται να τα βγάλη πέρα. Δεν καταλαβαίνει ότι η μοιρασιά που πάει να κάνη είναι άδικη, γιατί δεν σκέφτεται πνευματικά.
Του λες: πρέπει να βοηθήσης την οικογένειά σου να δεχθή να δώσης περισσότερα στον αδελφό σου που έχει ανάγκη και σου λέει:
Γιατί; δεν τον αδικώ!
Εάν ήταν πνευματικός άνθρωπος, ακόμα και αν η γυναίκα του και τα παιδιά του αντιδρούσαν, έπρεπε να τους πείση να δεχθούν ό,τι του δώση ο αδελφός του. Αν ο αδελφός του έλεγε: εσύ θα πάρης ένα στρέμμα, να έπαιρνε το ένα, χωρίς να πη τίποτε, για να νιώθη άνετα ο αδελφός του που πήρε τα υπόλοιπα.
Πάντως το Ευαγγέλιο κάνει την καλύτερη μοιρασιά.
Μου κάνει εντύπωση η αρχοντιά τού Αβραάμ. Όταν μάλωναν οι τσομπάνηδες του Λωτ και του Αβραάμ για τα βοσκοτόπια, πήγε ο Αβραάμ στον Λωτ και του είπε: Δεν κάνει να μαλώνουμε είμαστε συγγενείς.
Πού σε αναπαύει εσένα να πας; Θέλεις να πας από δω ή θέλεις να πας από κει; Ο Λωτ κινήθηκε και λίγο ανθρώπινα και διάλεξε τα Σόδομα και τα Γόμορρα, γιατί είχαν πρασινάδα και βοσκοτόπια, και τι έπαθε μετά! Ο Αβραάμ κινήθηκε με την θεία δικαιοσύνη, θέλησε να αναπαύση τον Λωτ, και χάρηκε κιόλας που ο Λωτ πήγε στον καλύτερο τόπο. 

(Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, 
"Λόγοι Γ': Πνευματικός Αγώνας",

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Αββάς Δωρόθεος: προσπάθεια, α-προσπάθεια, α-πάθεια

Ἂν λοιπὸν θέλουμε ν' ἁπαλλαγοῦμε τέλεια καὶ να ἐλευθερωθοῦμε, ἂς μάθουμε να κόβουμε τὰ θελήματα μας, καὶ ἔτσι προκόβοντας λίγο - λίγο, μὲ τῇ Χαρῇ τοῦ Θεοῦ, θὰ φτάσουμε στην «ἀπροσπάθεια». Γιατὶ τίποτα δεν ὠφελεῖ τόσο τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸ να κόψουν τὸ θέλημα τούς. Πραγματικά, προοδεύει κανεὶς ἀπ' αὐτὸ τὸ πρᾶγμα σχεδὸν περισσότερο ἀπ' ὄσο με ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετή. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος ποῦ περπατάει στο δρόμο καὶ βρίσκει ἕνα μονοπάτι καὶ τὸ ἀκολουθεῖ, μ' ἐκεῖνο τὸ μονοπάτι κερδίζει πολὺ μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸ δρόμο, τὸ 'ἴδιο συμβαίνει καὶ μ' αὐτὸν ποῦ ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο τῆς «ἐκκοπὴς τοῦ θελήματος». Γιατί με τὸ να κόβει κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ, ἀποκτᾷ τὴν «ἀπροσπάθεια» καὶ ἀπὸ τὴν «ἀπροσπάθεια» ἔρχεται, μὲ τῇ Χαρῇ τοῦ Θεοῦ, σὲ τέλεια «ἀπάθεια». Μπορεῖ δὲ σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα να κόψει κανεὶς δέκα θελήματα, καὶ σᾶς λεὼ πῶς: Κάνει ἕνα μικρὸ περιπατο καὶ βλέπει κάτι, καὶ τοῦ λέει ὁ λογισμός: «Κοίταξε ἐκεῖ», καὶ λέει στο λογισμό: «Ὄχι δεν κοιτάζω καθόλου», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν προσέχει. Πάλι συναντάει μερικοὺς ποῦ κουβεντιάζουν, καὶ τοῦ λέει ὃ λογισμός: «Πες καὶ σὺ αὐτό», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν τὸ λέει. Πάλι τοῦ λέει ὁ λογισμός: «Πήγαινε καὶ ῥώτησε τὸ μάγειρά τι μαγειρεύει», καὶ δεν πάει, ἀλλὰ κόβει τὸ θέλημά του. Βλέπει κάτι καὶ τοῦ λέει ὃ λογισμός: «Ῥώτησε ποῖος τὸ ἔφερε», καὶ κόβει τὸ θέλημά του καὶ δεν ῥωτάει. Καὶ ἔτσι κόβοντας συχνὰ - πυκνὰ τὸ θέλημά του, συνηθίζει να τὸ κόβει καὶ ἀρχιζοντας ἀπὸ τὰ μικρὰ φτάνει να κόβει με ἄνεση καὶ χαρὰ καὶ τὰ μεγάλα. Ἔτσι καταλήγει να μὴν ἔχει καθόλου θέλημα, ἀλλὰ ὀτιδήποτε συμβεῖ τὸν ἀναπαύει, σὰν να γίνεταί με τὸ θέλημά του. Καὶ χωρὶς να θέλει ὃ 'ἴδιος να κάνει τὸ θέλημά του βρίσκεται πάντοτε να τὸ κάνει. Γιατὶ για ὁποῖον δεν ἔχει δικὸ τοῦ θέλημα, καθετὶ ποῦ γίνεται εἶναι καὶ δικὸ τοῦ. Καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο φτάνει, ὅπως εἴπαμε, να μὴν ἔχει «προσπάθεια» καὶ ἀπὸ τὴν «ἀπροσπάθεια» ἔρχεται στην «ἀπάθεια».

ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ, έργα ασκητικά,

Το χάλκινο φίδι του Μωυσέως.Πατερικές ερμηνείες του συμβολισμού.

Εἶπεν ὁ Κύριος·  καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,  ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον “(.Ιω. γ’ 13-15)

Α.Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Ο τύπος του χάλκινου φιδιού εκλαμβάνεται σαν τύπος του αθώου και αναμάρτητου Χριστού.
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας στον παράδοξο αυτό συμβολισμό διακρίνει δύο δόγματα της πίστεώς μας. Το Θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού και τον Σταυρό του.
Πώς όμως ο αγαθός Θεός συμβολίζεται με το φίδι; Και απαντά ο Άγιος Κύριλλος. Όπως ο Χριστός ήταν συγχρόνως Θεός και άνθρωπος. Μήπως ήταν μικρότερη ταπείνωση και δυσφήμιση για τον αναμάρτητο Χριστό να έρθει στον κόσμο σαν ένας από τους αμαρτωλούς; Και συνεχίζει:
« Γέγονε τοίνυν ο Θεός Λόγος εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας, ινα κατακρίνη την αμαρτίαν εν σαρκί, καθώς γέγραπται (Ρωμ.8,3) και τοις ατενίζουσιν εις αυτόν δι΄εκτενεστέρας της πίστεως, ή και της των θείων δογμάτων ερεύνης σωτηρίας ακαταλύτου πρόξενος αναδειχθή.Το δε εφ΄υψηλής  τινος υποβάθρας  ανεστηλώσθαι τον όφιν, δηλοί δη πάντως το εν περιφανεία και επισημότητι γενέσθαι Χριστόν….δια το επί του Σταυρώ πάθος».(Κυρίλλου Αλεξανδρείας .Εις Ιωάννην 2,1:P.G 73,252BC).
.. «Αλλωστε, πως μπορούμε να συλλάβουμε ότι ο Θεάνθρωπος υψώθηκε πάνω στον καταραμένο Σταυρό; Επειδή και ο Σταυρός ήταν επικατάρατος και ο όφις επικατάρατος, ο συγκεκριμένος συμβολισμός προτυπώνει  εκφραστικότατα τον Εσταυρωμένο Χριστό.
Η πικρή και ανθρωποκτόνος αμαρτία κατέτρωγε το ανθρώπινο γένος δαγκώνοντας με πολλούς τρόπους την ψυχή του ανθρώπου και χύνοντας στην πληγή το ποικιλόμορφο δηλητήριο της διαφθοράς. Πάνω στην γη δεν μπορούσε να βρεθεί τρόπος απαλλαγής. Γι΄αυτό προέκυψε η ανάγκη «της εξ ουρανών επικουρίας. Ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος».(Εις Ιωάννην 2,1:PG 73,252B)
Ο Θεοδώρητος κάνει τον εξής συλλογισμό: Με το φίδι βλάστησε η αμαρτία. Και ο Δεσπότης Χριστός εμφανίστηκε «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας»(Ρωμ.8,3).Το χάλκινο φίδι προτυπώνει το Σωτήριο Πάθος. Εκείνο ήταν ομοίωμα φιδιού, αλλά χωρίς δηλητήριο. Και ο Μονογενής Υιός του Θεού είχε ανθρώπινο σώμα αλλά αναμάρτητο. Όσοι δαγκώνονταν από τα φίδια, εφόσον ατένιζαν το χάλκινο φίδι σώζονταν. Όσοι προσβάλλονται από την αμαρτία, εφόσον πιστεύουν ακράδαντα στο Πάθος του Χριστού απολαμβάνουν την αιώνια ζωή.(Θεοδωρήτου .Εις Αριθμούς 38.PG 80 ,388C-389A)
Β.Ε.Ζιγαβηνός.
O Ζιγαβηνός εστιάζοντας την προσοχή του στο υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το φίδι θεωρεί το χάλκινο φίδι ως τύπο «του στερρού και ανενδότου προς κακίαν σώματος του Χριστού». Όπως το δηλητήριο αδυνατεί  να διαποτίσει τον χαλκό, έτσι ήταν αδύνατο να εισβάλλει η αμαρτία στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και συνεχίζει:
«Εκεί μεν, επεί δι΄όφεως η βλάβη, δι’ όφεως και η θεραπεία. Ενταύθα δε, επεί δι΄ανθρώπου ο θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον, δι΄ανθρώπου και η ζωή παρεγένετο».(Ζιγαβηνού .Εις Ιωάννην 3.PG 129,1169C,1169D)
Γ.Άγιος Ανδρέας Κρήτης.
Με την ανύψωσή του στον Σταυρό ο Κύριος εκπλήρωσε τον τύπο του χάλκινου φιδιού, υπογραμμίζει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης. Εξαφάνισε την κατάρα και εισήγαγε την ευλογία. Δεν είναι πλέον επικατάρατος «πάς ο κρεμάμενος επί ξύλου».(Ανδρέα Κρήτης.Λόγος εις την Παγκόσμια ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.pg 97,1029A).
Δ.Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
O Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνει τους εξής παραλληλισμούς:
-Στην έρημο εμφανίστηκαν φίδια που θανάτωναν τους Ισραηλίτες. Και στην ζωή του ανθρώπου μπήκαν σαν φίδια οι δαίμονες, που δια της αμαρτίας θανάτωσαν τον πρωτόπλαστο και θανατώνουν όλους τους ανθρώπους.
-Το χάλκινο φίδι κατήργησε το δηλητήριο και χάρισε την ζωή σε όσους το ατένιζαν. Ο Χριστός κατήργησε το κράτος της αμαρτίας και δώρησε την αιώνια ζωή.
-Τις πληγές των φιδιών θεράπευσε το χάλκινο φίδι που υψώθηκε επάνω στο ξύλο. Τις πληγές που προκάλεσε ο σατανάς στους ανθρώπους, θεράπευσε ο Χριστός.
-Όσοι ατένιζαν την χάλκινη εικόνα διέφευγαν τον πρόσκαιρο θάνατο. Όσοι πιστεύουν στον Χριστό και «τουτον Εσταυρωμένον» διαφεύγουν τον αιώνιο θάνατο.
-Εκεί φίδι τσιμπούσε και φίδι θεράπευε. Εμάς θάνατος μας κατέστρεψε και θάνατος μας έσωσε. Μας κατέστρεψε ο θάνατος του Αδάμ και μας έσωσε ο θάνατος του Χριστού, που είναι ο νέος Αδάμ.
-  Στην έρημο το φίδι που θανάτωνε είχε δηλητήριο. Το φίδι που χάριζε ζωή δεν είχε. Αντίστοιχα ο θάνατος,  που οδηγεί την ανθρωπότητα στην απώλεια, περικλείει αμαρτία και είναο οψώνιο της αμαρτίας. Ο θάνατος όμως του Κυρίου, που μας έσωσε, καμία σχέση δεν έχει με την αμαρτία, ούτε προήλθε από αυτήν .(Χρυσοστόμου .Εις Ιωάννην  27,2.PG.59,159.)
Ε.Άγιος Γρηγόριος Νύσσης.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και  η ερμηνεία που δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για το χάλκινο φίδι.
Λέει λοιπόν , ότι το χάλκινο φίδι δεν ήταν τύπος αλλά αντίτυπος του Σταυρωθέντος Χριστού .Δηλαδή δεν εικόνιζε το Χριστό αλλά το διάβολο .Και  απαντώντας σε όσους θα αναρωτιούνται για το πώς ο διάβολος είναι δυνατόν να σώζει, λέει, πως σώζει όσους πιστεύουν πως «ο υπό του όφεως τυπούμενος» διάβολος νεκρώθηκε από το Χριστό .
πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίο

Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΓΙΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

1 Ό Γέροντας της Καλύβας του αγίου Ακάκιου του νέου, Ιερόθεος Μοναχός, μας διηγήθηκε, ότι μεταξύ της Μονής Μεγίστης Λαύρας και της Σκήτης των Καύσο καλυβιών, στην περιφέρεια αυτή, ασκήτευε ένας ερημίτης, γνωστός με το όνομα Πανάρετος, ό όποιος μια μέρα, μετά από την καθιερωμένη προσευχή και τον κανόνα του, του ήρθε ή ιδέα να φτιάξει, μπροστά στη σπηλιά του, ένα μικρό κηπάκι, για να έχει σωματική άσκηση και απασχόληση και λίγη παράκληση από τα κηπευτικά πού θα καλλιεργούσε.

Μετά από πολλές μέρες αγώνα και με πολύ κόπο, επειδή τα μέρη εκείνα είναι πετρώδη, έσκαψε αρκετό μέρος και έφτασε σε ένα σημείο πού βρήκε μια πλάκα, ή οποία τον δυσκόλευε να προχωρήσει.

Ήταν βραδάκι, ό Γέροντας αυτός, από την πολλή εργασία κουράστηκε και είπε με τη σκέψη του να σταματήσει ως εκεί το σκάψιμο. Ή περιέργεια όμως να μάθει, τι πλάκα είναι εκείνη και τι κρύβει μέσα, δεν τον άφηνε ήσυχο κι έτσι πήρε ένα σίδερο, το έβαλε σε μια γωνιά κι όταν σήκωσε λίγο την πλάκα, βγήκε από μέσα εύωδία άρρητη, πλημμύρισε όλος ό τόπος από ουράνιο άρωμα.

Ό ήλιος, από ώρα είχε βασιλέψει κι έπαιρνε να σκοτεινιάζει, τότε ό Γέροντας ερημίτης εκείνος, ξέχασε την κούραση πού είχε και βάλθηκε να σηκώσει όλη την πλάκα, την οποία τελικά κατόρθωσε να σηκώσει και τι να δει μέσα; Ή πλάκα έκρυβε κανονικό τάφο μέσα στον όποιον ήταν σώμα σε σχήμα κοιμωμένου άνθρωπου, πού ήταν ντυμένος Ιερά άμφια, ποιος ξέρει από πόσα χρόνια και φαινόταν σαν να είχε πεθάνει και ενταφιασθεί την προηγούμενη μέρα.


Στο μέρος εκείνο, μόνο ό Γέρων Πανάρετος είχε πολλά χρόνια πού ασκήτευε και δεν έτυχε να γνωρίζει κανείς εκεί γύρω, πού είχανε, άλλος 50 κι άλλος 60 χρόνια ασκητική ζωή και κανείς τους δε γνώριζε τίποτα για την άσκηση ή το θάνατο μεγάλου ασκητή και ερημίτη, όπως έδειχνε να ήταν ό ευλογημένος αυτός Άγιος.


Ό ερημίτης αυτός Μοναχός Πανάρετος, από τη χαρά για το εύρημα του κι από την πολλή εύωδία πού έβγαινε από το άγιο εκείνο λείψανο, έμεινε για πολλή ώρα ακίνητος, κατάπληκτος, κι όταν συνήλθε, από την πρώτη αυτή συγκίνηση, άρχισε με δάκρυα να προσεύχεται, να παρακαλεί και να λέγει: «Άγιε του Θεού σε ευχαριστώ πού φανερώθηκες σε μένα τον ανάξιο και αμαρτωλό, παρακαλώ την αγιοσύνη σου, πες μου ποιος είσαι; και πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε πού τελείωσες τον Ιερό αγώνα σου; Πού αφήκες τον έρημο τούτο τόπο και βρίσκεσαι στην αιώνια μακαριότητα; Έφ’ όσον ευδόκησε ό Θεός να σε βρω κι αξιώθηκα να δω την όψη σου, πες μου σε παρακαλώ ποιο είναι τ’ όνομά σου;»


Για μια στιγμή σκέφτηκε πώς πρέπει να πάει στο Μοναστήρι της Λαύρας, να αναφέρει το γεγονός και να ‘ρθουν οι Πατέρες της Μονής να παραλάβουν το άγιο αυτό λείψανο, με δόξες και τιμές όπως πρέπει σε έναν τέτοιο μεγάλο άγιο.


Μ’ αύτη τη σκέψη, προσευχόμενος, έμεινε πολλές ώρες ό Γέρων Πανάρετος. Κόντευε να ξημερώσει, από τον πολύ κόπο και την αγρυπνία, απόκαμε, τον πήρε για λίγο ένας ελαφρός ύπνος και τότε βλέπει τον Άγιο αυτόν να παρουσιάζεται μπρος του και με πολύ θυμωμένο πρόσωπο και αυστηρό ύφος να του λέγει:


«— Δε μου λες αββά, τι σκέφτεσαι να κάνεις;»


~Ό Γέρων, με πολύ φόβο απάντησε:


«— Άγιε του Θεού, σκέφτηκα να ειδοποιήσω, άμα φέξει ό θεός την ήμερα, το Μοναστήρι της Λαύρας, για ναρθούν να σε πάρουν και να μην είσαι ‘δώ στην έρημο περιφρονημένος!»


Ό άγιος, πού ή στολή του έλαμπε σαν τον ήλιο, του είπε με αυστηρό και πάλι ύφος:

«— Δε μου λες Γέροντα, μαζί κάναμε εδώ τους αγώνες και την υπομονή, πού θέλεις εσύ να κανονίσεις για μένα και το λείψανο μου; Πώς θέλεις τώρα να με πάρουν από τον άγιο τούτο τόπο, στον όποιον, με τη δύναμη και τη χάρι του Θεού, αγωνίστηκα να -τον αποκτήσω περισσότερα από 50 χρόνια σκληρής και στερημένης ζωής; Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να διαταράξεις τη μακαριά ησυχία, πού με τη δωρεά του Θεού το σώμα μου απολαμβάνει εδώ, ως την ήμερα τη μεγάλη εκείνη και επιφανή, της δευτέρας του Χριστού ενδόξου παρουσίας, πού θα λάβει ή ψυχή με το σώμα την αιώνια αμοιβή, από τον δίκαιο μισθαποδότη και κριτή Δεσπότη Χριστό και Θεό μας. Και τώρα σε παρακαλώ να βάλεις πάλι την πλάκα στη θέση της, όπως τη βρήκες και μέχρι την ήμερα πού θα σε πάρει ό Κύριος από τη ζωή αυτή, δε θα φανερώσεις τίποτα, από όσα είδες και άκουσες! Πρόσεξε, αν παρακούσεις θα πάθεις μεγάλο κακό από τον Κύριο».

Μ’ αυτά ξύπνησε ό Γέρο – Πανάρετος τρομαγμένος και παρακάλεσε τον άγνωστο και ανώνυμο εκείνον άγιο, να τον συγχωρέσει και θα κάνει κατά την επιθυμία του. Κάλυψε αμέσως τον τάφο, όπως του είπε ό άγιος και όταν γέρασε πολύ, άφησε το μέρος εκείνο και πήγε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων οπού έζησε αρκετά χρόνια.


Ό Γέρο – Πανάρετος, πού είδε με τα μάτια του και έζησε το γεγονός αυτό, όταν προείδε το θάνατο του, τις τελευταίες μέρες της ζωής του, κάλεσε τους Πατέρες της Σκήτης, στους οποίους έκαμε γνωστό το γεγονός αυτό, χωρίς να φανερώσει λεπτομέρειες και την τοποθεσία..


Έτσι από το επιτίμιο αυτό του αγίου εκείνου ερημίτη, έμεινε και θα μείνει για πάντα άγνωστος, ό ευλογημένος και χαριτωμένος εκείνος Μοναχός και άγιος Ασκητής, στους ανθρώπους, άλλα γνωστός και με μεγάλη παρρησία στο Θεό.

Η πιο εύκολη αμαρτία



Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τι μπορεί να είναι βαρύτερο απ’ αυτό; Τι άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ αυτήν.Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ’ αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μια μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»; Αρχίζει. ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν’ απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ’ όσα κατακρίνει. Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.
Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.

Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε. Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία.

Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι’ αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του; Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων; Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ’ όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει. Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ’ αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;

Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.

Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού; Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι’ αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.

Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο και πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.

Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του; Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν’ ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ’ αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον. Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ’ αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».

Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ’ αυτόν.

Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: « Αυτό και αυτό έγινε». Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες. Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον.

Από ποιον άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον.Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι; Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν.Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται.

Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ’ αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος.
Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Έργα Ασκητικά”
του Άββα Δωρόθεου

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ο Άγιος Ονούφριος που συνομιλούσε με το βρέφος Ιησούς....

Υπάρχει ένα θαυμάσιο γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ονουφρίου, τον οποίο εορτάζει η εκκλησία μας στις 12 Ιουνίου. Όταν ήταν πολύ μικρός, μπήκε σ' ένα κοινόβιο, άγνωστο πως. Μεγάλος ανεχώρησε για την έρημο, όπου έζησε 60 χρόνια χωρίς να δει ποτέ άνθρωπο. Ήταν γυμνός, αλλά ολόκληρο το σώμα του επικαλύπτετε από την μακρυά γενειάδα του, που έφθανε μέχρι το έδαφος, καθώς και από τα μαλλιά του και τις μεγάλες τρίχες του όλου σώματος.
Τον μεγάλο αυτό Άγιο τον ανακάλυψε ο Όσιος Παφνούτιος, στον οποίο διηγήθη τα της οσιακής και ερημικής ζωής του. 

Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε στο Κοινόβιο, συνέβη το εξής:
Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες. Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα....Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν.
- Κάποιο ζωάκι θα ταΐζει σκέφτηκε.
Αυτό συνεχίστηκε για καμιά εβδομάδα.
- Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά που του δίνω.
Πράγματι,τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο Καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα. 
Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και μ' αυτά που είδε, γούρλωσαν τα μάτια του... Ο μικρός κουβέντιαζε με το βρέφος Ιησούς, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου!
-Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταΐζει κανείς...ούτε και η μαμά Σου...
Και άπλωσε το χέρι και Του έδωσε μια φέτα ψωμί..
Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικ΄να, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί και όπως μάζεψε το χεράκι του μαζί με το ψωμάκι, εξαφανίστηκε το ψωμί μέσα στην εικόνα.
Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης, με την ψυχή γεμάτη έκπληξη και δέος,έτρεξε στον Ηγούμενο και του διηγήθηκε τι συνέβη. Τότε ο Ηγούμενος του έδωσε εντολή να μην δώσουν του παιδιού καθόλου ψωμί, αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε, να του λέγουν:
- Να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί Εκείνος, τον οποίον μέχρι χθες εσύ τάιζες.
Την επομένη ημέρα, βλέποντας ο μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίδουν ψωμί και τον στέλνουν να ζητήσει από Εκείνον, που μέχρι τότε έτρεφε, έτρεξε αμέσως στην Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα είπε στον Χριστούλη:
- Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν να Σου πω να μου δώσεις από το δικό Σου. Τώρα, που θα το βρεις Εσύ, δέν ξέρω! Και ω του θαύματος! άπλωσε το μικρό Του χεράκι το βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του, και του έδωσε ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να το σηκώσει! Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ, που το ουράνιο αυτό άρωμα απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, αλλά και σ' όλο το μοναστήρι και στον γύρω τόπο. 
Έκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα, είδαν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο έξω, μετά πολλού-πολλού κόπου. Έτρεξαν δύο μοναχοί να βοηθήσουν, αλλά ήταν πολύ βαρύς! Για πολλές ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν, αλλά ο ουράνιος άρτος ήταν και παρέμενε αδαπάνητος. Είναι αυτό, που έχει βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη Θεία Λατρεία: " Ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος".
Από τότε ευλαβούντο πολύ τον μικρό Ονούφριο, διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της ηλικίας του θα αυξάνετο και η αγιότης του. Θα εγίνετο ένας μεγάλος Άγιος όπως και έγινε.
Από τέτοιον όμοιο ουράνιο άρτο ετρέφετο ο Άγιος Ονούφριος, όταν για εξήντα ολόκληρα χρόνια ζούσε στην έρημο.

Αναδημοσίευση απο Ωφελήματα από το βιβλίο: Εμπειρίες κατα την Θεία Λειτουργία.

Δυό μέρες για δυό ισάγγελους ρώσους

«Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας(τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του. Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και ή ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.


Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.
-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες; Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.
Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.

Επειδή ήταν ακίνητος πια στο κρεβάτι, γιατί είχε παραδώσει σ' αυτό τις λίγες του σωματικές δυνάμεις και δεν μπορούσε να σηκωθή να πάη στο Ναό του Τιμίου Σταυρού, όπου λειτουργούσε με ευλάβεια χρόνια ολόκληρα, μου ζήτησε να του φέρω τον Σταυρό από την Αγία Τράπεζα για παρηγοριά. Όταν είδε τον Σταυρό, γυάλισαν τα μάτια του και, αφού τον ασπάσθηκε με ευλάβεια, τον κρατούσε σφιχτά στο χέρι του με όλη την δύναμη πού του είχε απομείνει. Είχα δέσει και ένα κλωνάρι βασιλικό στον Σταυρό και του έλεγα:
-Μυρίζει καλά, Γέροντα; Εκείνος μου απαντούσε:
- Ό Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.
Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:
- Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;
- Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.
-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ ή Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
- Τι σου είπε ή Παναγία;
-Θα πέραση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.
Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ήμερες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.

Την προτελευταία ήμερα μου είχε πει ο Γέροντας:
- Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μη κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.
Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, πού κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεις ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά. Για να έκφραση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό πού του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:
- Γλυκό μου Παΐσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων, η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον Ουρανό. Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Έλεγε επίσης:
- Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω. Εάν εσύ θα καθήσης στό Κελλί αυτό, εγώ θα έχω χαρά, αλλά όπως ο Θεός θέλει, παιδί μου. Σου έχω και κουμπάνια, για τρία χρόνια κονσέρβες, και μου έδειχνε, δίπλα, έξι μικρά κουτιά σαρδέλες και αλλά τέσσερα κουτιά καλαμάρια, πού τα είχε φέρει κάποιος από καιρό, και έμειναν στην ίδια θέση, όπου τα είχε αφήσει ο επισκέπτης τότε. (Για μένα αυτές οι κονσέρβες δεν έφθαναν ούτε για μια εβδομάδα).

Ξανά επανελάμβανε ο Γέροντας:
- Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε ακριβή αγάπη εις αιώνας αιώνων, και θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω, και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα συνέχεια.
Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ήμερες πού παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, Αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα. Αυτό πού μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο στα ζεστα είχε πάρει το θέμα της σωτηρίας της ψυχής! Δίπλα από το κρεβάτι του είχε έτοιμες επιστολές, για να τις ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνη, σε γνωστούς του Επισκόπους, για να τον μνημονεύουν. Επίσης μου έδωσε εντολή να φέρω Επίσκοπο να τον διάβαση στον τάφο και να τον αφήσω εκεί - να μη του κάνω την εκταφή - μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χρίστου.
Είχα ειδοποιήσει εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι ότι είναι πια στα τελευταία του ο Παπα - Τυχών, και ήρθε ο Πατήρ Βασίλειος, για να τον ετοιμάσουμε. Έβλεπες πια σιγά - σιγά να σβήνη ο Γέροντας, σαν το κανδήλι, πού τελειώνει το λάδι από την κούπα και μένει λίγο στο φυτίλι, και κάνει τις τελευταίες του αναλαμπές.

Έτσι μας έφυγε η αγιασμένη του ψυχή και μας άφησε το σώμα του και ένα μεγάλο κενό. Τον ετοιμάσαμε οι δυο μας και ειδοποιήσαμε το πρωΐ και τους άλλους Πατέρες, και του διάβασαν την νεκρώσιμη ακολουθία οι γνωστοί του Ιερείς με ευλάβεια. Μας άφησε πόνο, φυσικά, στις ψυχές μας με τον αποχωρισμό του, γιατί ή παρουσία του έπαιρνε πόνο και σκορπούσε παρηγοριά. Τώρα πια ο Γέροντας θα μας επισκέπτεται εκείνος από τον Ουρανό και θα μας βοηθάη περισσότερο. Άλλωστε, το είχε ύποσχεθη ο ίδιος: «Εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω».
Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αίτια σ' αυτό το θέμα.


Ή πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξήγηση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. "Όταν είδα ότι ήταν ή ήμερα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ήμερα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.


Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθη σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη πού μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως έξης:
Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι πού ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και! βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το έξης γεγονός:
«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:
Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απήντησα:
-Τον Πατέρα Παΐσιο.

Ό Γέροντας μου είπε:
- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
Έκείνη την στιγμή πού έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»
Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα όποια είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανο του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.

Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά πού ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.
Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, πού δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.


Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο Παπα - Τυχών και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανός, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον Παπα - Τύχωνα και του είπε:
-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.
Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.
Οι ευχές του Παπα - Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.»

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ


Kανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε πράγματι ή σκούφια του. Όποιον να ρώταγες μες στο χωριό, θα σήκωνε πρώτα τους ώμους του, κι ύστερα θα έκανε τη συνηθισμένη γκριμάτσα, σα να λεγε: «ποιος σάματις ξέρει, να ξέρω κ' εγώ;» Κι αν κανείς έπαιρνε το θάρρος να ρωτήσει τον ίδιο, από πού ήρθε και πού άφησε τους δικούς του, εκείνος απαντούσε, σχεδόν στερεότυπα: «Από τη γη έφυγα και στη γη θα επιστρέψω - φτάνει, αφεντικό;» Κ' έκοβε μονομιάς την κουβέντα.Έφτασ' ένα φθινοπωρινό βράδυ, πού είχε κιόλας αρχίσει να πέφτει πάχνη. Χτύπησε μια πόρτα και ζήτησε ένα πιάτο φαΐ. Ύστερα ρώτησε αν έχουν ανάγκη από έναν εργάτη ή ένα δούλο. Του απάντησαν, πώς δεν είχαν. Το 'βλεπε κι αυτός, πώς είχαν αρκετά παιδιά για να δουλέψουν τα χωράφια τους. Μετά τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να κοιμηθεί στον αχυρώνα ή στό αχούρι. Τόν άφησαν νά κοιμηθεί ανάμεσα φούρνο καί μαγειριό, στό χαγιάτι, πού δέν τό 'πιανε αγέρας, κι όσο νά 'ναι, κρατούσε λίγη ζέστη καί τή νύχτα. Τό πρωί, πρίν ακόμη ξυπνήσουν οι νοικοκυραίοι, ο ξένος σηκώθηκε καί ταχτοποίησε τό γιατάκι του. Συμμάζεψε στην άκρη τίς φτωχοπραμάτειες του κ' έκατσε σταυροπόδι μπρος στό φούρνο. Έτσι τόν βρήκε ό Μπαρμπαθόδωρος, πού βγήκε πρώτος άπ' τό σπίτι, γιά νά ρίξει μιά ματιά στά ζωντανά στό σταύλο.
- Καλημέρα, ξένε μου, πώς καλοκοιμήθηκες; Μπας καί κρύωσες εδώ έξω;
- Καλημέρα, αφεντικό. Μακάρι νά κοιμόμουνα πάντα σε τόσο ζεστό κρεβάτι. Καί τό άχυρο ήταν καλό στρώμα, καί ή κάπα πολύ ζεστή, μά καί ό φούρνος σά νά μέ σκέπαζε μέ μιά παχιά κουβέρτα. Ούτε πού κατάλαβα πότε έφεξε ό Θεός τή μέρα!

Ό Μπαρμπαθόδωρος ήθελε νά τόν ρωτήσει τώρα ό,τι δέν τόν ρώτησε χτες βράδυ, μπρος στους άλλους, μά ντράπηκε. Ό ξένος είχε έναν αέρα, μιά φινέτσα, σχεδόν αριστοκρατική, πού σέ αφόπλιζε. Τόν κάλεσε νά πάνε μαζί στό αχούρι νά ιδούν τί γίνονται τά βόδια καί τ' άλογα. Ό ξένος ακολούθησε μ' ευχαρίστηση. Σέ λίγο βρισκόταν ανάμεσα στά βόδια, πού άναχάραζαν. Απέναντι, στό άλλο παχνί ήταν ένα μουλάρι κ' ένα άλογο κόκκινο, ξεσαμάρωτα. Τά τέσσερα βόδια σιγά-σιγά άρχιζαν νά σηκώνονται, νά χαϊδεύουν με τη μουσούδα καί νά γλύφουν μέ τη γλώσσα τους τά χέρια τού Μπαρμπαθόδωρου. Ό ξένος κοντοστάθηκε.

-Έλα, μην τά φοβάσαι, ξένε μου, δεν κάνουν κακό. Αλήθεια, δε μού λές: όταν βαφτίστηκες τί όνομα σού δώσανε; Σέ ρωτάω -καί νά μέ συμπαθάς- γιατί δέν μπορώ νά σέ λέω συνέχεια ξένο!
Κι άρχισε μέ τό ξυστρί νά ξύνει τά βόδια.
- Ναί, αφεντικό, έχεις δίκιο. Έγώ φταίω, πού δε σού τό είπα χτες τό βράδυ. Μέ λένε Ιορδάνη, κ' έρχομαι από την Ανατολή. Έρχομαι νά βρω μιά δουλειά, ή μιά τύχη, γιατί ώς τώρα δέ γνώρισα τίποτ' άλλο από ατυχίες.

- Πρόσεχε, Ιορδάνη, έτσι τό ξυστρί, πάρ' το λίγο πιό μαλακά, γιατί ό «καλέσης» είναι άγριος αν τόν γρατσουνίσεις. Έτσι, μπράβο! Τί λέγαμε, λοιπόν; Α, νά, πώς έρχεσαι άπ' τήν Ανατολή καί ζητάς δουλειά ή τύχη. Αν καταλαβαίνω καλά, θά ήθελες ή νά πιάσεις δουλειά ή νά πάς σώγαμπρος, έτσι δέν είναι;
-Όχι ακριβώς,αφεντικό. Θέλω νά βρώ δουλειά, μά δέ θέλω καθόλου νά πάω σώγαμπρος.
-Καί σάν τί δουλειά ξέρεις νά κάνεις,γιά νά 'χουμε καλό ρώτημα; έκαμε ό Μπαρμπαθόδωρος.
- Σχεδόν τίποτε πολύ καλά, απάντησε ό ξένος, με μιά φοβερή ειλικρίνεια, πού ξάφνιασε τό Μπάρμπα Θόδωρο. Μπορώ, όμως, νά μάθω γρήγορα κάποια δουλειά, πού δέν θέλει δά καί δύσκολα γράμματα.
-Φτάνει αυτό τό βόδι,τώρα πήγαινε στό άλλο, τόν διέκοψε ό Μπαρμπαθόδωρος. Αυτό είναι πολύ ήμερο, μήν τό φοβάσαι. Σ' αυτό ό γιος μου ό Χρήστος ανεβαίνει καβάλα όταν τό ξύνει καί τό πάει γιά πότισμα έτσι. Απίστευτα ήμερο!

Σέ λίγο τέλειωσαν καί βγήκαν στην αυλή. Ό Μπαρμπαθόδωρος έλυσε καί τ' άλογα καί τά 'βαλαν όλα μπροστά, νά πάνε νά τά ποτίσουν στό ποταμάκι στό μεσοχώρι. Ό ξένος έβλεπε τά σπίτια ένα γύρο, πού άρχιζαν νά ξυπνούν, καί τά τζάκια νά βγάζουν ένα γκριζογάλανο καπνό. Μερικοί άντρες ήταν σκυμένοι στό ποταμάκι κ' έριχναν νερό στό πρόσωπο τους. Μετά, σκουπίζονταν μ' ένα υφαντό μαντήλι, πού είχαν στό ζωνάρι τους κ' υστέρα τραβούσαν γιά τήν εκκλησιά, νά κάνουν τό σταυρό τους. Ό Μπαρμπαθόδωρος τού εξήγησε , πώς κάθε πρωί γίνεται τό ίδιο, εξόν τήν Κυριακή, πού πλένονται στά σπίτια τους οι χωριανοί, ντύνονται τά καλά τους κ' ύστερα πάν στην εκκλησιά.
-Πολύ ωραία συνήθεια, παρατήρησε ό ξένος, ν' αρχίζει κανείς τή μέρα του μέ τή χάρη τού Θεού.
Ό Μπαρμαθόδωρος δέν είπε τίποτε, μά χάιδεψε τό μεγάλο μουστάκι του ικανοποιημένος. Τού άρεσε ή κουβέντα τοϋ ξένου. Γύρισαν καί οδήγησαν μαζί τά ζωντανά στό στάβλο. Τους έριξαν άχυρο. Έσβησαν τό γκαζοκάντηλο, πού είχαν πρίν ανάψει στό μεσιανό δοκάρι , έκλεισαν τήν πόρτα καί βγήκαν πάλι προς τήν πλατεία. Πλύθηκαν καί τράβηξαν γιά τήν εκκλησιά.

Πέρασαν έτσι κάμποσες μέρες κι ό ξένος έμενε πάντα στό Μπαρμπαθόδωρο, κάνοντας μικροθελήματα, έτσι, γιά νά δικαιολογεί τό καθημερινό του.
Τά παιδιά τοϋ Μπαρμπαθόδωρου δέν έλεγαν τίποτε, μά σαν νά μην τους άρεσε καί πολύ αυτός ό ξένος στό σπίτι τους. Είχαν καί νέες γυναίκες, καί αυτοί έλειπαν ολημερίς στη δουλειά. Δέν ήθελαν τούτον τόν ξένο μες στά πόδια τους. Τί θά έλεγε κι ό κόσμος. Ό Γεροθόδωρος τό μυρίστηκε καί τους καθησύχασε, πώς δέν ήτανε από εκείνους ο ξένος. Καί πώς δέν είχανε τίποτε νά φοβηθούν. Δέν ήτανε δά καί σωστό νά τόν διώξουν μέ τέτοιο βροχερόν καιρό, στό έμπα τοϋ χειμώνα. Έκαναν υπομονή τά παιδιά, μά δέν ησύχαζαν πέρα γιά πέρα. Ύστερα, δέν τους άρεσε αυτό τό μυστήριο πού πλανιόταν γύρω άπ' τό πρόσωπο του ξένου: τί ήταν; ποιος ήταν; από που ερχόταν; Ό «Ιορδάνης από την Ανατολή» δέν τους έλεγε καί πολλά πράγματα.

Αυτοί θέλανε λεπτομέρειες από τή ζωή του, όλα, μέ τό νί καί μέ τό σίγμα,γιά νά καθησυχάσουν τίς ανησυχίες τους. Ήρθαν μετά κ' οι ερωτήσεις των χωριανών, πού δέν καταλάβαιναν τί νόημα είχε ή παρατεταμένη φιλοξενία του Μπαρμπαθόδωρου ενός πεντάξενου, πού δέν ήξεραν τίποτε γι' αυτόν. Μπας κ' ήταν κατάσκοπος; Εγκληματίας; Κάποιος τέλοσπάντων, πού ήθελε νά κρυφτεί με τήν ανωνυμία του; Κι αν ερχόταν από τό Σταθμό κάποιος χωροφύλακας, νά ρωτήσει γιά δαϋτον, τί θά του άπαντούσανε; Βάλανε, λοιπόν, στά δυό στενά τόν πατέρα τους: ή νά τους έλεγε ποιος ήταν, ή νά τόν έδιωχναν. Δέ χωρούσε πιά, τίποτε άλλο. Οι καιροί ήταν δύσκολοι.

Είδε κι απόειδε ό γέρος καί πήρε, όχι δίχως κάποια συστολή, τή μεγάλη απόφαση νά τοϋ μιλήσει. Καί νά του πει τό καί τί. Πώς, γιά τά παιδιά του, ήταν θέμα οικογενειακής τιμής. Έπρεπε, ή νά μιλήσει περισσότερο γιά τόν εαυτό του, ή νά φύγει γι' άλλου. Ό ξένος σήκωσε τά χέρια του μέ απορία, μά δίχως κακία, καί είπε, πώς τό προτιμότερο θά ήταν νά φύγει. Δέν ήθελε νά βάλει σέ μπελάδες τό σπιτικό τους. Παρακάλεσε μονάχα νά περάσει ή Κυριακή καί Δευτέρα πρωί νά 'φευγε. Έτσι κι έγινε. Έμεινε καί τήν Κυριακή. Πήγαν στην εκκλησία κι ό ξένος -γιά πρώτη φορά του, σέ τούτο τό χωριό- πήγε στό δεξιό αναλόγιο κ' έψαλε.

Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου της Γοργοϋπηκόου

Ένα από τα πολλά ονόματα που προσδίδουμε στην Παναγία μας είναι Γοργοϋπήκοος και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους από το 1646.Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, "λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά", φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκουμένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ' εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.


Όπως αναφέρει στο Συναξάρι ο Όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: "Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με καπνό". Ο μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: '"Ω Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;". Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός. "Ετσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ' απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε. Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: "Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ' εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοϋπήκοος".
Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοϋπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ' εκείνους που προστρέχουν σ' αυτήν με ευλάβεια και πίστη.

Και πραγματικά η χάρη της ενεργεί πάμπολλα θαύματα όχι μόνο στο Άγιο Όρος, αλλά και έξω από αυτό, σε πόλεις και χωριά, σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και σε άλλα μέρη, όπου την ευλαβούνται και την επικαλούνται. Η Παναγία η Γοργοϋπήκοος είναι πολύ θαυματουργή, ιατρεύει διάφορες ασθένειες, χαρίζει παιδιά σε άτεκνα ζευγάρια, φανερώνει απολεσθέντα αντικείμενα, προστατεύει όσους κινδυνεύουν στη θάλασσα, λυτρώνει όσους αιχμαλωτίζονται, θεραπεύει από τον πονοκέφαλο και την κόπωση, ανορθεί τους παραλύτους, χαρίζει το φως στους τυφλούς, θεραπεύει από θανατηφόρες ασθένειες, διώκει τις ακρίδες από τα χωράφια και άλλα πολλά θαυμαστά που βρίσκονται γραμμένα στη Μονή Δοχειαρίου, ως θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου.
Όταν λοιπόν θεραπεύθηκε από την τύφλωση του ο τραπεζάρης Μοναχός, ονόματι Νείλος, οι πατέρες της Μονής έφτιαξαν στο χώρο αυτό ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, αφού η ίδια η Παναγία χαρακτήρισε τον εαυτό της με το επίθετο αυτό. Εκεί τελείται δύο φορές την εβδομάδα η θεία Λειτουργία, εκεί γίνονται οι κουρές των μοναχών και καθημερινά, πρωί και βράδυ, ψάλλονται παρακλήσεις μπροστά στην ιερή εικόνα.
Η πρώτη αγιογραφηθείσα εικόνα της Παναγίας στη Μονή Δοχειαρίου, που έγινε το 1563, την αναφέρει ως Βρεφοκρατούσα, Φοβερά Προστασία και Γοργοεπήκοο. Πρέπει να επισημάνουμε λοιπόν, ότι η Παναγία όταν μίλησε στο μοναχό δεν χρησιμοποίησε για τον εαυτό της κανένα από τα ονόματα που ήταν γραμμένα στην τοιχογραφία, δηλαδή Γοργοεπήκοος, Βρεφοκοατούσα, Φοβερά Προστασία, αλλά κράτησε για τον εαυτό της το όνομα Γοργοϋπήκοος, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι υπακούει γρήγορα στις δεήσεις των πιστών και κατ' επέκταση ότι η υπακοή παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη σωτηρία των ανθρώπων.
Μετά το θαύμα στο μοναχό Νείλο, στον οποίο χάρισε πάλι το φως του, η Παναγία μας θέλησε να δείξει μια άλλη ιδιότητά της, ένα άλλο χάρισμα για τη σωτηρία και την πνευματική προκοπή των ανθρώπων κι έδωσε στον εαυτό της το όνομα Γοργοϋπήκοος, τονίζοντας το έργο της διακονίας. Όπως και ο Υιός της, έτσι κι εκείνη διακονεί με άπειρους τρόπους τη σωτηρία μας. Κι όπως με την υπακοή της τότε στα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ συνέβαλε στη σωτηρία μας, έτσι και τώρα, ως υπακούουσα στα αιτήματά μας, επαναλαμβάνει με ταπείνωση: "ιδού η δούλη Κυρίου". Έτσι βοηθάει και σώζει γρήγορα όσους με πίστη καταφεύγουν σε αυτή και την επικαλούνται και την τιμούν ως Γοργοϋπήκο. Έκτοτε πολλές εικόνες, εκκλησίες, αλλά και μονές τιμούν την Παναγία την Γοργοϋπήκοο, όπως άλλωστε κι εμείς που αποφασίσαμε με ευλάβεια να αφιερώσουμε το εσωτερικό παρεκκλήσιο του Μοναστηριού μας στο άγιο όνομά της. Γιατί πραγματικά αισθανόμαστε πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από τις πρεσβείες, τις μεσιτείες και την μητρική προστασία Της στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η Μητέρα του Κυρίου μας μεριμνά γοργά για τη σωτηρία όλων μας και αναδίδει χάρη σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη, ελπίδα και αγάπη.
Ας την επικαλούμαστε πάντοτε, ας ψάλλουμε την παράκληση της και ας την πανηγυρίζουμε την ημέρα της εορτής της, την 1η Οκτωβρίου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...